Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Στα 20 χρόνια που πέρασαν είδα 100άδες παραστάσεις. Αυτή θα μου μείνει αξέχαστη


Αντιγόνη Καράλη, δημοσιογράφος
Τρωάδες
Σκην. Θόδωρος Τερζόπουλος, Αρχαίο Θέατρο των Δελφών

Ανεβαίνοντας τον χωμάτινο δρόμο προς το Αρχαίο Θέατρο των Δελφών, κάτι είχε ήδη αρχίσει. Το λυκόφως. Η πρώτη ματιά στη δελφική κοιλάδα. Η αναμονή. Σαν ο τόπος να διεκδικούσε τον δικό του ρόλο προτού ακόμη ακουστεί η πρώτη λέξη. Και όταν η ανθρώπινη φωνή αναδύθηκε από τη σιωπή, δεν έμοιαζε να έρχεται μόνο από την ορχήστρα. Έβρισκε χώρο μέσα στην πέτρα, άνοιγε προς τα βουνά που βυθίζονταν στο βάθος, γινόταν μέρος της ίδιας ανάσας. Οι αναπνοές, οι παύσεις, η σιωπή, ακολουθούσαν τον ίδιο ρυθμό με το φως που έσβηνε αργά πάνω από τον ελαιώνα. Οι Τρωάδες του Θόδωρου Τερζόπουλου βρήκαν στους Δελφούς κάτι περισσότερο από έναν τόπο παρουσίασης. Η είσοδος της Εκάβης, με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη να διαταράσσει την αυστηρή γεωμετρία των ομόκεντρων κύκλων που σχημάτιζαν οι στρατιωτικές αρβύλες, άλλαζε ακαριαία την ισορροπία της εικόνας. Το ανθρώπινο σώμα απέναντι στη μνήμη του πολέμου. Καθώς το δελφικό ανάγλυφο βυθιζόταν στο σκοτάδι, η τραγωδία έπαυε να ανήκει μόνο στον Ευριπίδη. Τα ονόματα των αγνοουμένων περνούσαν από γλώσσα σε γλώσσα χωρίς να χρειάζονται μετάφραση. Και όταν, στο τέλος, ο Χορός επαναλάμβανε «θα ’ρθει μια μέρα» και η Εκάβη απαντούσε «ε, να ’ρθει μια μέρα», δεν ακουγόταν σαν επίλογος. Περισσότερο σαν μια υπόσχεση που έμενε να αιωρείται, ακόμη κι όταν όλα είχαν πια σωπάσει.

Δημήτρης Δημητριάδης, συγγραφέας
Το Ύστατο Σήμερα
Σκην. Λευτέρης Βογιατζής, Θέατρο της Οδού Κυκλάδων

Τον Οκτώβριο τού 2009, ο Λευτέρης Βογιατζής σκηνοθέτησε στη Νέα Σκηνή (σήμερα Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – «Λευτέρης Βογιατζής») την παράσταση Το ύστατο σήμερα του Χάουαρντ Μπάρκερ, σε μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη. Το μονόπρακτο, γραμμένο το 2004, είναι το δεύτερο έργο του Μπάρκερ που εμπνέεται από την ελληνική αρχαιότητα. Βασίζεται σε ένα ήσσονος σημασίας μύθευμα, σύμφωνα με το οποίο το πρώτο ανεπίσημο μήνυμα της καταστροφής των Αθηναίων στη Σικελία έφτασε σ’ ένα κουρείο του Πειραιά από έναν ξένο. Τα πρόσωπα του έργου είναι ο ανώνυμος κουρέας και ο Δνείστερ, ο ξένος. Ο Λευτέρης Βογιατζής στον ρόλο του κουρέα, με τον Δημήτρη Ήμελλο στον ρόλο του Δνείστερ, σκηνοθέτησε το έργο τού Μπάρκερ, δημιουργώντας μια συνεχή αντιστοιχία μεταξύ του κειμένου και της παραμικρής λεπτομέρειας του σκηνικού χώρου, μέσα στον οποίο οι δύο ερμηνευτές συνδιαλέγονται όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και με όλο τον αντικειμενικό περίγυρο, εξασφαλίζοντας ένα σκηνικό γεγονός όπου τα πάντα δικαίωναν την επιλογή τους. Η παράσταση εκείνη συγκέντρωνε, κατά τη γνώμη μου, όλες τις προϋποθέσεις ώστε η ανάγνωση του έργου από τον Βογιατζή να φτάσει στην εξαντλητική ανάδειξη των γλωσσικών και νοηματικών συστατικών που συνιστούν την ταυτότητα τού κειμένου. Από αυτή την ανάγνωση βγήκαν κερδισμένοι τόσο το έργο όσο και όλοι οι συντελεστές της.

Εύα Μανιδάκη, σκηνογράφος
Γκόλφω
Σκην. Νίκος Καραθάνος, Εθνικό Θέατρο

Οι αγαπημένες παραστάσεις δεν είναι πάντα οι πιο εντυπωσιακές! Είναι εκείνες που με έναν σχεδόν ανεπαίσθητο τρόπο αλλάζουν λίγο τον τρόπο που κοιτάζεις τον κόσμο. Θα προτιμούσα να μιλήσω για παραστάσεις που με έχουν συγκινήσει ως θεατή. Τις δικές μου τις αφήνω εκτός. Η σχέση μαζί τους είναι άλλη· είναι κομμάτι της ζωής μου και τις κουβαλάω όλες μέσα μου. Επιλέγω την Γκόλφω. Γιατί το βλέμμα του Καραθάνου, στο βουκολικό δράμα του Σπυρίδωνα Περεσιάδη, μου χτύπησε στην καρδιά. Γιατί τον «Ύμνο στην Αγάπη «της Λένας (σ.σ. Κιτσοπούλου), κάθε φορά που τον ακούω από τη Λυδία, παθαίνω. Γιατί η μουσική του Άγγελου (σ.σ. Τριανταφύλλου) με ανεβάζει στον ουρανό. Γιατί τα σκηνικά και τα κοστούμια της αξέχαστης Έλλης (σ.σ. Παπαγεωργακοπούλου) ήταν ένας κόσμος κατοικημένος, ένας τόπος όπου η μνήμη και το όνειρο έγιναν ένα. Γιατί ήταν η Γκόλφω της Εύης Σαουλίδου και ο Τάσος του Χάρη Φραγκούλη. Γιατί οι σιωπές και οι ανάσες τους δημιούργησαν έναν ζωντανό παλμό μέσα μου. Γιατί βγήκα από το θέατρο λίγο διαφορετική απ’ ότι μπήκα.

