Το Met δεν διάλεξε απλώς έναν μεγάλο σχεδιαστή για την ανοιξιάτικη έκθεση μόδας του 2027. Διάλεξε έναν δημιουργό γύρω από τον οποίο η μόδα δεν έχει πάψει να τσακώνεται με τον εαυτό της.
Το Metropolitan Museum of Art ανακοίνωσε ότι η έκθεση του Costume Institute για την άνοιξη του 2027 θα είναι αφιερωμένη στον Τζον Γκαλιάνο. Με τίτλο John Galliano: Horizons, θα παρουσιαστεί στο κεντρικό κτίριο του Met, στην Πέμπτη Λεωφόρο της Νέας Υόρκης, από τις 9 Μαΐου 2027 έως τις 9 Ιανουαρίου 2028. Όπως κάθε χρόνο, η έκθεση θα συνδεθεί με το Met Gala, τη βραδιά που συστήνει την ανοιξιάτικη έκθεση του Costume Institute στον πλανήτη και μετατρέπει μια μουσειακή επιλογή σε παγκόσμιο θέαμα κύρους, εικόνας και πολιτιστικής νομιμοποίησης.
Πίσω από αυτή την ανακοίνωση, όμως, υπήρχε μια συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών στο Metropolitan Museum of Art πριν μερικούς μήνες.Τον περασμένο Μάιο, στο ίδιο τραπέζι βρέθηκαν η Άννα Γουίντουρ, ο Άντριου Μπόλτον, επικεφαλής επιμελητής του Costume Institute, ο Τζον Γκαλιάνο και ορισμένοι από τους σημαντικότερους ραβίνους και εκπροσώπους της εβραϊκής κοινότητας της Νέας Υόρκης. Δεν συζητούσαν απλώς πώς θα παρουσιαστεί ένας από τους πιο επιδραστικούς σχεδιαστές των τελευταίων δεκαετιών. Συζητούσαν αν και πώς μπορεί ένας θεσμός σαν το Met να τιμήσει το έργο του χωρίς να μετατρέψει την αναγνώριση σε άφεση.Η συνάντηση αυτή, όπως και άλλες που έγιναν μέσα στον τελευταίο χρόνο, δείχνει το πραγματικό βάρος της απόφασης.
Η επιλογή έχει από μόνη της ιστορικό βάρος. Ο Γκαλιάνο γίνεται μόλις ο τρίτος εν ζωή σχεδιαστής που αποκτά μονογραφική έκθεση στο Costume Institute, μετά τον Ιβ Σεν Λοράν, το 1983, και τη Ρέι Καβακούμπο, το 2017. Είναι μια διάκριση που το Met δεν απονέμει συχνά. Στην περίπτωση του Γκαλιάνο, όμως, δεν μπορεί να διαβαστεί σαν απλή επιστροφή στο κέντρο της μόδας.
Ο γεννημένος στο Γιβραλτάρ Βρετανός σχεδιαστής υπήρξε για σχεδόν δεκαπέντε χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής του Christian Dior, από το 1996 έως το 2011. Πριν από αυτό, είχε ήδη μπει στη μυθολογία της μόδας με τη συλλογή αποφοίτησής του από το Central Saint Martins, Les Incroyables, το 1984, και στη συνέχεια με τη δική του ετικέτα και το πέρασμά του από τον Givenchy. Στον Dior, όμως, η φαντασία του βρήκε το μεγαλύτερο θέατρό της.
Οι παρουσιάσεις του Γκαλιάνο δεν έμοιαζαν με απλές επιδείξεις ρούχων. Ήταν ολόκληροι κόσμοι. Ιστορία, θέατρο, μύθος, παρακμή, κινηματογραφική υπερβολή, τεχνική δεξιοτεχνία και μια σχεδόν οπερατική αίσθηση της εικόνας έμπαιναν στην ίδια σκηνή. Ο Γκαλιάνο δεν έντυνε απλώς σώματα· κατασκεύαζε χαρακτήρες, εποχές, φαντασιώσεις, αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις. Έδειξε πώς ένας γαλλικός οίκος κληρονομιάς μπορούσε να γίνει σύγχρονο παγκόσμιο θέαμα χωρίς να χάσει την αύρα της υψηλής ραπτικής. Αυτή είναι η μία πλευρά της ιστορίας. Η άλλη είναι η πτώση του.
