Samia Henni
Ραδιενεργή Σαχάρα
Samia Henni | Toxicité coloniale. Documenter le paysage radioactif dans le Sahara. B42, 184 σελ., 2026
Samia Henni | Colonial Toxicity: Rehearsing French Radioactive Architecture and Landscape in the Sahara, 592 σελ. εκδ. If I Can’t Dance and Framer Framed, Amsterdam, 2024
Στην αρχή των αρχών,
ήταν στον αέρα.
Ένα, δύο, τρία,
ο χώρος και ο χρόνος πάγωσαν
και μετά στα βάθη της γης
τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ.
Στην ένατη έκρηξη,
ακόμη και το χάος και η απόλυτη σιωπή
κατέρρευσαν
κάτω από τη σκόνη και τους καπνούς.
Τότε τα ατομικά μανιακά παιχνίδια
του CEA μεταφέρθηκαν στη Μουρουρόα
στους Πολυνήσιους αδελφούς μας.
Κι εμείς,
εμείς οι Τουαρέγκ,
εμείς οι φερομόνες του Σατανά,
από εδώ έως τις εσχατιές της μεγάλης ερήμου
ορθωνόμαστε
όρθιοι στο διηνεκές
στο γοφό του κενού.
Hawad, Σαχάρα. Ατομικά οράματα.
Ο Hawad (ή Mahmoudan Hawad), είναι ένας Τουαρέγκ ποιητής και συγγραφέας που γεννήθηκε στην περιοχή Αΐρ του Νίγηρα και ο οποίος ζει τώρα στη Γαλλία.
Το βιβλίο Αποικιακή Τοξικότητα, της Σάμια Χένι, ιστορικού των χτισμένων, κατεστραμμένων και φαντασιακών περιβαλλόντων, εκφράζει ξεκάθαρα με τον τίτλο του τι συμβαίνει σε βάθος χρόνου με τις επιβλαβείς και τοξικές επιπτώσεις της αποικιακής επιχείρησης, οι οποίες είχαν αποκρυβεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Aissa Kadri
En attendant Nadeau – 19.05. 2026 – Τεύχος 244
Ο Γάλλος ιστορικός Ρενέ Γκαλισό παρατηρούσε ότι η αποικιοκρατία αφήνει πάντα νάρκες μετά τις ανεξαρτησίες, τόσο με την πραγματική όσο και με τη συμβολική έννοια. Είτε πρόκειται για νάρκες που βρίσκονται ακόμα εκεί, ξεκινώντας από τη λεγόμενη γραμμή Μορίς στην Αλγερία, είτε για συνοριακές συγκρούσεις, είτε ακόμη για εθνοθρησκευτικές συγκρούσεις, οι οποίες καλλιεργήθηκαν για καιρό από την αποικιακή πολιτική του “διαίρει και βασίλευε”, ή γενικότερα για τις βιαιότητες που υπέστησαν τα σώματα και τα πνεύματα. Η αποικιοκρατία συνεχίζει, με ύπουλο ή πιο ανοιχτό τρόπο, να διαχέει τα “δηλητήριά” της και να ενσωματώνει “τραύματα” που απέχουν πολύ από το να ξεπεραστούν.
Συνεχίζοντας τις έρευνες του ιστορικού Κριστόφ Λαφέι, οι οποίες έφεραν στο προσκήνιο της πολιτικής και μηντιακής επικαιρότητας τις δραματικές συνέπειες που είχαν για τους ανθρώπους και το περιβάλλον τα χημικά όπλα που χρησιμοποιήθηκαν στην πολυμέτωπη καταστολή των εθνικιστών μαχητών και του πληθυσμού, το έργο της Σάμια Χένι επανέρχεται, με τρόπο ακόμη πιο δυναμικό, σε γεγονότα που είχαν αποσιωπηθεί. Η ίδια υπενθυμίζει τι σήμαιναν οι γαλλικές πυρηνικές δοκιμές στην αποικιακή και την πρόσφατα ανεξάρτητη Αλγερία, τις συνθήκες διεξαγωγής τους, καθώς και τις βλάβες που προκάλεσαν και συνεχίζουν να προκαλούν. Το βιβλίο της φέρνει στο φως όσα ορισμένοι υποστηρικτές της “θετικής αποικιοκρατίας” αποσιωπούν με ευκολία.