Στα 20 χρόνια που πέρασαν είδα 100άδες παραστάσεις. Αυτή θα μου μείνει αξέχαστη Facebook Twitter
Σπυρίδων Περεσιάδης, Γκόλφω. Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος. Εθνικό Θέατρο 2013-2014. Φωτ.: Εύη Φυλακτού

Χαρά Ζούμα, publicist
Goodbye, Lindita
Σκην. Μάριο Μπανούσι, Εθνικό Θέατρο

Ένα κείμενο εντελώς προσωπικό για μια παράσταση που σταμάτησε τον χρόνο. Τρία χρόνια μετά από τη νύχτα που είδα το Goodbye, Lindita και μπήκα για πάντα στον μαγικό κόσμο του Μάριο Μπανούσι. Όσο περνούν τα χρόνια δυσκολεύομαι να εμποδίσω το μυαλό μου να κάνει ατελείωτο scrolling στα γεγονότα της ημέρας και σε όσα περιμένουν ανυπόμονα να συντελεστούν ως επιθυμίες, υποχρεώσεις, ανικανοποίητα. Αλλά εκείνη τη νύχτα, όταν μπήκαν οι ηθοποιοί στο σκηνικό-σπίτι του παππού μου, ναι, αυτό ήταν, θαρρώ όλα σταμάτησαν. Ένιωθα, άκουγα τη σιωπή, έβλεπα στον καθρέφτη που είχε στήσει ο Μπανούσι εικόνες τόσο οικείες. Το πώς δίπλωνε τα καθαρά ρούχα η γιαγιά μου, μια κίνηση πάντα ίδια που με ησύχαζε. Τον παππού μου να ξαπλώνει μετά το καφενείο, το καθημερινό σκούπισμα των πεσμένων γιασεμιών στην αυλή, το τραπέζι δίπλα στο παράθυρο για να πίνουν τον καφέ τους, τη μικρή ιεροτελεστία των καθημερινών πράξεων. Μια μάνα, τρεις κόρες, ένας πατέρας – λιμενεργάτης, μια γειτόνισσα, μια φίλη της μεγάλης κόρης. Τόσα άτομα χρειάζονται για να συντελεστεί μια τραγωδία και μια απλή ζωή. Θυμάμαι τη σκηνή με το νερό στη γυάλινη «σκάφη», τον εξαγνισμό. Στο κλειστό δωμάτιο του Μπανούσι βρήκα την παιδική μου ηλικία, τα νιάτα της μάνας μου, τους ανθρώπους που περνάει η ζωή τους σαν να είναι συνηθισμένοι αλλά καθόλου έτσι δεν είναι. Το πρώτο κύτταρο, το πρώτο φιλί, το πρώτο κλάμα, ο πρώτος αποχωρισμός. Όλα ήταν εκεί, για όποιον είχε μάτια να τα δει.

Μιχάλης Μιχαήλ, Editon In Chief, LifO
Εγώ ο Θουκυδίδης, ένας Αθηναίος
Σκην. Άννα Κοκκίνου

Έχω την τιμή να γνωρίζω την Άννα Κοκκίνου και να έχω μια εικόνα του τι σημαίνει για αυτήν τη σπουδαία διανοούμενη (από τους ελάχιστους ανθρώπους στην πόλη μας που μπορείς να το πεις αυτό) το ανέβασμα μιας παράστασης. Η Άννα δεν αρκείται στη μελέτη του θεατρικού κειμένου, ούτε στα sos γύρω από αυτό. Η Άννα βουτάει σε βαθιά νερά και δεν ησυχάζει μέχρι να ξεκλειδώσει και το τελευταίο νόημα, να κατανοήσει τα πάντα. Οι αναφορές είναι μνημειώδεις. Πέρα από τα κείμενα είναι και οι αισθητικές αναφορές. Μια λεπτομέρεια σε έναν πίνακα, μια σκηνή από μια ταινία, το χώμα της Γαύδου. Τι πετυγχαίνει; Θα σας πω. Κανένας άλλος ηθοποιός δεν μεταφέρει το κείμενο στον θεατή όπως η Κοκκίνου. Οι λέξεις καρφώνονται στο μυαλό σου, το κείμενο λάμπει στο Θέατρο Σφενδόνη και βλέπεις, παρά τις ενστάσεις σου, ότι η λογοτεχνία μπορεί να γίνει θεατρική παράσταση. Βιζυηνός, Σίνγκ, Χατζής, Χατζηγιαννίδης ήρθε και η σειρά του Θουκυδίδη, στη μετάφραση του Νίκου Σκουτερόπουλου (Πόλις). Στην παράσταση της Κοκκίνου ο Θουκιδίδης (ή μήπως κάποιος άλλος; Ένας αγγελιοφόρος;) έρχεται από το μέλλον. Θυμίζει ελαφρώς τον Ψαλιδοχέρη του Τιμ Μπάρτον, κινείται στη σκηνή με μια καρέκλα με τροχούς, μελετά το laptop του και έχει ένα ζευγάρι μεταλικά, πανέμορφα σχεδιασμένα στην εντέλεια και απολύτως λειτουργικά φτερά, τα οποία δημιούργησε για την παράσταση ο εφευρέτης Δημήτρης Κορρές. Μεταφέρω τις σκέψεις της Αργυρώς Μποζώνη για την παράσταση από το μακρινό 2014: «Αυτή η παράσταση, δεν είναι ακριβώς “παράσταση”. Η σύλληψή της ξεπερνά το μέσο για το οποίο φτιάχτηκε, με το οποίο ήθελε να συνομιλήσει. Ξεπερνά το θέατρο, υπηρετώντας το. Τι ον είναι αυτό που μας μιλά; Είναι σαν μια φουτουριστική σφίγγα, η Άννα Κοκκίνου, καθισμένη σε ένα αμαξίδιο με μεταλλικά πελώρια φτερά, ένα πρόσωπο που έρχεται από παλιά, από μακριά, οδηγώντας μια μηχανή πολέμου για να ιστορήσει με τη σειρά της με πολλές φωνές τους ήρωες που είναι όλοι πια δικαιωμένοι. Όμως η φωνή της είναι διαυγής, είναι το σήμερα που δεν αναπαριστά την ιστορία, την πηγαίνει μπροστά, την τοποθετεί στο αύριο. Δεν είναι απλώς σπουδαία ηθοποιός η Άννα Κοκκίνου.  Είναι μια σπουδαία Ευρωπαία ηθοποιός. Κάθε φορά μου θυμίζει κάτι διαφορετικό. Μου έχει χαϊδέψει το κεφάλι με τον Βιζυηνό και τώρα με σπρώχνει να βρω μια ρίζα στον Μπέκετ. Σε αυτή την παράσταση είναι και μια σπουδαία περφόρμερ. Χειρίζεται όλα τα μέσα με τα δυο χέρια και τη φωνή της. Γιατί μου αρέσει αυτό το θέατρο; Γιατί αυτό είναι ένα πρότζεκτ νέων μέσων. Θα μπορούσε να γυρίσει όλο τον κόσμο  αυτή την ιστορία. Είναι μια άριστη, ευφυής, δαιμόνια σε σύλληψη “εφαρμογή του Θουκυδίδη”, μέσα στην ιστορία, την τέχνη και την τεχνολογία». Πέρα από την αξία της παράστασης για όλους εμάς τους ενήλικους θεατές, να αναφέρουμε πως με τη βοήθεια της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση η παράσταση παίχτηκε σε πολλά σχολεία. 

