Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν δεν παράγει μόνο εισιτήρια. Παράγει πλέον και φιλολογικούς καβγάδες.
Με την ταινία να πλησιάζει το ένα δισεκατομμύριο δολάρια στα παγκόσμια ταμεία και να έχει γίνει το σπάνιο κινηματογραφικό γεγονός του καλοκαιριού, μια από τις πιο σημαντικές σύγχρονες μεταφράστριες του Ομήρου αποφάσισε να μη μείνει στη διακριτική δυσαρέσκεια. Η Έμιλι Γουίλσον, η κλασικίστρια που το 2017 έγινε η πρώτη γυναίκα που μετέφρασε την Οδύσσεια στα αγγλικά, έγραψε μια σκληρή, εκτενή κριτική για την ταινία του Νόλαν και άναψε έναν διεθνή καβγά.
Δεν ήταν μια απλή κακή κριτική. Ήταν το είδος της παρέμβασης που μετατρέπεται αμέσως σε γεγονός: επειδή η Γουίλσον έχει ειδικό βάρος, επειδή ο ίδιος ο Νόλαν είχε αναφέρει τη μετάφρασή της ως μία από τις επιρροές του, και επειδή η Οδύσσεια έχει ήδη ξεφύγει από την κινηματογραφική αίθουσα. Είναι πια box office, meme, ακαδημαϊκή αντιπαράθεση, συζήτηση για το φύλο, το casting, τη μετάφραση, την Ιστορία και το δικαίωμα κάθε εποχής να ξαναφτιάχνει τον Όμηρο.
Η Γουίλσον είχε αρχικά εμφανιστεί θετική στην ιδέα ότι η ταινία θα μπορούσε να οδηγήσει ένα μαζικό κοινό πίσω στο αρχαίο κείμενο. Πριν δει την Οδύσσεια, έλεγε ότι είναι καλό να ανακαλύψουν άνθρωποι που θεωρούσαν την αρχαία λογοτεχνία απρόσιτη ότι πρόκειται για μια συναρπαστική ιστορία. Αναγνώριζε επίσης ότι οι ομηρικές αφηγήσεις έχουν πάντα μεταφερθεί, παιχτεί, διασκευαστεί και ξαναειπωθεί.
Μετά την προβολή, όμως, η στάση της άλλαξε ριζικά. Στο κείμενό της υποστήριξε ότι η ταινία του Νόλαν αποτυγχάνει να συλλάβει το βάθος του έπους. Δεν της αρκούσε το θέαμα, το ΙΜΑΧ, η κλίμακα, η κατασκευή ενός κινηματογραφικού γεγονότος. Το πρόβλημα, για εκείνη, ήταν ότι η ταινία δεν είχε αρκετά να πει για τον χρόνο, τη μνήμη, τον πόλεμο, την επιστροφή, την οικογένεια, τους εχθρούς, τους φίλους και τους ανθρώπους που μένουν πίσω όταν ο ήρωας επιστρέφει.
Η πιο αιχμηρή της θέση ήταν ότι η ταινία στερείται ψυχολογικού, συναισθηματικού, πολιτικού και ηθικού βάθους. Κατηγόρησε επίσης το σενάριο ως αδύναμο και τη δομή ως περισσότερο τέχνασμα παρά ουσιαστική αφήγηση. Με άλλα λόγια, εκεί όπου πολλοί είδαν την Οδύσσεια ως μεγάλο κινηματογραφικό κατόρθωμα, η Γουίλσον είδε ένα εντυπωσιακό αλλά ρηχό θέαμα.
Από εκεί και πέρα, ο καβγάς ξέφυγε γρήγορα από το απλό ερώτημα αν η ταινία είναι καλή ή κακή. Η κριτική της Γουίλσον έφερε στην επιφάνεια μια παλιότερη ένταση: τι σημαίνει «πιστότητα» όταν μιλάμε για έναν μύθο που επιβιώνει επειδή ακριβώς ξαναλέγεται; Ο Όμηρος δεν είναι μυθιστόρημα με έναν αυστηρά κλειδωμένο συγγραφικό κόσμο. Είναι προφορική παράδοση, μετάφραση, ερμηνεία, ανακατασκευή, σχολικό μάθημα, πανεπιστημιακό αντικείμενο, πολιτιστικό σύμβολο, εθνική φαντασίωση και τώρα, ξανά, blockbuster.
