Όταν το «Carrie» κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους το 1976, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο μεγάλη επιρροή θα ασκούσε στο είδος του τρόμου τις επόμενες δεκαετίες. Ήταν η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά βιβλίου του Στίβεν Κινγκ στην μεγάλη οθόνη, ενός συγγραφέα που τότε βρισκόταν ακόμη στην αρχή της καριέρας του, και η ταινία που καθιέρωσε τη Σίσι Σπέισεκ ως μία από τις κορυφαίες ηθοποιούς της γενιάς της. Σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, η εικόνα της Κάρι Γουάιτ, καλυμμένης με αίμα στον σχολικό χορό παραμένει μια σκηνή ανθολογίας και μια από τις πιο αναγνωρίσιμες στην ιστορία του σινεμά.
Ο Κινγκ εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα το 1974 και πούλησε τα δικαιώματα για την κινηματογραφική μεταφορά του έναντι μόλις 2.500 δολαρίων. Ο Μπράιαν ντε Πάλμα έμαθε για το μυθιστόρημα μέσω ενός φίλου του συγγραφέα, ο οποίος του πρότεινε να το διαβάσει. Η ιστορία τον ενθουσίασε και άρχισε να διερευνά ποιος είχε τα δικαιώματα. Παρότι αρκετά κινηματογραφικά στούντιο είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, κανένα δεν είχε προχωρήσει στην παραγωγή. Η United Artists ενέκρινε τελικά την ταινία, διαθέτοντας αρχικά 1,6 εκατομμύρια δολάρια, ποσό που στη συνέχεια αυξήθηκε στα 1,8 εκατομμύρια, ένα σχετικά περιορισμένο μπάτζετ.
Στα χαρτιά, η ιδέα να μεταφερθεί η ιστορία της Κάρι στην εποχή των social media μοιάζει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Εκεί που το εγχείρημα αρχίζει να εκτροχιάζεται είναι στον τρόπο με τον οποίο ο Φλάναγκαν προσεγγίζει τους χαρακτήρες του σε ένα meta πλαίσιο. Κανείς δεν είναι απόλυτα κακός και σχεδόν όλοι κινούνται σε μια γκρίζα ηθική ζώνη.
Ανάμεσα στις νεαρές ηθοποιούς που πέρασαν από οντισιόν για τον επίμαχο ρόλο ήταν και η Μέλανι Γκρίφιθ, ενώ η Σίσι Σπέισεκ δεν αποτελούσε την πρώτη επιλογή του σκηνοθέτη. Ο σύζυγός της, Τζακ Φισκ, που εργαζόταν στην παραγωγή ως καλλιτεχνικός διευθυντής, την παρότρυνε να δοκιμάσει την τύχη της. Εκείνη αποφάσισε να εμφανιστεί στην οντισιόν με τρόπο που να θυμίζει την ίδια την Κάρι. Έβαλε βαζελίνη στα μαλλιά της για να δείχνουν λιπαρά, δεν περιποιήθηκε το πρόσωπό της και φόρεσε ένα παλιό ναυτικό φόρεμα που της είχε ράψει η μητέρα της όταν πήγαινε σχολείο. Η προσέγγισή της έπεισε τον Ντε Πάλμα και τελικά πήρε τον ρόλο.
Από την αρχή, ο Ντε Πάλμα δεν ενδιαφερόταν να δημιουργήσει μια συμβατική ταινία τρόμου. Επηρεασμένος βαθιά από τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, χρησιμοποίησε την κάμερα, το μοντάζ και τη μουσική για να μεταφέρει την ψυχολογική κατάσταση της ηρωίδας στην ίδια την εικόνα. Ακόμη και το όνομα του σχολείου, Bates High, αποτελεί μια αναφορά στο «Ψυχώ», ενώ τα διαπεραστικά έγχορδα που συνοδεύουν την εκδήλωση των τηλεκινητικών δυνάμεων της Κάρι παραπέμπουν ευθέως στη μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν, που ήταν η αρχική επιλογή του σκηνοθέτη, αλλά πέθανε ξαφνικά, έτσι ο σκηνοθέτης στράφηκε στον συνθέτη Πίνο Ντονάτζιο, που υπέγραψε τελικάς το σάουντρακ της ταινίας και συνεργάστηκε στη συνέχεια επανειλημμένα με τον Ντε Πάλμα.