Αναστασία Καμβύση, δημοσιογράφος
Ρωμαίος & Ιουλιέτα για 2
Σκην. Κώστας Γάκης, Αθηνά Μουστάκα, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Θέατρο 104

Μια χειροποίητη παράσταση από τρεις ρομαντικούς –ο καθένας με τον τρόπο του– ηθοποιούς, τρία ξωτικά που είδαν το αριστούργημα του Σαίξπηρ ως μια ιστορία φαντασμάτων με οργανοπαίχτη τον Θάνατο. Εφευρετικότητα, καταιγιστικός ρυθμός και μεθοδική «τρέλα» συνδυάστηκαν θαυμαστά για να διασκεδάσουν, να συγκινήσουν και, τελικά, να μας θυμίσουν από τι είναι φτιαγμένο το θέατρο. Η Αθηνά Μουστάκα και ο Κωνσταντίνος Μπιμπής –μια Παραμάνα-όνειρο– εναλλάσσονται ατρόμητοι σε όλους σχεδόν τους ρόλους του έργου, ενώ, μαζί τους, επί σκηνής, παίζει μουσική ο Κώστας Γάκης. Την ομάδα τους την είπαν «Ιδέα» και η ιδέα τους, που ταξίδεψε στα θεατρικά φεστιβάλ του κόσμου και αγαπήθηκε πολύ, μου καρφώθηκε στο μυαλό τόσο έντονα, ώστε την είδα εφτά φορές, σε διάφορα θέατρα της Αθήνας. Ωστόσο, για να ξεχωρίσω αυτή την παράσταση, έκανα την καρδιά μου πέτρα. Μέσα της έκλεισα την Γκόλφω του Νίκου Καραθάνου, το Μόνος με τον Άμλετ με τον Αιμίλιο Χειλάκη, το Στέλλα Κοιμήσου του Γιάννη Οικονομίδη και, βέβαια, μια παράσταση που γεννιέται κάτω από τα ίδια αστέρια με τη LiFO, το «2» του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Παραμένω ευγνώμων στο Φεστιβάλ Αθηνών, που μας χάρισε τους Εφήμερους της Αριάν Μνουσκίν και του Théâtre du Soleil και τον Άμλετ του Τόμας Όστερμαϊερ και της Schaubühne.

Ηρώ Παστρικού, υπεύθυνη επικοινωνίας
«Αγαμέμνων» του Αισχύλου
Σκην. Ούλριχ Ράσε, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Τα τελευταία χρόνια η τύχη –και, ακόμη περισσότερο, η γενναιοδωρία της αγαπημένης μου φίλης Μαρίας– μου χάρισαν ένα πολύτιμο προνόμιο: να περνώ κάποια καλοκαιρινά τριήμερα στο Ναύπλιο. Κι όταν βρίσκεσαι εκεί τις μέρες του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η διαδρομή προς το αρχαίο θέατρο μοιάζει σχεδόν μονόδρομος, ένα επαναλαμβανόμενο προσκύνημα. Έτσι, είχα την τύχη να παρακολουθήσω σπουδαίες παραστάσεις. Ανάμεσά τους, ο Αγαμέμνων του Ούλριχ Ράσε που δεν ήταν απλώς μια παράσταση που με εντυπωσίασε· ήταν μια εμπειρία που με συγκλόνισε και εξακολουθεί να επιστρέφει στη μνήμη μου ως μία από τις σημαντικότερες θεατρικές στιγμές που έχω ζήσει.

Ίσως η δύναμή της να οφείλεται και στη στιγμή που παρουσιάστηκε: βγαίναμε από τη σιωπή και την απομόνωση της πανδημίας και παρακολουθούσαμε τον πόλεμο να επιστρέφει στην Ευρώπη, στην Ουκρανία. Ο Ράσε δεν επιχείρησε να «εκσυγχρονίσει» τον Αισχύλο αλλά δημιούργησε μια σκηνική γλώσσα που έκανε την τραγωδία τρομακτικά επίκαιρη. Η αυστηρή γεωμετρία της περιστρεφόμενης σκηνής, η αδιάκοπη κίνηση του Χορού, ο παλμός των ζωντανών κρουστών και η σωματική δοκιμασία των ηθοποιών συνέθεταν μια εμπειρία σχεδόν υπνωτική. Για λίγες ώρες ο χρόνος έμοιαζε να καταργείται. Εκεί κατάλαβα πως η μεγάλη τραγωδία δεν ανήκει στο παρελθόν· μιλά πάντοτε για το παρόν. Ανεξίτηλη μέσα μου έμεινε και η συγκλονιστική Κλυταιμνήστρα της Πία Χέντλερ, μιας γυναίκας-ηγέτιδας που κουβαλούσε ολόκληρο το βάρος της ιστορίας στους ώμους της. Γήινη, αγέρωχη και βαθιά προσηλωμένη στον σκοπό της, δεν ζητούσε τη συμπόνια του θεατή αλλά απαιτούσε να ακουστεί. Κουβαλούσε το τραύμα της θυσίας της Ιφιγένειας και τη βεβαιότητα πως η δικαιοσύνη δεν θα ερχόταν ποτέ αν δεν την απέδιδε η ίδια. Μια γυναίκα που αρνείται να σωπάσει, που διεκδικεί τη δική της φωνή απέναντι στην εξουσία και στην Ιστορία. Ίσως γι’ αυτό θυμάμαι περισσότερο τη μορφή της πάνω στη σκηνή παρά τα ίδια της τα λόγια.

Στα 20 χρόνια που πέρασαν είδα 100άδες παραστάσεις. Αυτή θα μου μείνει αξέχαστη Facebook Twitter
Εγώ ο Θουκυδίδης, ένας Αθηναίος. Σκηνοθεσία Άννα Κοκκίνου. Θέατρο Σφενδόνη. Φωτ.: Σπύρος Στάβερης.

