Ο Μπιλ Γκέιτς επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τον Τζέφρι Έπσταϊν κατά την κατάθεσή του ενώπιον επιτροπής του αμερικανικού Κογκρέσου, χαρακτηρίζοντας τις επαφές που είχε μαζί του πριν από περίπου 15 χρόνια ως «σοβαρό λάθος κρίσης».
Ο συνιδρυτής της Microsoft προσήλθε οικειοθελώς στην Επιτροπή Εποπτείας και Μεταρρύθμισης της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία εξετάζει τις σχέσεις του καταδικασμένου χρηματιστή με πολιτικά, επιχειρηματικά και κοινωνικά πρόσωπα υψηλού προφίλ.
«Χαίρομαι που βρίσκομαι εδώ εθελοντικά για να βοηθήσω στο έργο της επιτροπής», δήλωσε ο Γκέιτς πριν από την κατάθεσή του, προσθέτοντας ότι ελπίζει η διαδικασία να συμβάλει στην απονομή δικαιοσύνης για τα θύματα του Έπσταϊν.
Στην εναρκτήρια τοποθέτησή του, σύμφωνα με αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας υποστήριξε ότι δεν είχε ποτέ γνώση οποιασδήποτε παράνομης δραστηριότητας του Έπσταϊν κατά την περίοδο των επαφών τους.
«Δεν είδα ποτέ ούτε είχα οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο Έπσταϊν συνέχιζε να εμπλέκεται σε εγκληματικές δραστηριότητες», φέρεται να ανέφερε.
Παράλληλα, τόνισε ότι δεν επισκέφθηκε ποτέ το ιδιωτικό νησί του Έπσταϊν, το ράντσο του ή την κατοικία του στη Φλόριντα, ενώ αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή σε παράνομες πράξεις.
Ο Γκέιτς υποστήριξε ότι γνώρισε τον Έπσταϊν το 2011 μέσω ανθρώπων που εμπιστευόταν. Όπως είπε, αρχικά πίστεψε ότι ο χρηματιστής μπορούσε να συμβάλει στην εξεύρεση μεγάλων δωρεών για πρωτοβουλίες παγκόσμιας υγείας που υποστήριζε το ίδρυμά του.
Σύμφωνα με την εκδοχή που παρουσίασε, οι επαφές τους συνεχίστηκαν έως το 2014, όταν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Έπσταϊν δεν μπορούσε να προσφέρει τη χρηματοδότηση που είχε υποσχεθεί και διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του.
Μπιλ Γκέιτς: Οι αποκαλύψεις για την προσωπική του ζωή
Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της κατάθεσης αφορούσε την προσωπική ζωή του Μπιλ Γκέιτς και το υλικό που έχει δει το φως της δημοσιότητας μέσα από τα έγγραφα της έρευνας για τον Έπσταϊν.
Ο συνιδρυτής της Microsoft αναγνώρισε ότι υπήρξε άπιστος κατά τη διάρκεια του γάμου του με τη Μελίντα Γκέιτς, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι ο Έπσταϊν επιχείρησε αργότερα να εκμεταλλευτεί αυτές τις πληροφορίες για να επαναφέρει τη σχέση τους.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο χρηματιστής προσπάθησε να ασκήσει πίεση χρησιμοποιώντας στοιχεία που γνώριζε για την προσωπική του ζωή, «μαζί με πολλά ψέματα που προστέθηκαν σε αυτά», όπως φέρεται να ανέφερε ο ίδιος.
Ο Γκέιτς υποστήριξε ότι η προσπάθεια αυτή δεν είχε αποτέλεσμα και επανέλαβε πως διέκοψε τις επαφές του με τον Έπσταϊν όταν συνειδητοποίησε ότι δεν επρόκειτο να συμβάλει στις φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες που είχε υποσχεθεί να υποστηρίξει.
Η κατάθεσή του έρχεται λίγους μήνες μετά τη δημοσιοποίηση εκατομμυρίων σελίδων εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση Έπσταϊν. Το όνομα του Γκέιτς εμφανίζεται επανειλημμένα σε αυτά τα αρχεία, χωρίς ωστόσο να του έχει αποδοθεί οποιαδήποτε παράνομη πράξη σε σχέση με τις δραστηριότητες του χρηματιστή.
Ανάμεσα στα έγγραφα περιλαμβάνονται και προσχέδια ηλεκτρονικών μηνυμάτων ή σημειώσεις που αποδίδονται στον Έπσταϊν και περιέχουν διάφορους ισχυρισμούς για την προσωπική ζωή του Γκέιτς. Ο επιχειρηματίας έχει απορρίψει κατηγορηματικά αυτούς τους ισχυρισμούς, χαρακτηρίζοντάς τους ανακριβείς.
«Αν ο χρόνος που πέρασα με τον Έπσταϊν τού προσέδωσε οποιαδήποτε αξιοπιστία, λυπάμαι βαθιά γι’ αυτό», φέρεται να δήλωσε στην επιτροπή.
Η έρευνα του Κογκρέσου συνεχίζεται
Η κατάθεση του Μπιλ Γκέιτς εντάσσεται σε μια ευρύτερη έρευνα που διεξάγει η Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων για το δίκτυο επαφών του Τζέφρι Έπσταϊν και της στενής συνεργάτιδάς του, Γκισλέιν Μάξγουελ.
Ο πρόεδρος της επιτροπής, Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τζέιμς Κόμερ, δήλωσε ότι στόχος δεν είναι να αποδοθούν ευθύνες στον Γκέιτς, αλλά να διαπιστωθεί τι γνώριζαν πρόσωπα του περιβάλλοντος του Έπσταϊν και ποια ήταν η πραγματική φύση των σχέσεών τους μαζί του.
«Θέλουμε να μάθουμε ποια ήταν η σχέση του με τον Έπσταϊν και τη Μάξγουελ. Τι είδε; Τι γνώριζε;» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η επιτροπή έχει ήδη καλέσει ή προγραμματίζει να καλέσει και άλλα πρόσωπα που συνδέθηκαν κατά καιρούς με τον Έπσταϊν, μεταξύ των οποίων επενδυτές, τραπεζικά στελέχη και πρώην συνεργάτες του.
Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας, έχουν προηγηθεί καταθέσεις ή συνεντεύξεις άλλων γνωστών προσωπικοτήτων που εμφανίζονται στα αρχεία της υπόθεσης, ενώ οι βουλευτές εξετάζουν και τον τρόπο με τον οποίο το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης διαχειρίστηκε και δημοσιοποίησε τα σχετικά έγγραφα.
Ο Τζέφρι Έπσταϊν είχε καταδικαστεί το 2008 για υπόθεση που αφορούσε την προσέλκυση ανήλικου ατόμου στην πορνεία και αποφυλακίστηκε μετά από συμφωνία με τις αρχές. Το 2019 συνελήφθη εκ νέου με ομοσπονδιακές κατηγορίες για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων, όμως βρέθηκε νεκρός στο κελί του λίγες εβδομάδες αργότερα. Ο θάνατός του χαρακτηρίστηκε αυτοκτονία.
Παρά το πέρασμα των χρόνων, η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί πολιτικές και δικαστικές αντιπαραθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τις αρχές να προσπαθούν να αποσαφηνίσουν το εύρος των επαφών και της επιρροής που είχε ο Έπσταϊν στους ισχυρούς κύκλους με τους οποίους συναναστρεφόταν.
Με πληροφορίες από Washington Post