Η Γουίλσον δεν είναι μια τυχαία φωνή μέσα σε αυτό. Η μετάφρασή της θεωρήθηκε από πολλούς σταθμός, όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη αγγλική Οδύσσεια από γυναίκα, αλλά επειδή προσπάθησε να ξανασκεφτεί τη γλώσσα του έπους χωρίς να αναπαράγει μηχανικά τις ανδρικές συμβάσεις προηγούμενων μεταφράσεων. Αυτό την έκανε κεντρική φιγούρα αλλά και στόχο, ιδίως για όσους είδαν στη δουλειά της μια «μοντέρνα» ή «πολιτικοποιημένη» παρέμβαση στον κλασικό κανόνα.
Γι’ αυτό και η σύγκρουση με τον Νόλαν έχει κάτι σχεδόν θεατρικό. Από τη μία, μια μεταφράστρια που έχει αφιερώσει χρόνια στο να ακούσει κάθε λέξη του αρχαίου κειμένου. Από την άλλη, ένας σκηνοθέτης που λειτουργεί με τους όρους της σύγχρονης μαζικής εικόνας: μεγάλα σώματα, μεγάλοι χρόνοι, τεράστια φορμά, μυθολογικά αρχέτυπα που περνούν από το φίλτρο του θεάματος. Και στη μέση, ένα κοινό που βλέπει την ίδια ταινία και διαφωνεί ακόμη και για το τι ακριβώς είδε.
Η Τζόις Κάρολ Όουτς ήταν από τις πρώτες γνωστές λογοτεχνικές φωνές που αντέδρασαν στη σκληρότητα της Γουίλσον. Δεν υπερασπίστηκε απλώς την ταινία· στάθηκε κυρίως στον τόνο της κριτικής, τον οποίο θεώρησε απαξιωτικό. Για την Όουτς, μια μεταφράστρια, δηλαδή κάποια που γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι κάθε ανάγνωση είναι και ερμηνεία, θα έπρεπε να δείχνει μεγαλύτερη ανεκτικότητα απέναντι σε μια άλλη εκδοχή του ίδιου έργου.
Άλλοι κλασικιστές πήγαν ακόμη πιο πέρα. Ο Θιο Νας υποστήριξε ότι η Γουίλσον αντιμετωπίζει την απόκλιση του Νόλαν από το ποίημα σαν απόδειξη αποτυχίας, ενώ η ίδια η διασκευή είναι, αναγκαστικά, μια πράξη ερμηνείας. Το επιχείρημα εδώ είναι λεπτό αλλά κρίσιμο: μια ταινία δεν οφείλει να κάνει ό,τι κάνει μια μετάφραση. Δεν μεταφέρει απλώς λέξεις από τη μία γλώσσα στην άλλη. Μεταφέρει ένα έργο σε άλλο μέσο, σε άλλο κοινό, σε άλλη οικονομία προσοχής.
Ο Ντάνιελ Μέντελσον, που επίσης έχει μεταφράσει την Οδύσσεια, στάθηκε αλλού. Αναγνώρισε ως πιο αυθεντικό στοιχείο της ταινίας την πυκνή, πλεγμένη αφηγηματική της δομή, αλλά είδε στον Οδυσσέα του Νόλαν κάτι βαθιά διαφορετικό από τον ομηρικό ήρωα. Για εκείνον, ο βασανισμένος, ενοχικός Οδυσσέας της ταινίας μοιάζει περισσότερο με ήρωα του ίδιου του Νόλαν συγγενής των σκοτεινών, τραυματισμένων ανδρών που κατοικούν το σινεμά του παρά με τον πονηρό, ελκυστικό, πολύτροπο Οδυσσέα του έπους.
Και αυτό ίσως είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο. Κάθε μεγάλη διασκευή προδίδει κάτι. Το ερώτημα είναι τι κερδίζει με αυτή την προδοσία. Ο Νόλαν φαίνεται να έκανε τον Όμηρο πιο κοντινό στο δικό του σύμπαν: μνήμη, ενοχή, χρόνος, άνδρες που κουβαλούν μια αποστολή σαν τραύμα, κόσμος που χτίζεται γύρω από μια εμμονή. Για τους θαυμαστές του, αυτή είναι η δύναμη της ταινίας. Για τους επικριτές του, είναι το πρόβλημά της: ο Όμηρος γίνεται Νόλαν πριν προλάβει να γίνει Όμηρος.