Μαρίνα Τσικλητήρα, δημοσιογράφος
Η Aπόσταση
Σκην. Τιάγκο Ροντρίγκες, Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Ένας πατέρας και μια κόρη σε διαφορετικούς πλανήτες. Επικοινωνούν με μηνύματα, με φωτογραφίες αόρατες, με αναμνήσεις που μοιάζουν να έχουν τεράστια σημασία και, την ίδια στιγμή, καμία. Το σκηνικό, μινιμαλιστικό. Ο Τιάγκο Ροντρίγκες εξοπλίζει τη φαντασία μας με ελάχιστα στοιχεία – από εδώ η Γη, από εκεί ο Άρης. Η σκηνή περιστρέφεται σαν Ιστορία που κάνει κύκλους και η απόσταση, αβάσταχτα υπαρκτή τη μία στιγμή, την επόμενη μηδενίζεται. Τι είναι 225 εκατομμύρια χιλιόμετρα μεταξύ ενός πατέρα και μιας κόρης που αγαπιούνται; Αγαπιούνται πράγματι; Εκείνος έχει γραπωθεί απελπισμένα από εκείνο που γνωρίζει, τον κατεστραμμένο τόπο, τον χρόνο, το συγγενικό αίμα. Φοβάται, τη θέλει κοντά του. Εκείνη, όμως, ψάχνει διέξοδο σε ένα σύμπαν που δεν έχει ακόμα αναλωθεί σε πολέμους και οικολογικές πανωλεθρίες. Οι γονείς μένουν στο παρελθόν, τα παιδιά φεύγουν προς το μέλλον. Αυτός είναι ο δρόμος τους, αν είναι αρκετά γενναίοι να τον ακολουθήσουν. Και η γενναιότητα να απαρνηθείς αυτό που αγαπάς περισσότερο στον κόσμο για μια ελπίδα, αυτή ακριβώς είναι η αγάπη. Είναι η Απόσταση του Ροντρίγκες η καλύτερη παράσταση που είδα την τελευταία εικοσαετία; Ναι, αν μετρήσω τις δονήσεις, την εκκωφαντική συγκίνηση μέσα μου και γύρω μου, τις φράσεις και τις σκέψεις που λαχτάρησα να κρατήσω για πάντα. Ναι, αν θυμηθώ για πόσες ώρες μετά δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Ήξερα μόνο πόσο δικό μου ήταν όλο αυτό, πόσο απόλυτα με αφορούσε, ως πολίτη, ως κάτοικο της Γης, ως μητέρα, ως κόρη ενός πατέρα που δεν υπάρχει πια και που, όταν έπρεπε, με άφησε να φύγω.

Γιώργος Παπαγιαννάκης, θεατρολόγος
Μεφίστο
Σκην. Νίκος Μαστοράκης, Εθνικό Θέατρο

Ο Νίκος Μαστοράκης, μέσα από το εμβληματικό έργο του Κλάους Μαν και σε μια εποχή έξαρσης της ακροδεξιάς ρητορικής, συνομίλησε ανοιχτά και σε βάθος με καλλιτέχνες και κοινό για τους δεσμούς μεταξύ τέχνης και πολιτικής, για το ζήτημα της συνείδησης, της ευθύνης και των ορίων ελευθερίας του καλλιτέχνη. Κλείνοντας κάθε δίοδο στον διδακτισμό και στα κηρύγματα, κράτησε τη σκηνική του πραγματικότητα θωρακισμένη από την εσωτερική φόρτιση του θεατή εκείνων των σκοτεινών ημερών, αναδεικνύοντας την αυτονομία της καλλιτεχνικής δημιουργίας που στοχάζεται και αποκωδικοποιεί νηφάλια στο υπέδαφος της πραγματικότητας. Πλέκοντας έναν ιστό από τον ρεαλισμό και τον γερμανικό εξπρεσιονισμό μέχρι και το μελόδραμα, αποκρυστάλλωσε μια σύνθεση που μεταβόλιζε τις ανησυχίες της αληθινής ζωής και μετέπλαθε τις αγωνίες και τους φόβους μιας ταραγμένης περιόδου σε καλλιτεχνικό ξέφωτο. Ο Χέντρικ Χέφγκεν του Θάνου Τοκάκη, ως νέος Φάουστ, ακολούθησε με σθένος τον βηματισμό ενός εξαντλητικού Stationendrama. Ο αείμνηστος Μηνάς Χατζησάββας, στον ρόλο του Τόμας Μπρίκνερ, εξέπεμπε απαράμιλλη σκηνική σοφία και εσωτερική λάμψη. Ο Χάρης Φραγκούλης έδωσε εκρηκτικά δείγματα βαθιά ιδιοσυγκρασιακής ερμηνείας, ενώ οι Βίκυ Βολιώτη, Κατερίνα Τάκαλου και Γιούλικα Σκαφιδά άφησαν ισχυρά ίχνη με τις δονούμενες παρουσίες τους.

Χαράλαμπος Γωγιός, συνθέτης
Μακμπέθ
Σκην. Γιώργος Γάλλος & Σταυρούλα Σιάμου, Θεάτρου του Νέου Κόσμου

Έχω την άποψη πως η δουλειά των θεατρικών παραστάσεων δεν είναι να «αφήνουν εποχή», πως δηλαδή οι παραστάσεις δεν είναι διαχρονικά «αντικείμενα» αλλά κομβικές στιγμές στον χωροχρόνο, όπου κάποιες δυναμικές γραμμές συντονίζονται για να δημιουργήσουν μια ανεπανάληπτη εμπειρία, ριζικά διαφορετική, ανάλογα με τον εκάστοτε θεατή και τη στιγμή που τον βρίσκει. Σύμμετρα, λοιπόν, με το ευεπίφορο της νεότητας στις διαμορφωτικές επιρροές, θα έλεγα πως η πιο αγαπημένη μου παράσταση των τελευταίων είκοσι ετών την είδα πριν από ακριβώς είκοσι χρόνια, το 2006, όταν δυο όχι κατ’ επάγγελμα σκηνοθέτες, ο Γιώργος Γάλλος και η Σταυρούλα Σιάμου, συσκηνοθέτησαν τον Μακμπέθ του Σαίξπηρ στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου με τρεις νέους τότε ηθοποιούς, τον Γιάννο Περλέγκα, τον Παντελή Δεντάκη – ο Γιώργος Γάλλος εμφανιζόταν ως λαίδη Μακμπέθ. Πρόκειται για μια παράσταση που με βρήκε στη σωστή στιγμή, διεγείροντας όλα τα θεατρικά μου φλόγιστρα: άδολη πίστη στον πυρήνα του θεατρικού κειμένου, έμφαση στη σκηνική χειρονομία και όχι στο θέαμα και στην επίδειξη, δραστική οικονομία μέσων, εμπιστοσύνη στην ανεξάντλητη ικανότητα του κλασικού να αναγεννάται: η φτώχεια ως θεατρική καλοπέραση. Πανδαισία σκηνικής ευφυίας, εξ όσων θυμάμαι.