Η σκηνοθεσία του Ντε Πάλμα είναι ίσως το στοιχείο που διαφοροποιεί περισσότερο την ταινία από τις υπόλοιπες παραγωγές τρόμου της εποχής. Παράλληλα, δύσκολα θα βρει κανείς άλλη ταινία που να έχει αποτυπώσει με τόσο ανατριχιαστικό τρόπο τον τρόμο της πρώτης περιόδου, ενός θέματος που εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ταμπού στον κινηματογράφο. Παρά τις υπερφυσικές δυνάμεις της Carrie, ο θεατής δεν νιώθει αποστροφή και δυσφορία τόσο λόγω του μεταφυσικού στοιχείου όσο λόγω της ανθρώπινης σκληρότητας. Η ταινία σε κάνει να νιώθεις άβολα μέχρι σήμερα. Πίσω από το αίμα και τη βία υπάρχει μια γενικότερη ιστορία για την εφηβεία, τον σχολικό εκφοβισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό και την ανάγκη ενός κοριτσιού να γίνει αποδεκτό, ζητήματα που συναντάμε μέχρι σήμερα στην κοινωνία και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ιστορία της Κάρι επέστρεψε αρκετές φορές στην οθόνη, χωρίς καμία από τις μεταγενέστερες εκδοχές να καταφέρει να αναπαράγει την ωμότητα και την ένταση της σκηνοθεσίας του Ντε Πάλμα. Το 1999 κυκλοφόρησε το σίκουελ «The Rage: Carrie 2», σε σκηνοθεσία Κατ Σέι, ενώ το 2002 ο Ντέιβιντ Κάρσον επιχείρησε μια τηλεοπτική μεταφορά με την Άντζελα Μπέτις στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το 2013 ακολούθησε το κινηματογραφικό ριμέικ της Κίμπερλι Πιρς, με την Κλόι Γκρέις Μορέτζ ως Κάρι και την Τζουλιάν Μουρ στον ρόλο της μητέρας της. Παρά τις πιο σύγχρονες τεχνικές και τα εντυπωσιακότερα ειδικά εφέ, καμία απόπειρα δεν κατάφερε να αποκτήσει την ίδια δύναμη με το πρωτότυπο.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα, στη νέα τηλεοπτική μεταφορά του Μάικ Φλάναγκαν. Στα χαρτιά, η ιδέα να μεταφερθεί η ιστορία της Κάρι στην εποχή των social media μοιάζει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Άλλωστε, ο σχολικός εκφοβισμός όχι μόνο δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά έχει αποκτήσει νέες, ακόμη πιο ανεξέλεγκτες διαστάσεις, με τη δημόσια διαπόμπευση να μη σταματά πλέον στα όρια του σχολείου αλλά να μεταφέρεται στο διαδίκτυο. Στα 8 επεισόδια της σειράς ο πραγματικός τρόμος βρίσκεται κυρίως στον ρόλο των social media στην εφηβική ζωή και στο διαδικτυακό bullying από το οποίο κανείς δεν φαίνεται να εξαιρείται ούτε μαθητές, ούτε καθηγητές. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που αξίζει να το δει κανείς.