Το 2010 και το 2011, ο Γκαλιάνο ενεπλάκη σε σειρά αντισημιτικών και ρατσιστικών περιστατικών στο Παρίσι. Το πιο γνωστό βίντεο, από μπαρ της γαλλικής πρωτεύουσας, έγινε διεθνής είδηση και σφράγισε δημόσια την κατάρρευσή του. Ο οίκος Dior τον απέλυσε, ο ίδιος απομακρύνθηκε και από τον ομώνυμο οίκο του, ενώ γαλλικό δικαστήριο τον καταδίκασε για δημόσιες προσβολές με βάση τη φυλή, τη θρησκεία, την εθνότητα ή την καταγωγή.
Για χρόνια, το όνομά του έμεινε δεμένο με αυτό το διπλό φορτίο: από τη μία, ένας από τους πιο χαρισματικούς δημιουργούς της σύγχρονης μόδας· από την άλλη, ένας άνθρωπος του οποίου οι δηλώσεις και η συμπεριφορά δεν μπορούσαν να μπουν σε παρένθεση. Το ερώτημα δεν ήταν μόνο αν η μόδα θα τον δεχόταν πίσω. Ήταν ποιος έχει το δικαίωμα να πει ότι μια επιστροφή είναι πραγματική λογοδοσία και όχι απλώς η βιομηχανία που συγχωρεί τον εαυτό της.
Ο ίδιος, τα χρόνια που ακολούθησαν, μίλησε για εξάρτηση από αλκοόλ και ουσίες, για θεραπεία, για ντροπή και για τη διαδικασία με την οποία προσπάθησε να μάθει περισσότερα για τον αντισημιτισμό, τον Ιουδαϊσμό και το Ολοκαύτωμα. Το 2014 επέστρεψε επαγγελματικά ως δημιουργικός διευθυντής της Maison Margiela, όπου παρέμεινε για μία δεκαετία. Εκεί, μακριά από την εκρηκτική αυλή των χρόνων του Dior αλλά χωρίς να εγκαταλείψει τη θεατρικότητα, ξαναδούλεψε τη σχέση του με την κατασκευή, την αποδόμηση, τη μνήμη του ενδύματος και τη μεταμόρφωση.
Η μόδα, σε μεγάλο βαθμό, είχε ήδη ξανανοίξει την πόρτα. Οι συλλογές του στη Margiela αποθεώθηκαν, οι δημιουργίες του άρχισαν να εμφανίζονται ξανά στα κόκκινα χαλιά, οι παλιές του δουλειές απέκτησαν νέο κύρος στις δημοπρασίες και οι σταρ φόρεσαν ξανά τα ρούχα του σαν να είχε αποκατασταθεί οριστικά. Το Met, όμως, είναι κάτι διαφορετικό. Δεν είναι απλώς ένας οίκος, μια αγορά ή ένα κόκκινο χαλί. Είναι μουσείο. Και όταν ένα μουσείο αποφασίζει να αφιερώσει μια μεγάλη έκθεση σε έναν δημιουργό, δεν παρουσιάζει μόνο ρούχα. Προτείνει και μια αφήγηση.
Γι’ αυτό το John Galliano: Horizons δεν μπορεί να είναι μια έκθεση μόνο για την ομορφιά. Το ίδιο το Met δηλώνει ότι θα εξετάσει τα δημιουργικά επιτεύγματα του Γκαλιάνο μαζί με τη συμπεριφορά που άλλαξε την καριέρα του και τον τρόπο με τον οποίο το κοινό βλέπει το έργο του. Ο Μπόλτον έχει μιλήσει για την ανάγκη να κρατηθούν μαζί δύο όροι που οι θεσμοί συχνά προτιμούν να χωρίζουν: το καλλιτεχνικό επίτευγμα και η ηθική ευθύνη.
Η έκθεση θα ανοίγει, σύμφωνα με τον σχεδιασμό της, με μια εισαγωγική αίθουσα που θα θέτει εξαρχής τη «ρήξη» της καριέρας του Γκαλιάνο. Δεν είναι λεπτομέρεια. Σημαίνει ότι ο επισκέπτης δεν θα μπαίνει πρώτα σε έναν κόσμο φορεμάτων, υφασμάτων και σκηνοθετημένης φαντασίας. Θα μπαίνει πρώτα στο σημείο όπου η ιστορία του σχεδιαστή κόπηκε στα δύο. Το μουσείο δείχνει ότι θέλει να αποφύγει τους ευφημισμούς και να δώσει πλαίσιο πριν αρχίσει η αποθέωση της δεξιοτεχνίας.