Σταμάτης Κραουνάκης, συνθέτης – τραγουδοποιός
Μήδεια
Σκην. Πέτερ Στάιν, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Νομίζω ότι το πιο δυνατό πράγμα που έχω δει στην Επίδαυρο και η πιο δυνατή συγκίνηση που έχω εισπράξει είναι η Μήδεια του Πέτερ Στάιν με τη Μανταλένα Κρίπα. Από ένα ξύλινο εργατικό σπίτι, από ένα παράθυρο, φεύγει, ως πρώτο αίσθημα, μια κατσαρόλα. Θυμάμαι στις πρώτες σειρές να γελάνε ειρωνικά διάφορα διάσημα τηλεοπτικά ελληνόπουλα. Το σπίτι αυτό το πήρε ο σκηνογράφος του Στάιν από ένα λεύκωμα του Διονύση Φωτόπουλου. Βήμα βήμα, επεισόδιο επεισόδιο, η Μήδεια μαζεύει μαύρα σπόρια, μετά τα βάζει μες στο κατσαρόλι, τα κοπανάει με ένα γουδί, τα μαγειρεύει και στο τέλος βάφει εκεί το ρούχο που στέλνει πεσκέσι στη νύφη. Θυμάμαι μια συγκλονιστική στιγμή που ανοίγει η πόρτα απ’ το σπιτάκι, πάει να φύγει το ένα παιδί και ένα χέρι από πίσω το τραβάει μέσα και ξανακλείνει με θόρυβο την πόρτα. Ο Χορός, χωρίς ενόργανη συνοδεία –ίσως μια φλογέρα, αν θυμάμαι καλά–, τραγουδάει τρίφωνα και τετράφωνα μαγικά. Στη σκηνή της σφαγής πέφτει κάτω κρατώντας την κοιλιά και κάνοντας εμετό. Με τη σφαγή το σπιτάκι τρίζει. Στη στέγη απ’ τα ερείπια ο θρήνος του Ιάσονα. Ένας μεγάλος γερανός φέρνει τη Μήδεια στο άρμα, ενώ ταυτόχρονα όλη η σκηνή σηκώνεται. Ένας δίσκος με χιλιάδες δυνατούς προβολείς μάς τυφλώνει. Μεγάλη στιγμή για την Επίδαυρο. Όπως το ανακαλώ, επιβεβαιώνω πως είναι ό,τι καλύτερο έχω δει εκεί.

Στα 20 χρόνια που πέρασαν είδα 100άδες παραστάσεις. Αυτή θα μου μείνει αξέχαστη Facebook Twitter
Αντιγόνη του Σοφοκλή. Σκηνοθεσία: Λευτέρης Βογιατζής. Φεστιβάλ Επιδαύρου.
Στα 20 χρόνια που πέρασαν είδα 100άδες παραστάσεις. Αυτή θα μου μείνει αξέχαστη Facebook Twitter
Αντιγόνη του Σοφοκλή. Σκηνοθεσία: Λευτέρης Βογιατζής. Φεστιβάλ Επιδαύρου.

Γιάννης Οικονομίδης, σκηνοθέτης
Λιωμένο Βούτυρο
Σκην. Σίμος Κακάλας, Εθνικό Θέατρο

Το Λιωμένο βούτυρο σε κείμενο Σάκη Σερέφα με τους Μανώλη Μαυροματάκη, Έλενα Μαυρίδου και Θοδωρή Οικονομίδη, που παίχτηκε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, ήταν παραστασάρα! Καρφωμένη στη μνήμη και στις αισθήσεις μετά από τόσα χρόνια. Σπάνια το θέατρο με έχει κάνει να χάσω τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου· κάποιες (λίγες) παραστάσεις του Μαυρίκιου, του Παπαβασιλείου, του Βογιατζή, του Παλούμπη, της Μαυραγάνη, της Κιτσοπούλου. Με την πρώτη σκέψη, όμως, ανακαλώ την απίστευτη εμπειρία της παράστασης του Κακάλα. Και ναι, ναι, όταν το βλέμμα, το μυαλό και η καρδιά βρέθηκαν σε μια ευθεία, τότε συντελέστηκε το θαύμα. Από τη μια να παίζεται το Λιωμένο βούτυρο και από την άλλη εγώ ν’ απογειώνομαι και να πετάω, να πετάω, να πετάω.

Μαρία Τσολάκη, υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων
Στέλλα Κοιμήσου
Σκην. Γιάννης Οικονομίδης, Εθνικό Θέατρο

Λόγω δουλειάς, αλλά και από προσωπική ανάγκη, έχω παρακολουθήσει πάρα πολλές παραστάσεις τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αρκετές με ταρακούνησαν και με συγκίνησαν βαθιά. Συνδέθηκα μαζί τους. Αν πρέπει να ξεχωρίσω μία, αυτή είναι το Στέλλα Κοιμήσου του Γιάννη Οικονομίδη. Είναι η μοναδική παράσταση που έχω δει πέντε ή έξι φορές: στο Εθνικό Θέατρο, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε πριν από περίπου δέκα χρόνια, αργότερα στο θέατρο Τζένη Καρέζη και στη συνέχεια στο Θέατρο Βράχων. Είναι επίσης μια παράσταση την οποία δούλεψα ως υπεύθυνη επικοινωνίας, χωρίς η επαγγελματική μου εμπλοκή να μειώσει ποτέ τη δύναμη που είχε πάνω μου ως θεατή.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πώς αισθάνθηκα την πρώτη φορά που την είδα: σοκ, δέος, φόβο, οργή, δυσφορία, απόγνωση. Αυτό που συνέβαινε στη σκηνή ήταν τόσο δυνατό, τόσο ασφυκτικά αληθινό, ώστε για λίγη ώρα έμοιαζε να καταργείται κάθε απόσταση μεταξύ σκηνής και πραγματικότητας. Δεν παρακολουθούσαμε απλώς την ιστορία μιας οικογένειας, νιώθαμε ότι βρισκόμασταν παγιδευμένοι μέσα της. Κατά τη γνώμη μου, το Στέλλα κοιμήσου είναι μια παράσταση-σταθμός για το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Αποτύπωσε με σκληρότητα και ωμότητα τον οικογενειακό αυταρχισμό, την καταπίεση, τη βία και τους μηχανισμούς εξουσίας μιας ολόκληρης κοινωνίας. Με τις εξαιρετικές ερμηνείες του συνόλου των ηθοποιών μάς μύησε βίαια σε ένα θέατρο ακραίου ρεαλισμού και άφησε πίσω του ένα ισχυρό αποτύπωμα, με πολλούς και άξιους συνεχιστές.

