Σε ένα ξενοδοχείο του Σικάγου, μέσα στην εβδομάδα του Expo Chicago, περίπου 400 άνθρωποι βρέθηκαν σε μια φιλανθρωπική βραδιά όπου για ώρες δεν επιτρεπόταν να μιλήσουν. Κρατούσαν ποτήρια, σημειωματάρια και στυλό, περνούσαν από δωμάτιο σε δωμάτιο, παρακολουθούσαν περφόρμανς και εγκαταστάσεις και δοκίμαζαν να επικοινωνήσουν χωρίς τη φυσική άνεση της φωνής. Η ετήσια βραδιά της Renaissance Society μετατράπηκε έτσι σε κάτι πιο παράξενο από ένα συνηθισμένο gala: σε μια άσκηση αμηχανίας, παρατήρησης και κοινωνικού αυτοελέγχου.
Αυτή είναι ίσως η πιο καθαρή εικόνα του σημερινού Μαουρίτσιο Κατελάν. Ο εύκολος τρόπος να τον διαβάσει κανείς είναι ως τον καλλιτέχνη της χρυσής τουαλέτας και της μπανάνας στον τοίχο, έναν μάστορα της πρόκλησης που ξέρει να βάζει τον εαυτό του στην επικαιρότητα. Μόνο που αυτή τη φορά το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται σε ένα μεμονωμένο εύρημα. Βρίσκεται στο ότι, μέσα σε λίγες εβδομάδες, ο Κατελάν έστησε μια σειρά από σκηνές που μοιάζουν διαφορετικές αλλά υπακούν στην ίδια λογική: τη βουβή βραδιά στο Σικάγο στις 8 Απριλίου, τη γραμμή εξομολόγησης που λειτούργησε από 2 έως 22 Απριλίου, τη δημόσια συμβολική «άφεση» στις 23 Απριλίου και την επανέκδοση του La Nona Ora σε 666 αντίτυπα.
Στο Σικάγο, αυτή η λογική φάνηκε γυμνή. Η σιωπή δεν κατήργησε το κοινωνικό θέαμα του χώρου της τέχνης. Το έκανε πιο ορατό. Τα δωμάτια του ξενοδοχείου γέμισαν με μικρές περφόρμανς, ζωντανά πορτρέτα, μαγικά κόλπα χωρίς μπλα-μπλα, αλλόκοτες φιγούρες και καλοντυμένους καλεσμένους που έγραφαν ο ένας στον άλλο αστεία, υπονοούμενα και σχόλια. Η βραδιά δεν έγινε πιο «καθαρή» ή πιο πνευματική επειδή έλειψε η φωνή. Εγινε πιο εκτεθειμένη. Εκεί όπου συνήθως δουλεύουν η κοινωνική ευκολία, η φλυαρία και το χαλαρό κουτσομπολιό, ο Κατελάν άφησε μόνο το βλέμμα, τη χειρονομία και τον χρόνο.
Φωτ.: Noah Sheldon
Αυτό είναι και το σημείο όπου παύει να μοιάζει απλώς με σκανδαλοποιό. Ο Κατελάν δεν ενδιαφέρεται μόνο να βάλει ένα αλλόκοτο αντικείμενο στο κέντρο της προσοχής. Τον ενδιαφέρει να οργανώσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες το κοινό θα νιώσει αμηχανία, συνενοχή, περιέργεια ή έλξη. Το έργο του δεν τελειώνει στο αντικείμενο. Απλώνεται στον τρόπο που κυκλοφορεί μια εικόνα, στη συμπεριφορά που τη συνοδεύει, στη δημόσια ένταση που τη μετατρέπει σε γεγονός. Γι’ αυτό και η τέχνη του μοιάζει συχνά λιγότερο με σταθερό αντικείμενο και περισσότερο με ιστορία που αλλάζει συμφραζόμενα κάθε φορά που μετακινείται.