Η έκθεση θα οργανωθεί σε τρία μέρη. Το πρώτο, Bearings, θα ασχοληθεί ευθέως με την αντισημιτική, ρατσιστική και αντιασιατική συμπεριφορά του Γκαλιάνο, τις συνέπειές της, την απομάκρυνσή του από τον Dior, τη θεραπεία του για εξάρτηση από ουσίες και τη μετέπειτα δημόσια αναγνώριση των πράξεών του. Το δεύτερο, Horizons, θα εξετάσει τις πηγές της φαντασίας του: την ιστορία, τη γεωγραφία, την τέχνη, την αφήγηση, τη σκηνική διάσταση της μόδας. Το τρίτο, Atlas of Transformation, θα εστιάσει στην κατασκευή, την τεχνική, τον πειραματισμό και τον τρόπο με τον οποίο ο Γκαλιάνο έκανε το ένδυμα μηχανισμό μεταμόρφωσης.
Η προετοιμασία της έκθεσης δείχνει πόσο εύθραυστη είναι αυτή η ισορροπία. Στις συναντήσεις με εκπροσώπους της εβραϊκής κοινότητας, άλλοι αναγνώρισαν στον Γκαλιάνο ειλικρινή μεταμέλεια και μίλησαν για τη σημασία της δεύτερης ευκαιρίας. Άλλοι ανησύχησαν μήπως η παρουσία τους χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για μια απόφαση που είχε ήδη ληφθεί. Αυτή η ένταση είναι ακριβώς η καρδιά του θέματος. Μια μεγάλη έκθεση δεν αρκεί να πει ότι «δεν θα αποφύγει» το σκοτεινό παρελθόν. Πρέπει να αποδείξει ότι ξέρει πώς να το κοιτάξει.
Η Άννα Γουίντουρ βρίσκεται, αναπόφευκτα, στο κέντρο αυτής της ιστορίας. Δεν είναι απλώς η ισχυρότερη φιγούρα πίσω από το Met Gala. Είναι και μία από τις πιο σταθερές υποστηρίκτριες του Γκαλιάνο μετά την πτώση του. Η δική της στήριξη δεν είναι δευτερεύουσα. Σε έναν κόσμο όπου η μόδα λειτουργεί μέσα από σχέσεις, προστασίες, επιστροφές και τελετουργίες ισχύος, η Γουίντουρ είναι ίσως το πρόσωπο που μπορεί όσο λίγα να μετατρέψει μια επιστροφή σε γεγονός.
Αυτό κάνει την έκθεση ακόμη πιο φορτισμένη. Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν ο Γκαλιάνο υπήρξε μεγάλος σχεδιαστής. Η θέση του στην ιστορία της μόδας δεν αμφισβητείται σοβαρά. Το ερώτημα είναι τι κάνει ένας θεσμός με αυτή τη μεγαλοσύνη όταν δεν μπορεί πια να παρουσιαστεί καθαρή, αυτάρκης, αποκομμένη από το σκοτεινό κεφάλαιο που τη συνοδεύει. Πώς δείχνεις ένα φόρεμα χωρίς να το αφήσεις να σβήσει το βίντεο; Πώς μιλάς για έμπνευση χωρίς να μικρύνεις την προσβολή; Πώς αναγνωρίζεις τη μεταμέλεια χωρίς να τη μετατρέψεις σε θεσμική αθώωση;
Αν το Met πετύχει, το John Galliano: Horizons μπορεί να γίνει μία από τις πιο σημαντικές εκθέσεις μόδας των τελευταίων χρόνων όχι μόνο για τα ρούχα που θα παρουσιάσει, αλλά για τον τρόπο με τον οποίο θα τα τοποθετήσει μέσα στην ιστορία τους. Αν αποτύχει, θα μοιάζει με ακόμη μία περίπτωση όπου η λάμψη της μόδας απορροφά την ευθύνη και την κάνει σκηνικό.
Η δυσκολία, βέβαια, είναι ακριβώς αυτή: ο Γκαλιάνο υπήρξε πάντα ένας σχεδιαστής της μεταμόρφωσης. Έπαιρνε σώματα, υφάσματα, ιστορικές αναφορές και φαντασιώσεις και τα έκανε κάτι άλλο, κάτι μεγαλύτερο, κάτι σχεδόν υπνωτικό. Τώρα το Met καλείται να παρουσιάσει και τη δική του μεταμόρφωση. Μόνο που αυτή τη φορά, η ομορφιά δεν αρκεί.
Πρέπει να φανεί και το τίμημα.
Με στοιχεία από The Met, Vogue, NYT