Εκεί που το εγχείρημα αρχίζει να εκτροχιάζεται είναι στον τρόπο με τον οποίο ο Φλάναγκαν προσεγγίζει τους χαρακτήρες του σε ένα meta πλαίσιο. Κανείς δεν είναι απόλυτα κακός και σχεδόν όλοι κινούνται σε μια γκρίζα ηθική ζώνη. Υιοθετώντας μια πιο σύγχρονη αφηγηματική προσέγγιση, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να κατανοήσει και να εξηγήσει τα κίνητρά τους, αναζητώντας κάποιο τραύμα ή μια προσωπική ιστορία πίσω από κάθε ακραία συμπεριφορά. Ο θρησκευτικός φανατισμός της μητέρας της Κάρι υποβαθμίζεται και στη θέση της τρομακτικής φιγούρας του πρωτοτύπου βρίσκουμε μια συνωμοσιολόγο, υπερπροστατευτική μητέρα. Ακόμη και η βασική ανταγωνίστρια της ιστορίας παρουσιάζεται ως ένα προβληματικό παιδί χωρισμένων γονιών, του οποίου η σκληρότητα πρέπει οπωσδήποτε να αποκτήσει μια ψυχολογική εξήγηση. Ακόμη και η ίδια η Κάρι, αντί για μια φοβισμένη και εσωστρεφή έφηβη, παρουσιάζεται ως ένα συμπαθητικό κορίτσι, γεμάτο περιέργεια και δίψα για γνώση, που ανυπομονεί να ανακαλύψει τον κόσμο γύρω της και να γίνει μέρος του. Την υποδύεται υποδειγματικά η 22χρονη Καναδή ηθοποιός Σάμερ Χ. Χάουελ, η ερμηνεία της οποίας είναι ένα από τα καλύτερα στοιχεία της σειράς. Καταφέρνει να αποδώσει την αθωότητα και την ευαισθησία της ηρωίδας, χωρίς να χάνει την ένταση που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια.
Επιπλέον, στην προσπάθεια του Φλαναγκαν να χτίσει μια ολόκληρη μυθολογία γύρω από τις υπερφυσικές δυνάμεις της Κάρι, η σειρά προσθέτει νέους χαρακτήρες και φορτώνεται με περιττές αφηγηματικές προσθήκες, χάνοντας σταδιακά την απλότητα και την αμεσότητα που έκαναν την αρχική ιστορία τόσο τρομακτική. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι ποντάρει στο γεγονός ότι θα υπάρξει και δεύτερη και τρίτη σεζόν, ενώ αφήνει να εννοηθεί ότι κάπως θα συνδεθεί και με τη «Λάμψη», ένα από τα εμβληματικότερα μυθιστορήματα τρόμου του Στίβεν Κινγκ.
Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι ο Φλαναγκαν δεν είναι νέος στο σύμπαν του Κινγκ. Είχε σκηνοθετήσει το 2019 το «Doctor Sleep», ένα σήκουελ της διάσημης ταινίας του Κιούμπρικ που ακολουθούσε τον Ντάνι Τόρανς ως ενήλικα, αρκετά χρόνια μετά τα γεγονότα στο στοιχιωμένο ξενοδοχείο, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ.
Προσωπικά μου θύμισε αρκετά το «Bates Motel» (2013-2017), την κάπως υποτιμημένη τηλεοπτική σειρά πέντε σεζόν που λειτουργούσε ως σύγχρονο πρίκουελ του «Ψύχω» του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Με πρωταγωνιστές τον Φρέντι Χάιμορ στον ρόλο του νεαρού Νόρμαν Μπέιτς και τη Βέρα Φαρμίγκα ως μητέρα του, Νόρμα, επιχειρούσε να εξηγήσει πώς ένα φαινομενικά συνηθισμένο αγόρι εξελίχθηκε σε έναν από τους διασημότερους δολοφόνους στην ιστορία του κινηματογράφου. Σε αντίθεση, όμως, με πολλές σύγχρονες επανερμηνείες κλασικών ιστοριών τρόμου, το «Bates Motel» κατάφερνε σε μεγάλο βαθμό να συνδυάσει την ψυχολογική ανάλυση με μια συνεχή ατμόσφαιρα απειλής, χωρίς να δικαιολογεί απαραίτητα τη βία των χαρακτήρων του. Ήταν, επίσης, τόσο καλογυρισμένο που το σασπένς χτυπούσε κόκκινο παρά την εξωφρενική κεντρική ιδέα ότι τολμούσε δηλαδή να αγγίξει ένα κινηματογραφικό αριστούργημα. Αυτό σίγουρα δεν συμβαίνει με τη νέα «Carrie»: δεν θα μπορούσες να πεις ότι έχασες τον χρόνο σου βλέποντάς την, αλλά ούτε και ότι σου άφησε κάτι ιδιαίτερο όταν έπεσαν οι τίτλοι του τέλους.
To τρέιλερ της σειράς «Carrie».