Με υπότιτλο “Τεκμηριώνοντας το ραδιενεργό τοπίο στη Σαχάρα”, το βιβλίο ξεκινά με τρόπο αιχμηρό, ξεκαθαρίζοντας τι κρύβεται πίσω από τον επίσημο όρο “πυρηνικές δοκιμές” που χρησιμοποιείται με μια ψευδεπίγραφη σεμνοτυφία, δηλαδή “ατομικές βόμβες” που όντως εξεράγησαν στην ατμόσφαιρα ή κάτω από τη γη και είχαν “φοβερές συνέπειες στη ζωή και το περιβάλλον“· και για τις οποίες μπορεί να ειπωθεί ότι είναι βόμβες που συνεχίζουν να έχουν εξίσου επιβλαβείς συνέπειες με τη στιγμή της έκρηξής τους.
Η καταγραφή αυτών των “δοκιμών”, η οποία τεκμηριώνεται εδώ με ακρίβεια τόσο μέσα από εκθέσεις, επίσημα έγγραφα, συνεντεύξεις και γραπτά κείμενα προσώπων που ήταν παρόντα εκείνη τη στιγμή, όσο και μέσα από ταινίες και μια επιλεγμένη, διασταυρωμένη εικονογραφία, διαβάζεται ως μια λεπτομερής, εξαντλητική και αυστηρή καταγραφή. Μπορεί να εκληφθεί ως ένα αμείλικτο κατηγορητήριο ενάντια σε μια επιδίωξη ισχύος απογυμνωμένη από κάθε ίχνος ανθρωπισμού, όχι μόνο για τους πληθυσμούς που γειτνίαζαν με τους χώρους των εκρήξεων, αλλά και για τους διάφορους εμπλεκόμενους που ήταν υπεύθυνοι για την υλοποίηση αυτών των εκρήξεων, πρωτίστως για το ντόπιο “ιθαγενές” εργατικό δυναμικό, ακόμη και για ένα μέρος των Γάλλων στελεχών που βρίσκονταν εκεί. Η συγγραφέας αναφέρει σχετικά μαρτυρίες που κάνουν λόγο για “ανθρώπινα πειραματόζωα”, Αλγερινούς κρατουμένους που επιλέχθηκαν και βγήκαν από φυλακές και στρατόπεδα, ή, σύμφωνα με την επίσημη γαλλική απάντηση, για “σώματα χωρίς ζωή”!
Αν και αφήνει τις πιο ακριβείς απαντήσεις για δραματικά ερωτήματα να εκκρεμούν μέχρι το άνοιγμα νέων αρχείων, ιδίως εκείνων που αφορούν τα “ανθρώπινα πειραματόζωα” ή εκείνων που σχετίζονται με το “ατύχημα του Μπερίλ” –μια ελεγχόμενη έκρηξη που απελευθέρωσε ποσότητα ραδιενέργειας πολλαπλάσια από εκείνη του Τσερνόμπιλ–, οι πληροφορίες που φέρνει ξανά στο φως επιτρέπουν την τεκμηρίωση αδιαμφισβήτητων γεγονότων, τα οποία δεν απορρέουν από “ρεβανσιστικές μνήμες” αλλά αποτελούν απάντηση σε ένα πρόβλημα που μας αφορά όλους, αυτό της κοινής ανθρωπότητας. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για δεκαεπτά ατομικές βόμβες, τέσσερις ατμοσφαιρικές και δεκατρείς υπόγειες, τις οποίες ακολούθησαν και συνόδευσαν πολυάριθμα συμπληρωματικά πειράματα (συμπεριλαμβανομένων διασπορών πλουτωνίου στις γύρω περιοχές, γνωστών με την κωδική ονομασία “Pollen” (Γύρη)· περισσότερα από τριάντα μόνο στην τοποθεσία Ρεγκάν και πέντε στην τοποθεσία Ιν Εκέρ), οι οποίες εξεράγησαν μεταξύ Φεβρουαρίου 1960 και Φεβρουαρίου 1966, δηλαδή ένα διάστημα που καλύπτει πέντε χρόνια από την έναρξη της εξέγερσης στην Αλγερία και περίπου τέσσερα χρόνια μετά την ανεξαρτητοποίηση της χώρας.