Ευριπίδης Λασκαρίδης, σκηνοθέτης – ερμηνευτής
Purgatorio (Καθαρτήριο)
Σκην. Ρομέο Καστελούτσι, Μέγαρο Μουσικής. 

Σταθμός για μένα ήταν το Purgatorio του Ρομέο Καστελούτσι, παράσταση που παίχτηκε στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών επί Γιώργου Λούκου. Ξεκινά: Ένα μεγάλο σπίτι σε απόλυτη ησυχία, μια μητέρα κι ένα παιδί στην ευρύχωρη κουζίνα τους. Πρωταγωνιστές, τα μαχαιροπίρουνα. Οι ήχοι τους τόσο σωστοί, τόσο συγκινητικά γεμάτοι. Το έργο με είχε ήδη ρουφήξει. Παίζει σήμερα να το θυμάμαι σαν όνειρο. Δεν έχει σημασία. Μετά ήρθε ο πατέρας, πήρε το παιδί και χάθηκαν στο πίσω δωμάτιο. Ησυχία κι ένα παιδικό κλάμα. Δεν βλέπαμε τίποτα και ξέραμε τα πάντα. Ένα τεράστιο ρομπότ, γιγάντια λουλούδια και η σιλουέτα του παιδιού κολλημένη στο τζάμι να τα χαζεύει σαν έντομο. Ήμασταν όλοι αυτό το παιδί. Στο τέλος, ένας παράξενος χορός ενός σώματος που δεν καταλάβαινες τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει, κι ένα μηχάνημα που έφτυνε μελάνι. Εγώ, νέος wannabe σκηνοθέτης τότε, σκεφτόμουν: «Πώς διάολο το έκανε αυτό στην ψυχή μου ο τύπος;». Έφτιαξε μια όπερα χωρίς τραγουδιστές για τον βιασμό ενός παιδιού; Σοκ. Καταπληκτικό θέατρο. Τέτοια τόλμη και μαεστρία δεν εμφανίζονται από το πουθενά. Καλλιεργούνται μέσα από σοβαρή πολιτιστική πολιτική, θεσμούς που προστατεύουν την έρευνα και χρόνια δοκιμών στην πειραματική σκηνή, όπως συνέβη με τον Καστελούτσι στη γείτονα Ιταλία. Γι’ αυτό επιλέγω αυτή την παράσταση και ως υπενθύμιση πως όταν φιλοδοξούμε να έχουμε θέατρο τέτοιου επιπέδου, οι θεσμοί οφείλουν να δημιουργούν τις συνθήκες για να μπορεί να υπάρξει.

Μυρτώ Αθανασοπούλου, επιμελήτρια κειμένων
Ερωτόκριτος
Σκην. Στάθης Λιβαθινός, θέατρο Ακροπόλ

Ο Στάθης Λιβαθινός ανέβασε τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου τον Νοέμβριο του 2011 στο πρόσφατα τότε ανακαινισμένο Ακροπόλ. Το πρώτο μεγάλο μέρος της παράστασης παίχτηκε μπροστά στην κλειστή κόκκινη αυλαία του θεάτρου, και η υπόλοιπη με ένα τεράστιο καρουζέλ του λούνα παρκ πάνω στη σκηνή, δυο ακραία αντίθετες σκηνοθετικές επιλογές, που δικαιώθηκαν απόλυτα. Παρόλο που ήξερα ότι η μουσική θα ήταν καινούργια, σε τζαζ ρυθμούς, θυμάμαι το παραξένισμα που προκαλούσε το να ακούς τον Ερωτόκριτο με άλλη μουσική από την παραδοσιακή, όπως έχει φτάσει σε μας ως σήμερα, τραγουδισμένη από τον Νίκο Ξυλούρη. Όμως η μουσική του Δημήτρη Μαραμή ήταν τόσο καλή, που πολύ γρήγορα σε έπαιρνε μαζί της. Η παράσταση είχε τρεις Ερωτόκριτους και τρεις Αρετούσες· οι ρόλοι ήταν μοιρασμένοι έτσι ώστε να αποτυπώνουν τους ήρωες σε τρεις διαφορετικές ηλικίες. Θυμάμαι τη Νεφέλη Κουρή να αστράφτει στον ρόλο της μικρής Αρετούσας, να γεμίζει με την ενέργειά της όλο το τεράστιο Ακροπόλ. Μα πιο πολύ απ’ όλα θυμάμαι τη γλώσσα του Κορνάρου, την ομορφιά και τον ρυθμό της κρητικής διαλέκτου, τις λέξεις να ανεβοκατεβαίνουν μαζί με τ’ αλογάκια, να κυλούν σαν κρυστάλλινο νερό από το στόμα των ηθοποιών και να μαγεύουν όλους εμάς που παρακολουθούσαμε εκστασιασμένοι.

Λένα Κιτσοπούλου, συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτις
Σιχτίρ ευρώ μπουντρούμ δραχμή, θα πεις κι ένα τραγούδι.
Σκην. Βασίλης Παπαβασιλείου, Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου), 2016

Νομίζω πως δεν χρειάζεται πολλές αναλύσεις από ’μένα ο Βασίλης Παπαβασιλείου, ούτε οι παραστάσεις του, επειδή ο ίδιος δεν αφήνει περιθώριο να τον αναλύσεις παρά μόνο να τον δεις στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης ως Φωκίωνα Καπνίδη που με μία μόνο καρέκλα και μία μπάλα ποδοσφαίρου στα πόδια κατάφερε να κλοτσήσει ολόκληρο το ελληνικό πολιτικό σύστημα, την κοινωνία ολόκληρη, κι ολόκληρο το θέατρο. Απόλυτος, κυνικός, ανάλαφρος, ο πιο αισιόδοξος μηδενιστής, ο πιο αναρχικός αριστοκράτης, σοφός, ευγενής και εκτεθειμένος απέναντι στην αγενέστατή αυτή χώρα, ο Φωκίωνας-Βασίλης Παπαβασιλείου ήταν κατά τη γνώμη μου ο μοναδικός σύγχρονος Έλληνας ήρωας, ο  οποίος απλούστατα μίλησε την αλήθεια, χωρίς να διδάσκει και χωρίς να μοιράζει απαντήσεις. Έβαλε τον εαυτό του τρόφιμο του ΑΑΨΟΥ (Άσυλο Ανιάτων Ψεκασθέντων Ολικής Υστερήσεως), ενός ασύλου στο οποίο βρίσκονται έγκλειστοι οι περισσότεροι Έλληνες πολίτες πολιτικοί, καλλιτέχνες και θεατράνθρωποι –με τη σημαντική όμως διαφορά ότι αυτοί, οι περισσότεροι, έχουν την εντύπωση πως βρίσκονται σε κάποιο βάθρο και όχι στον πάτο– και με το τεράστιό υποκριτικό και συγγραφικό του ταλέντο αναρωτήθηκε με αφορμή το «ναι» και το «όχι» του τότε δημοψηφίσματος για το ναι και το όχι της ύπαρξης ολόκληρης. Μέσα στο ελληνικό θεατρικό σύμπαν, το οποίο ως επί το πλείστον παλεύει, χωρίς κανένα προσωπικό κόστος και με κάθε δυνατή έκπτωση για να είναι όσο πιο αρεστό γίνεται, ο Παπαβασιλείου, με μεγάλο προσωπικό κόστος και χωρίς καμία έκπτωση, είπε: «Είμαι Έλλην, ως εκ τούτου μου είναι αδύνατον να είμαι σοβαρός, σας ζητώ συγγνώμη».

