Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Το «δισκοπότηρο» της πολιτικής σταθερότητας



ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΝΝΟΟΥΝ
οι πολιτικοί –στην περίπτωση που μας αφορά, οι Έλληνες πολιτικοί– όταν επικαλούνται την έννοια της «πολιτικής σταθερότητας»; Εκ πρώτης όψεως, η πολιτική σταθερότητα είναι κάτι πολύ θετικό για τη διεθνή εικόνα μιας χώρας αλλά και για την καθημερινότητα των πολιτών. Σε θεωρητικό επίπεδο, σημαίνει ότι τα μικρά αλλά πολλές φορές στριφνά προβλήματα της καθημερινής ζωής είτε έχουν λυθεί είτε αντιμετωπίζονται με επιτυχία και χωρίς ταλαιπωρία. Για την εικόνα της χώρας έναντι τρίτων χωρών (εταίρων ή αντιπάλων), η προβολή της πολιτικής σταθερότητας πρέπει να μεταφράζεται σε προβολή ισχύος, οικονομικής, στρατιωτικής ή άλλης.

Στις «ώριμες» δημοκρατίες της δυτικής και βόρειας Ευρώπης, η σταθερότητα εκτιμάται ιδιαίτερα, αν και ο πολιτικός και κομματικός κατακερματισμός των τελευταίων 15-20 ετών έχει μεταβάλει τα δεδομένα. Η Άνγκελα Μέρκελ πολιτεύθηκε με βασικό σύνθημα τη σταθερότητα για πολλά χρόνια, αλλά αυτή η σταθερότητα αποδείχθηκε, μετά τη «συνταξιοδότησή» της, ένα κέλυφος, κάτω από το οποίο σοβούσαν η κωλυσιεργία στις μεταρρυθμίσεις και η πλήρης ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, όπως και η εξαγωγική εξάρτηση από την Κίνα. Ας σημειωθεί όμως ότι η Ελλάδα δεν είναι Γερμανία.

Το δίλημμα «σταθερότητα ή αστάθεια» χρησιμοποιείται συχνά όταν μια χώρα έχει μπροστά της μια κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση. Και στην Ελλάδα επίκειται μια κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση – αν και είναι άγνωστο πότε ακριβώς θα πραγματοποιηθεί.

Το δίλημμα «σταθερότητα ή αστάθεια» χρησιμοποιείται συχνά όταν μια χώρα έχει μπροστά της μια κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση. Στην Ελλάδα επίκειται μια κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση – αν και είναι άγνωστο πότε ακριβώς θα πραγματοποιηθεί. Η επίκληση του χαρτιού της «πολιτικής σταθερότητας» συνιστά ήδη ένα από τα όπλα της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, με σαφή στόχευση: τη συσπείρωση του κυβερνώντος κόμματος, το οποίο είναι λογικό έπειτα από επταετή παραμονή στην εξουσία να εμφανίζει απίσχναση του πυρήνα της ισχύος του, εξαιτίας της αναμενόμενης φθοράς.

Το χαρτί της πολιτικής σταθερότητας προσωποποιείται/ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του πρωθυπουργού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αποτελέσει ήδη πριν από την πρώτη του εκλογική νίκη το 2019 το ισχυρό όπλο της γαλάζιας παράταξης. Οι συνεργάτες του παραδέχονται στις ιδιωτικές τους συνομιλίες ότι παραμένει ακάματος, δεν πτοείται από τις περιοδείες και το μόνο που έχει στο μυαλό του είναι η νίκη και η κατάκτηση μιας τρίτης θητείας με αυτοδυναμία. Άλλωστε, ο ίδιος δεν έχει κρύψει ποτέ ότι θεωρεί ασταθείς και αναποτελεσματικές τις κυβερνήσεις συνεργασίας. Η δε συγκέντρωση εξουσίας στο Μέγαρο Μαξίμου αποτυπώνει καθαρά το σκεπτικό του.

Η σκληρή αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει και την καλύτερη παράδοση στη διαμόρφωση κυβερνήσεων συνεργασίας. Και προφανώς κανένα κόμμα εξουσίας του μεγέθους και της ιστορίας της Νέας Δημοκρατίας δεν θα ξεκινούσε μια εκλογική μάχη με την παραδοχή ότι η αυτοδυναμία είναι ανέφικτη. Ωστόσο, η πολιτική και εκλογική αριθμητική καθιστούν την αυτοδυναμία (και τη συνδεόμενη με αυτή σταθερότητα) στόχο πολύ δύσκολο, και κατά πολλούς ανέφικτο. Υπό ορισμένες μάλιστα προϋποθέσεις, όταν δεν πρόκειται για μία αναμέτρηση αλλά για περισσότερες, η επιδίωξη της αυτοδυναμίας θα μπορούσε να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή στην αστάθεια.

Η κυβέρνηση έχει να λύσει δύο ζητήματα. Το πρώτο είναι η εκλογική της ατζέντα. Τι υπόσχεται; Αν υπόσχεται πολιτική σταθερότητα με βασικό σύνθημα «κάναμε όσα είπαμε», αυτό μπορεί να κινητοποιήσει ορισμένα συντηρητικά ανακλαστικά αλλά ακούγεται ανεπαρκές για τον επαναπατρισμό της σημαντικής μερίδας ψηφοφόρων του 2023, τους οποίους έχει ανάγκη για το σκαλοπάτι του 36-37% που απαιτεί η αυτοδυναμία. Και όπως προαναφέρθηκε, μένει να αποδειχθεί ότι η Ελλάδα έχει γίνει Γερμανία και η υπόσχεση της σταθερότητας μπορεί να επικρατήσει απέναντι σε κάποιον αντίπαλο που μπορεί, έξυπνα, να προσφέρει μια θετικότερη προοπτική.

Το δεύτερο είναι ότι το πολιτικό σκηνικό έχει, με ευθύνη και της κυβέρνησης, πολωθεί επικίνδυνα. Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα έχει προσφέρει στη Νέα Δημοκρατία τον «Άλλο» που αναζητούσε για να τροφοδοτήσει τη συσπείρωσή της. Θα είναι αυτό αρκετό για την αυτοδυναμία, όταν οι γέφυρες με σχεδόν όλα τα αντιπολιτευτικά κόμματα εμφανίζονται να έχουν καταρρεύσει; Πόσο εύκολη θα ήταν, π.χ., μια μετεκλογική προσέγγιση με το ΠΑΣΟΚ υπό τις παρούσες συνθήκες; Φυσικά, υπάρχουν πάντα στο παρασκήνιο διεργασίες που τις μαθαίνουμε εκ των υστέρων ή δεν τις μαθαίνουμε ποτέ, αλλά τα σημάδια δεν μας επιτρέπουν να αισιοδοξούμε ότι θα μπορέσει να υπάρξει μετεκλογική συνεννόηση σε μια πολυκομματική Βουλή. Αρκεί όμως το παρασκήνιο για να βρεθούν συναινετικές και όχι εκβιαστικές λύσεις;



Πηγή: www.lifo.gr