Η συγγραφέας εστιάζει την προσοχή της πρωτίστως στην αλγερινή “χωρικότητα” (που ορίζεται ως εδάφη, τοποθεσίες και χώροι) και στους αλγερινούς πληθυσμούς που επηρεάζονται άμεσα, και στη συνέχεια στη χρονική διάσταση των επιπτώσεων των εκρήξεων. Στο πλαίσιο αυτό, δείχνει ξεκάθαρα πώς οικοδομείται το γαλλικό πυρηνικό πρόγραμμα, τόσο σε θεσμικό επίπεδο όσο και στην πράξη πάνω στα συγκεκριμένα εδάφη (οι συμφωνίες του Εβιάν της 18ης Μαρτίου 1962 περιλάμβαναν “τις τοποθεσίες Ιν Εκέρ, Ρεγκάν και το σύνολο της περιοχής Κολόμπ Μπεσάρ-Χαμαγκίρ, η περίμετρος των οποίων ορίζεται στο συνημμένο σχέδιο, καθώς και τους αντίστοιχους τεχνικούς σταθμούς εντοπισμού”). Αυτές οι συμφωνίες δεν αναφέρονταν ρητά σε γαλλικές πυρηνικές δοκιμές (βλέπε το άρθρο των Μπρουνό Μπαριγιό και Αλέν Ρουσιο στο HCO, Histoire coloniale της 08/04/2018). Έτσι, το άκρο της στρατιωτικής ζώνης που αφορούσε την επιχείρηση βρισκόταν μόλις σαράντα χιλιόμετρα νότια της Ρεγκάν. Κι αυτό, ενώ η περιοχή και η κοιλάδα του Τουάτ αριθμούσαν 40.000 κατοίκους, εκ των οποίων περισσότεροι από 6.000 ζούσαν μόνο στην πόλη της Ρεγκάν, χωρίς να υπολογίζονται οι νομάδες και οι ημινομάδες που μετακινούνταν στην περιοχή του Τανεζφούτ. Επιπλέον, γύρω από το Ιν Εκέρ καταγράφονταν περίπου 5.200 μόνιμοι κάτοικοι και 2.730 νομάδες.
Η δημιουργία της περιμέτρου των δοκιμών δεν φαίνεται να έλαβε υπόψη τους τοπικούς πληθυσμούς. Ένα μεγάλο μέρος αυτών αποτέλεσε το εργατικό δυναμικό που απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες στις τοποθεσίες αυτές. Εκτελώντας τις αχάριστες και τις πιο σκληρές εργασίες, χωρίς καμία ενημέρωση ή προστασία, οι μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν αποκαλύπτουν ότι πολλοί εργάτες μολύνθηκαν και ταυτόχρονα έγιναν αόρατοι, προκειμένου “να μην βρεθεί κανένα ίχνος από τις φωνές και τα σώματά τους“. “Οι ασπρόμαυρες εικόνες δείχνουν κυρίως Γάλλους με λευκές φόρμες, που φορούν γάντια, μπότες και αντιασφυξιογόνες μάσκες, ενώ οι χιλιάδες κάτοικοι της Σαχάρας που συνέβαλαν εν αγνοία τους και χωρίς τη συγκατάθεσή τους στη μόλυνση της ίδιας τους της περιοχής έχουν διαγραφεί εσκεμμένα από την ιστορία“, υπογραμμίζει η συγγραφέας.
Η ίδια υπογραμμίζει επίσης ότι ακόμη και οι άνδρες με τις λευκές φόρμες, οι Γάλλοι, παρά την ενημέρωση και τις προφυλάξεις, μολύνθηκαν. Οι μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν από την Ένωση Βετεράνων των Γαλλικών Πυρηνικών Δοκιμών και των Οικογενειών τους (AVEN), η οποία ιδρύθηκε από εργαζομένους σε αυτούς τους χώρους, αποκάλυψαν ότι πολλοί από όσους εργάστηκαν εκεί, ιδίως κληρωτοί που εκτελούσαν την εθνική τους θητεία και δεν είχαν ενημερωθεί για τους κινδύνους που διέτρεχαν, υπέφεραν από σοβαρές ασθένειες που σχετίζονταν με αυτές τις μολύνσεις.
Στην πραγματικότητα, σχεδόν όλα τα “σώματα” εκτέθηκαν, όπως αποκαλύπτει η μαρτυρία ενός Γάλλου στελέχους που αφηγείται “ότι έχοντας βρεθεί μαζί με τους εργάτες της Σαχάρας σε ένα γυμνό, απογυμνωμένο οροπέδιο […] οι οδηγίες που μας δόθηκαν μας προέτρεπαν να προστατευτούμε τουλάχιστον πίσω από ένα ανάχωμα, έναν τοίχο ή μια τάφρο“. Η συγγραφέας εισφέρει από αυτή την άποψη λεπτομέρειες που σε παγώνουν, ιδίως εκείνες που αφορούν τους 150 Αλγερινούς κρατουμένους που φέρεται να εκτέθηκαν σκόπιμα ως πειραματόζωα, και για τους οποίους οι αμήχανες επίσημες γαλλικές απαντήσεις αναγνώρισαν το 2005 “ότι είχαν εκτεθεί μόνο υφασμάτινα ανδρείκελα“, προσθέτοντας “ότι αν υπήρχαν σώματα στη θέση των ανδρείκελων, πρέπει να είμαστε καθησυχαστικοί ότι τα σώματα αυτά ήταν χωρίς ζωή“.