Η συζήτηση άγγιξε και το casting. Η Γουίλσον υποστήριξε ότι αρκετοί μη λευκοί ηθοποιοί της ταινίας χρησιμοποιούνται περιορισμένα, περισσότερο ως βοηθητικές φιγούρες γύρω από τον λευκό πρωταγωνιστή παρά ως ολοκληρωμένοι χαρακτήρες. Αργότερα διευκρίνισε ότι θεωρεί τους ηθοποιούς εξαιρετικούς, αλλά υποχρησιμοποιημένους, και αναγνώρισε ότι η αρχική διατύπωσή της ήταν άστοχη. Ακόμη κι αυτό, όμως, δείχνει πόσο φορτισμένο έχει γίνει το πεδίο της Οδύσσειας: κάθε επιλογή προσώπου, κάθε ρόλος, κάθε σιωπή, κάθε απόκλιση από το αναμενόμενο γίνεται αμέσως μέρος ενός μεγαλύτερου πολιτιστικού πολέμου.
Το παράξενο είναι ότι όλοι, ακόμη και όταν διαφωνούν, ενισχύουν το ίδιο φαινόμενο. Η Γουίλσον επιτίθεται στην ταινία, αλλά η κριτική της στέλνει ακόμη περισσότερους ανθρώπους να μιλήσουν για τον Όμηρο. Οι υπερασπιστές του Νόλαν κατηγορούν τη φιλολογική αυστηρότητα, αλλά αναγκάζονται να μιλήσουν για μετάφραση, ερμηνεία, έπος, δομή και αυθεντικότητα. Οι κλασικιστές μαλώνουν μεταξύ τους δημόσια. Τα social media παίρνουν φωτιά. Και ένα αρχαίο ποίημα, σχεδόν τριών χιλιάδων ετών, ξαναγίνεται αντικείμενο καθημερινού καβγά.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κατόρθωμα της Οδύσσειας του Νόλαν, ανεξάρτητα από το αν κάποιος τη θεωρεί αριστούργημα ή αποτυχία. Δεν έφερε απλώς κόσμο στις αίθουσες. Έφερε την κλασική γραμματεία στο κέντρο μιας ποπ διαμάχης. Έκανε ανθρώπους που δεν θα άνοιγαν ποτέ το London Review of Books να αναζητούν τι είπε μια μεταφράστρια. Έκανε συγγραφείς, φιλόλογους, θεατές και fans να συγκρουστούν για το αν η πίστη σε ένα αρχαίο έργο σημαίνει υπακοή ή αναγέννηση.
Στην πραγματικότητα, αυτός είναι και ο μόνος τρόπος με τον οποίο επιβιώνουν τα μεγάλα έργα. Όχι ως ιερά αντικείμενα πίσω από γυαλί, αλλά ως πεδία μάχης. Κάθε εποχή θέλει τον δικό της Όμηρο. Οι μεταφραστές τον ακούνε ξανά στη γλώσσα τους. Οι σκηνοθέτες τον μετατρέπουν σε εικόνα. Οι πολιτικοί σχολιαστές τον χρησιμοποιούν για τους δικούς τους πολέμους. Οι θεατές τον διαβάζουν μέσα από τις δικές τους αγωνίες.
Η Οδύσσεια ήταν πάντα ιστορία επιστροφής. Η ταινία του Νόλαν, μαζί με τον καβγά που προκάλεσε, δείχνει ότι ο Όμηρος επιστρέφει διαρκώς, αλλά ποτέ με την ίδια μορφή. Μερικές φορές επιστρέφει ως βιβλίο. Άλλες ως μετάφραση. Άλλες ως blockbuster. Και, κάποιες σπάνιες φορές, ως δημόσιος καβγάς τόσο έντονος ώστε θυμίζει πως τα κλασικά έργα δεν είναι κλασικά επειδή όλοι συμφωνούν μαζί τους, αλλά επειδή κανείς δεν τελειώνει ποτέ μαζί τους.
Με στοιχεία από New York Times, London Review of Books















