Ο Λουί-Φερντινάν Σελίν ‒κατά κόσμον Λουί Φερντινάν Ντετούς, γιατρός, βετεράνος και ανάπηρος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εντελώς άγνωστος στα γαλλικά γράμματα‒ παραδίδει το 1932 στον Gallimard ένα χειρόγραφο επτακοσίων σελίδων γραμμένο σε μια γλώσσα που κανείς δεν είχε ξανακούσει: αργκό, βλάσφημη, με υψηλή ποιητική ποιότητα. Αυτό το λαϊκό παριζιάνικο ιδίωμα αναδείκνυε μια βαθιά ανθρώπινη απόγνωση, ικανή να συντρίψει ακόμα και τον πιο αδιάφορο αναγνώστη. Ο Gallimard, όμως, το απέρριψε, με αποτέλεσμα ο Σελίν να βρει τελικά καταφύγιο στον Denoël, και η υπόλοιπη ιστορία είναι γνωστή: το βιβλίο γίνεται αμέσως μπεστ σέλερ με δεκάδες ανατυπώσεις μέσα σε δύο μήνες, εν μέσω αντιδράσεων που μέμφονται τον πρόδηλο αντισημιτισμό του. Ωστόσο, ο Σελίν δεν μπορεί να κρύψει τη πιο σκοτεινή όψη της ανθρώπινης φύσης· αυτό αντιλήφθηκαν από νωρίς όλα τα ανατρεπτικά κινήματα και κορυφαίοι συγγραφείς που έμειναν να θαυμάζουν αυτό το γοητευτικό ανοσιούργημα, το οποίο βγήκε από τα σπάργανα του αυθεντικού και ολοκληρωμένου Dasein. Ο Χένρι Μίλερ, που έτυχε να βρίσκεται στο Παρίσι εκείνες τις μέρες, λένε πως ξαναέγραψε ολόκληρο τον «Τροπικό του Καρκίνου» αφού το διάβασε. Χωρίς Σελίν, δύσκολα θα υπήρχαν οι Τροπικοί, ενδεχομένως και οι μπιτ αλλά και όλοι οι λογοτέχνες που δεν ήθελαν να χωρέσουν σε κανόνες και κινήματα. Γιατί, κακά τα ψέματα, ο Σελίν είναι ο συγγραφέας άλλαξε τον ρου της λογοτεχνίας τον 20ό αιώνα.
Γιατί όμως το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας», εκτός από τις συζητήσεις που προκάλεσε, εξακολουθεί να απασχολεί ακόμα, στην εμβληματική του μετάφραση από τη Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου, δεκαπέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του από τις εκδόσεις της Εστίας, και μάλιστα σε μια μετα-μνημονιακή, μετα-πανδημική Ελλάδα; Γιατί ο Μπαρταμί, ο γιατρός-λιποτάκτης που δεν μπορεί να απεκδυθεί το ψυχολογικό βάρος του πόλεμου, της αποικιοκρατικής βαρβαρότητας, της απύθμενης μιζέριας και της μοναξιάς μας, μοιάζει ξαφνικά οικείος. Ο Σελίν δεν θέλει να εξωραΐσει τίποτα, ούτε να παρηγορήσει τον «υποκριτή αναγνώστη»-αδελφό του ‒ και δεν εξαιρεί ούτε τον εαυτό του. Δεν διστάζει να δείξει με τον πιο ωμό τρόπο ότι υπαίτιος της δυστυχίας του πολιτισμού είναι, κατά κύριο λόγο, ο ίδιος ο άνθρωπος. Μας βάζει μπροστά σ’ έναν καθρέφτη όπου το σκοτεινό είδωλο είμαστε εμείς, κι αυτό ακριβώς είναι που δεν συγχωρούμε εύκολα σε ένα βιβλίο: το ότι μας ξέρει καλύτερα απ’ όσο μπορούμε να αντέξουμε. Η αλήθεια της νύχτας εξακολουθεί να είναι, άλλωστε, σε όλα τα επίπεδα, συντριπτική. Αλλά μέσα σε αυτό το σκοτάδι, ο Σελίν γίνεται μεταφυσικός, ακριβώς επειδή είναι ένας άνθρωπος που έχει εκπέσει ‒ στην πραγματικότητα, ο θρόνος τού ανήκει. Μέσα από τις σελίδες του αναγνωρίζεται μια πρωτόφαντη γλώσσα και μια μοναδική λογοτεχνία που πραγματικά δεν ξέρω αν έχει στηθεί ξανά ποτέ, τουλάχιστον μεταπολεμικά, από άλλον συγγραφέα. Αλλά, όπως γράφει και ο Σελίν στο βιβλίο, «έρχεται μια στιγμή που ’σαι ολομόναχος, όταν φτάνεις στην άκρη όλων όσα μπορούν να συμβούν. Είναι η άκρη του κόσμου», την οποία ελάχιστοι τόλμησαν να δουν. Πιθανόν κάποιους αιώνες πριν ο Δάντης, ο Ντοστογιέφσκι και στον κόσμο της ποίησης ο Σαίξπηρ.