Στα 20 χρόνια που πέρασαν είδα 100άδες παραστάσεις. Αυτή θα μου μείνει αξέχαστη Facebook Twitter
Goodbye, Lindita. Σκην. Μάριο Μπανούσι, Εθνικό Θέατρο.

Βάιος Μαχμουντές, δημοσιογράφος
Μάθε με να φεύγω
Σκην. Γιάννης Σκουρλέτης, HOOD art space

«Αυτοί που φεύγουν μένουν περισσότερο κι από αυτούς που έμειναν». Φεύγοντας εκείνο το κυριακάτικο βράδυ από το HOOD art space της bijoux de kant στην οδό Πολυκλείτου, στο Μοναστηράκι, αυτή η φράση από το έξοχο κείμενο του Άκη Δήμου συνέχισε να με ακολουθεί – μέχρι και σήμερα. Στα χέρια του Γιάννη Σκουρλέτη, το ανέκδοτο έργο Μάθε με να φεύγω του Άκη Δήμου μετουσιώθηκε σε μια παράσταση βαθιά συγκινητική και ποιητική, ένα έργο σπάνιας ομορφιάς και ευαισθησίας. Το μπουλβάρ, το χιούμορ, η υπερβολή, το μελόδραμα, τα βλέμματα και οι έντονες χειρονομίες είναι όλα εδώ. Όπως και το «Guarda che luna» του Φρεντ Μπουσκαλιόνε που έπαιζε από τα ηχεία και ήταν σαν να ξεπήδησε από ταινία του Αλμοδόβαρ.

Και έχεις πολλά να θυμάσαι: τον Άντρα του Θανάση Δόβρη, τον Ίωνα του Κωνσταντίνου Γεωργαλή και τη συγκλονιστική Αγνή του Χάρη Χαραλάμπους Καζέπη να εκλιπαρεί με ραγισμένη φωνή «μάθε με να φεύγω»· το υπέροχο σκηνικό του Νίκου Παπαδόπουλου, που σε μεταφέρει σε ένα σπίτι μιας άλλης εποχής, με vintage έπιπλα, από εκείνα που θα μπορούσες να έχεις δει στο πατρικό σου· και αυτή την αίσθηση οικειότητας, καθώς έμπαινες στο HOOD, τον χώρο προβών της bijoux de kant που μεταμορφώθηκε σε θέατρο, ότι έμπαινες στο σπίτι σου και γινόσουν μέρος της παράστασης. Και αυτό το κρατάς, σαν φυλαχτό.

Μαρία Δρουκοπούλου, επιμελήτρια κειμένων
Βυσσινόκηπος
Σκην. Νίκος Καραθάνος, Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη και η Έμιλυ Κολιανδρή, σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και οι δυο, συναντιούνται στη σκηνή και χαιρετιούνται ακουμπώντας τις φουσκωμένες τους κοιλιές, ο Χρήστος Λούλης μιλάει με τη φωνή του Ντόναλντ και διάφοροι ηθοποιοί περιφέρονται στη σκηνή φορώντας τα αυτιά του Μίκι Μάους στην παράσταση του Βυσσινόκηπου που σκηνοθέτησε το 2015 ο Νίκος Καραθάνος. Μάλλον μη αναμενόμενες εικόνες γι’ αυτό το αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας, αλλά μ’ έναν περίεργο τρόπο αρκετά κοντά στη σκέψη του Τσέχοφ, οποίος επέμενε ότι έγραφε κωμωδίες. Η αλήθεια, βέβαια, είναι κάπου στη μέση, και ο Καραθάνος στάθηκε εκεί, ακολουθώντας το αλάνθαστο ένστικτο του ανθρώπου που προσεγγίζει τη δουλειά του με αυθεντικότητα και καθαρό βλέμμα.

Το σκηνοθετικό του σημείωμα είχε μια λέξη, «απαρηγόρητα», και ο ίδιος είχε πει, σε συνέντευξή του νομίζω, πως διαβάζοντας το έργο του ’χε έρθει στο μυαλό η εικόνα του Μίκι μπροστά σε μια μισάνοιχτη πόρτα, έτοιμου να τον καταπιεί το σκοτάδι. Εγώ πάλι είδα μια γιορτή, χαρά και λύπη μαζί, ένα γαϊτανάκι χαρακτήρων οι οποίοι ακουμπούσαν ο ένας στον άλλον ανταλλάσσοντας ενέργεια που γενναιόδωρα έστελναν στο κοινό, κάνοντάς το κοινωνό μιας ατόφιας θεατρικής εμπειρίας. Φεύγοντας από τη Στέγη εκείνο το βράδυ, δεν πήρα μαζί μου τον σκληρό χτύπο του τσεκουριού πάνω στα δέντρα του Βυσσινόκηπου που πέφτουν ένα ένα, ούτε τον γενναίο αποχαιρετισμό της Λιούμπα στο όνειρο μιας ζωής που ποτέ δεν πήρε σοβαρά, γι’ αυτό και δεν κατάφερε να κρατήσει. Ένιωθα απλώς ευγνώμων.