Η συνθετική οπτική του έργου με την ανάδειξη νέων λεπτομερειών, βασισμένη σε διασταυρωμένα δεδομένα, θέτει νέα ερωτήματα. Έτσι, η έκρηξη της “Gerboise verte” στις 25 Απριλίου 1961, η οποία πραγματοποιήθηκε εσπευσμένα, τρεις ημέρες μετά το πραξικόπημα των στρατηγών της 22ας Απριλίου, αφήνει να εννοηθεί ότι η γκωλική εξουσία φοβόταν μήπως η βόμβα πέσει στα χέρια των στρατηγών που ήταν αντίθετοι στις διαπραγματεύσεις με τους εθνικιστές και γενικότερα στα χέρια των εξτρεμιστών συνεργατών τους της OAS [γαλλική παραστρατιωτική οργάνωση που προσπάθησε να αποτρέψει την ανεξαρτησία της Αλγερίας και ευθύνεται για μια απόπειρα δολοφονίας το 1962 κατά του προέδρου Ντε Γκωλ -σ.σ.].
Η ανάλυση υπό το πρίσμα της “χρονικότητας”, της οργάνωσης και της ανάπτυξης αυτών των δοκιμών, καθώς και των πλαισιακών μορφών τους, η οποία διατρέχει ολόκληρο το έργο, επιτρέπει στη συγγραφέα να μετρήσει τις επιπτώσεις των εκρήξεων σε βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη διάρκεια. Η ίδια επανέρχεται έτσι στις δυσλειτουργίες, ή ακόμη και στις αποδεδειγμένες παραλείψεις, όπως μια δωδεκάδα υπόγειων δοκιμών που δεν περιορίστηκαν και προκάλεσαν διαρροές. Επανέρχεται επίσης, μεταξύ άλλων σημαντικών γεγονότων, σε αυτό που χαρακτηρίστηκε ως “ατύχημα του Μπερίλ”, μια τεράστια ποσότητα ραδιενέργειας που απελευθερώθηκε μέσα από μια στοά που κατέρρευσε, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τους τοπικούς πληθυσμούς, το πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό, καθώς και το περιβάλλον.
Στην πραγματικότητα, η μόλυνση δεν σταμάτησε ποτέ να προκαλεί τις επιπτώσεις της. Εκείνη τη στιγμή, φάνηκε αποδεδειγμένα ότι τόσο οι πληθυσμοί όσο και το προσωπικό επλήγησαν. Εξάλλου, έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν το 2013 δείχνουν ότι τα ραδιενεργά σύννεφα διασκορπίστηκαν σε ευρεία κλίμακα, φτάνοντας σε ένα μέρος της Δυτικής Αφρικής και στη Νότια Ευρώπη. Πρόσφατα, το 2021, δορυφορικές εικόνες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο δείχνουν σύννεφα σκόνης άμμου –ραδιενεργά;– να διασχίζουν τη Μεσόγειο προς την Ευρώπη, ενώ μια φωτογραφία από τη βρετανική εφημερίδα The Guardian δείχνει τον ποταμό Σον καλυμμένο με “πορτοκαλί” άμμο από την αλγερινή Σαχάρα.
Πάνω από πέντε δεκαετίες μετά από αυτές τις εκρήξεις, παρά την “πρόχειρη” ταφή των εξοπλισμών, των εργαλείων και των υλικών, που θάφτηκαν βιαστικά κάτω από την άμμο, “ο άνεμος και οι κάτοικοι (πολλοί άνθρωποι από τις γύρω περιοχές έχοντας περισυλλέξει υλικό παρά τις απαγορεύσεις) έχουν ξεθάψει ορισμένα από αυτά τα τοξικά κατάλοιπα“, διαπιστώνει η συγγραφέας, προσθέτοντας “ότι δεν έγινε τίποτα για την απομόλυνση αυτών των τοποθεσιών και την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος των πληθυσμών της Σαχάρας“. Διασταυρωμένες μαρτυρίες, ταινίες και συνεντεύξεις αποκαλύπτουν ότι οι συνέπειες των εκρήξεων ήταν καταστροφικές για τους γύρω πληθυσμούς· έτσι, η συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένα μέρος του πληθυσμού του Μερτουτέκ, ενός χωριού που βρίσκεται περίπου εξήντα χιλιόμετρα δυτικά του βουνού Ταν Αφέλα, σκοτώθηκε, τυλιγμένο από το ραδιενεργό σύννεφο του εν λόγω “ατυχήματος του Μπερίλ”· οι επόμενες γενιές, όπως και το περιβάλλον τους, το έδαφος, το νερό, τα ζώα, η βλάστηση, παραμένουν βαριά επηρεασμένα.