Η γραμμή εξομολόγησης είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική κίνηση αυτού του κύκλου. Δεν ζητά από τον θεατή να σταθεί απλώς μπροστά σε ένα έργο. Τον καλεί να μπει μέσα σε μια δομή που θυμίζει ταυτόχρονα θρησκευτικό τελετουργικό, performance και δημόσιο παιχνίδι εξομολόγησης. Οποιος ήθελε μπορούσε να τηλεφωνήσει ή να στείλει ηχητικό μήνυμα και να εξομολογηθεί τις αμαρτίες του, με κάποιους συμμετέχοντες να επιλέγονται έπειτα για μια συμβολική «άφεση». Το timing με το Πάσχα και με την επέτειο του θανάτου του Ιωάννη Παύλου Β’ έκανε ακόμα καθαρότερο το πεδίο όπου κινείται ο Κατελάν: όχι μόνο στα θρησκευτικά σύμβολα, αλλά στις ίδιες τις δομές της ενοχής, της ομολογίας και της ανάγκης για κάθαρση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πεσμένος Πάπας του La Nona Ora δεν επιστρέφει σαν παλιό σκάνδαλο που ανασύρεται από το αρχείο. Επιστρέφει σαν εικόνα που δεν έπαψε ποτέ να είναι χρήσιμη. Ο ίδιος ο Κατελάν έχει πει ότι δεν τον ενδιέφερε ο Πάπας ως πρόσωπο αλλά η εικόνα της εξουσίας στο πιο εύθραυστο σημείο της. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει το έργο να ακούγεται ξανά σημερινό: όχι μόνο επειδή προκαλεί, αλλά επειδή συμπυκνώνει σε μία φιγούρα την πίστη, την κατάρρευση, τη συμβολική ισχύ και την ανθρώπινη αδυναμία. Το 666 των νέων αντιτύπων λειτουργεί έτσι όχι μόνο ως πρόκληση αλλά και ως υπενθύμιση ότι ο Κατελάν ξέρει να επαναφέρει ένα σύμβολο ακριβώς τη στιγμή που το κοινό πιστεύει πως το έχει ήδη εξαντλήσει.
Το ίδιο ισχύει και για την America, τη χρυσή τουαλέτα που από το μουσείο πέρασε στην κλοπή, στην αστυνομική υπόθεση, στη δημοπρασία και στη δεύτερη ζωή της ως ευρύτερο λαϊκό αφήγημα. Στον κόσμο του Κατελάν, μια τέτοια πορεία δεν μοιάζει με παρεξήγηση του έργου αλλά με κανονική επέκτασή του. Το αντικείμενο μετακινείται, αλλάζει χέρια, αποκτά νέες σημασίες και συνεχίζει να παράγει ιστορίες. Η ζωή του έργου έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη στατική του ύπαρξη. Κι αυτό είναι ίσως το σημείο όπου ο Κατελάν καταλαβαίνει πιο καθαρά από πολλούς συγχρόνους του πώς λειτουργεί σήμερα η τέχνη: όχι μόνο ως αντικείμενο, αλλά και ως φήμη, διαμάχη και δημόσια κυκλοφορία.
Γι’ αυτό και ο φετινός του Απρίλιος δεν μοιάζει με σειρά από έξυπνα ευρήματα αλλά με ενιαίο σύστημα. Σιωπή, ενοχή, πίστη, αγορά, κοινωνικότητα, θέαμα: όλα αυτά δεν εμφανίζονται εδώ ως χωριστά θέματα αλλά ως συγκοινωνούντα δοχεία. Ο Κατελάν δεν προσπαθεί να λύσει τις αντιφάσεις τους. Τις οργανώνει. Τις βάζει να λειτουργήσουν μαζί και να παράγουν μια δημόσια εμπειρία που είναι ταυτόχρονα αστεία, σκοτεινή, ελαφρώς άβολη και πολύ πιο ακριβής απ’ όσο δείχνει στην επιφάνεια.
Κάπου εκεί βρίσκεται και η αντοχή του στο χρόνο. Ο Κατελάν δεν είναι μόνο ένας καλλιτέχνης με ένστικτο για δημοσιότητα. Είναι ένας σκηνοθέτης τελετουργιών για μια εποχή που δεν πιστεύει πια ολοκληρωμένα ούτε στην τέχνη ούτε στη θρησκεία ούτε στην αγορά, αλλά συνεχίζει να συμμετέχει σε όλες αυτές τις σκηνές σαν να πιστεύει. Γράφει σε σημειωματάρια αντί να μιλά. Παίρνει τηλέφωνο για να εξομολογηθεί. Στέκεται μπροστά σε έναν πεσμένο Πάπα. Ο Κατελάν δεν υπόσχεται λύτρωση από αυτές τις αντιφάσεις. Εχει απλώς καταλάβει ότι εκεί ακριβώς ζει σήμερα το κοινό.
Και συνεχίζει να το σκηνοθετεί.