Δηώ Καγγελάρη, θεατρολόγος
Café Müller
Σκην. Πίνα Μπάους, Πειραιώς 260

Η Πίνα Μπάους, αέρινη και μαγική με ένα μακρύ λευκό νυχτικό, περιφέρεται σαν υπνοβάτης, σε έκσταση, ανάμεσα στις ξύλινες καρέκλες του καφενείου. Γύρω της ζευγάρια προσκρούουν στα έπιπλα και τους τοίχους, πέφτουν και ξανασηκώνονται, αγκαλιάζονται και καταρρέουν. Ένας άνδρας κρατά στην αγκαλιά του μια γυναίκα, αλλά τα χέρια του την εγκαταλείπουν. Σώματα επαναλαμβάνουν εμμονικά τις ίδιες κινήσεις, αποζητούν απεγνωσμένα να ενωθούν («αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε μέσα στη φυγή»), δοκιμάζοντας τη βιαιότητα της απόρριψης. «He’s gone, his loss deplore, and I shall never see him more». Ένα κορυφαίο έργο του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ που η απαρχή του μπορεί να αναζητηθεί στο θραύσμα μιας παιδικής ανάμνησης στα χρόνια του πολέμου, όταν η μικρή Πίνα, κρυμμένη κάτω από τα τραπέζια του καφενείου του πατέρα της, παρατηρούσε τον κόσμο των ενηλίκων. Αναρωτιέμαι γιατί επιλέγω να επιστρέψω σε μια παράσταση που την είχα ήδη δει παλαιότερα, προτού παρουσιαστεί το 2006 στον Χώρο Δ της Πειραιώς 260, ανάμεσα σε τόσες και τόσες αλησμόνητες παραστάσεις σκηνοθετών και χορογράφων, που συστήθηκαν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό, αλλάζοντας για πάντα το βλέμμα μας. Ίσως γιατί σε αυτό το Café Müller, με τις ουρές των θεατών ως τον δρόμο για μια θέση, ήταν η τελευταία φορά που έμελλε να δούμε την Πίνα Μπάους επί σκηνής. Αυτήν τη θεσπέσια γυναίκα που σφράγισε με το έργο της την τέχνη του χορού και του θεάτρου. «Θα έρθω για να σου φέρω γούρι», είχε πει στον Γιώργο Λούκο.

Ματούλα Κουστένη, δημοσιογράφος
Αντιγόνη του Σοφοκλή
Σκην. Λευτέρης Βογιατζής, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Στο σαλόνι υπάρχει μια στοίβα με λευκώματα. Σε ένα από αυτά, κάπου στριμωγμένο κάτω από βαριές σελίδες, φωλιάζει ένα στάχυ που έκρυψα εκεί το καλοκαίρι του 2006. Ούτε φαντάζομαι πού βρήκα την τόλμη και άπλωσα το χέρι στη σκηνή για να το βουτήξω βγαίνοντας από την Επίδαυρο. Θυμάμαι, όμως, καλά πως ήθελα να συνδεθώ για πάντα με το χρυσαφένιο, σεφερικό σκηνικό της Χλόης Ομπολένσκι. Η Αντιγόνη του Λευτέρη Βογιατζή είχε μόλις τελειώσει, την είχαμε αποθεώσει, είχαμε νιώσει πως το κεφάλαιο της σκηνικής αναβίωσης του αρχαίου δράματος ξαναγραφόταν σε έναν τόπο που είχε στερέψει από χυμούς, ανάμεσα σε αρχαία συντρίμμια και ξερά θερισμένα στάχυα. Σε ένα τοπίο λιτό, ελληνικό, στρωμένο με μαρμάρινες πλάκες και χώμα, με υψώματα που θύμιζαν υπολείμματα ξεχασμένων ανασκαφών έγινε η ρήξη με το χθες από τον τελειοθήρα του θεάτρου με τη στρατιωτική αμφίεση, την Αμαλία Μουτούση με το λευκό φορεματάκι και το κοριτσίστικο κυνηγητό, τη μετάφραση του Νίκου Παναγιωτόπουλου, τη μουσική διδασκαλία-ποίημα του Σπύρου Σακκά, τα κοστούμια σε γήινες αποχρώσεις σαν κεντημένα με μεταπολεμικές μνήμες. Όλα σε μια διαρκή κίνηση: Η συγκλονιστική αντιπαράθεση της Αντιγόνης με τον Κρέοντα που την τραβολογούσε από το χέρι όσο εκείνη τού ξεστόμιζε «δεν γεννήθηκα για να είμαι ένα με το μίσος, γεννήθηκα για να ενωθώ με την αγάπη». Ο Χορός που ξάπλωσε στο χώμα για να απαγγείλει το «Έρωτα ανίκητε στη μάχη». Ο σπαρακτικός κυκλικός περίπατος του Κρέοντα και Αίμονα που με συγχρονισμένο βηματισμό έμοιαζαν να μετρούν αντίστροφα για τον επερχόμενο όλεθρο. Η Αντιγόνη του Λευτέρη. Μια εμπειρία ζωής που φέρουμε ως παράσημο. Μια παράσταση θρύλος (πια) για την οποία παραβλέψαμε τους φεστιβαλικούς κανόνες.

Μυρτώ Λοβέρδου, δημοσιογράφος
«Ιχνευταί» του Σοφοκλή
Σκην. Μιχαήλ Μαρμαρινός, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Σαν μια τρυφερή έκπληξη, σαν μια γεύση από κάτι πολύ ακριβό στην ψυχή και τις αισθήσεις, σαν μια γλαφυρή μουσική παρτιτούρα, σαν ένα βιωμένο όνειρο και μαζί μια ξαφνική αποκάλυψη: αυτά κρατώ από εκείνο το βράδυ στην Επίδαυρο όπου συναντήθηκα για πρώτη φορά με το σατυρικό δράμα Ιχνευταί του Σοφοκλή, στην παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού.

Τίποτα δεν παρέπεμπε ούτε θύμιζε τα, λιγότερο ή περισσότερο, γνωστά έργα του αρχαίου δράματος. Ήταν κάτι εντελώς «καινούργιο», άγνωστο και συγχρόνως φτιαγμένο από αγνά υλικά, σαν να επιστρέφουμε στην αρχή του κόσμου, στην αφετηρία. Λογικό, μια που το έργο βρίσκεται στο μεταίχμιο πριν/μετά τον πολιτισμό, καθώς πραγματεύεται την γέννηση της μουσικής, των ήχων, της μελωδίας.

Στη σκηνή πρόσωπα του μύθου, θεοί και δαίμονες συναντώνται για να μοιραστούν το μυστικό της δημιουργίας. Το διονυσιακό συνομιλεί με το απολλώνιο σε ένα κείμενο ημιτελές που βρέθηκε σε ανασκαφές Άγγλων αρχαιολόγων (Β.Ρ. Grenfell & Α.S. Hunt) στην Οξύρρυγχο (νοτίως του Καΐρου, 1895-1907).

Τη ματιά του σκηνοθέτη αγκάλιασαν και υποστήριξαν με θέρμη και με μια σπάνια ησυχία οι ηθοποιοί Αμαλία Μουτούση (Κυλλήνη), Χάρης Φραγκούλης (Απόλλων), Στιβ Κατόνα (Ερμής), ο Σταμάτης Κραουνάκης ως Σιληνός, επικεφαλής του Χορού των Σατύρων, και οι έξοχοι μουσικοί της παράστασης, που προς το τέλος κατέβηκαν απ’ τις κερκίδες του άνω διαζώματος για το φινάλε. 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO. 

 



Πηγή: www.lifo.gr