Το Αποικιακή Τοξικότητα. Τεκμηριώνοντας το ραδιενεργό τοπίο στη Σαχάρα είναι ένα συγκλονιστικό έργο που υπενθυμίζει με ωφέλιμο τρόπο γεγονότα γνωστά και ήδη τεκμηριωμένα. Η τελεσίδικη διαπίστωση των γεγονότων δεν ωθεί τη συγγραφέα στην εξέταση των πολιτικών συνεπειών που αναμένονταν από τις γαλλικές αρχές. Καταγράφει με πραγματικά στοιχεία την αποδεδειγμένη ευθύνη των τελευταίων, η οποία, σε ένα άλλο πλαίσιο, θα επέσυρε κυρώσεις από το διεθνές δίκαιο. Η ευθύνη των αλγερινών αρχών αμέσως μετά την ανεξαρτησία δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση με διαφορετικό τρόπο. Αναμφίβολα, οι αρχές αυτές ήταν αντιμέτωπες με τεράστιες προκλήσεις σε μια χώρα που είχε μόλις εξέλθει από πρωτοφανείς αποικιακές βιαιότητες. Ωστόσο, αν και ήταν ενήμεροι για τις γαλλικές πυρηνικές δοκιμές, ακόμη και αν δεν κατέφυγαν στην πολιτική της στρουθοκαμήλου, τουλάχιστον οι Αλγερινοί αξιωματούχοι δεν είχαν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα και την έκταση των όσων συνέβαιναν στη Σαχάρα. Ο Ροζέ Ροτ, Ευρωπαίος της Αλγερίας, ο οποίος ορίστηκε από τον Μπεν Μπελά ως πρόεδρος της πρώτης αλγερινής συντακτικής συνέλευσης μετά την παραίτηση του Φερχάτ Αμπάς, αφηγείται, σύμφωνα με μια πανεπιστημιακή διατριβή της εγγονής του, ότι ενώ φοβόταν μήπως τον “λιντσάρουν” τα μέλη της συνέλευσης την ημέρα της έκρηξης της βόμβας στη Ρεγκάν, έλαβε αντιθέτως λόγια παρηγοριάς από τον Μπεν Μπελά.
“Η Αλγερία άρρωστη από τις γαλλικές πυρηνικές δοκιμές” ήταν ο τίτλος μιας κριτικής αυτού του έργου από ένα αναγνωρισμένο γαλλικό πολιτιστικό περιοδικό. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι και η Γαλλία είναι άρρωστη, αλλά εκείνη φαίνεται να πάσχει από μια μάλλον ντροπιαστική ασθένεια, που αποσιωπήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η συγγραφέας, ως ιστορικός, αναδεικνύει τα μικρά βήματα προόδου, κυρίως από την πλευρά της κοινωνίας των πολιτών, στην αντιμετώπιση του ζητήματος της τοξικότητας των αποικιακών βιαιοτήτων (πυρηνικές δοκιμές, αλλά και χημικά όπλα και γενικότερα μη συμβατικά όπλα, για τα οποία η αλγερινή Σαχάρα αποτέλεσε το πεδίο πειραματισμού και ο αλγερινός πληθυσμός το θύμα). Είναι καιρός να ξεπεραστούν οι στείρες αντιπαραθέσεις που επισκιάζουν τα πραγματικά προβλήματα, και οι πολιτικοί ηγέτες να καθίσουν μαζί στο ίδιο τραπέζι για να αντιμετωπίσουν αυτά τα ζητήματα προς όφελος των πληθυσμών που επηρεάζονται.
Δείτε ακόμα στο Αλμανάκ:
Πού βρίσκονται οι ατομικές βόμβες;
Giorgio Agamben: Ο πυρηνικός πόλεμος και το τέλος της ανθρωπότητας















