ΙΣΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΣΤΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ. Σε περιόδους γενικευμένης ανέχειας, πάντως, λέγεται πως έξω από τα αστυνομικά τμήματα εμφανίζονται άνθρωποι που, για ένα πιάτο φαΐ κι ένα στρώμα, είναι έτοιμοι να ομολογήσουν ο,τιδήποτε θα τους οδηγούσε στην «ασφάλεια» της φυλακής. Ο εγκλεισμός ως μέσο επιβίωσης; Διαβάζοντας το «Φάλκονερ» (μτφρ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου, Καστανιώτης, 2014), ένα από τα κορυφαία έργα του Αμερικανού πεζογράφου Τζον Τσίβερ (1912-1982), διαπιστώνεις πως για τους ίδιους ακριβώς λόγους ακόμα κι ένα κολαστήριο μπορεί να φαντάζει παράδεισος…
«Ποιος θα έκανε εξέγερση για να φύγει από ένα τόσο ωραίο μέρος;» απορεί ένας από τους ήρωες του Τσίβερ, έγκλειστος κι αυτός στο ομώνυμο και διαβόητο για την αυστηρότητά του σωφρονιστικό κατάστημα που δίνει τίτλο στο μυθιστόρημα. «Εκεί έξω όλοι είναι φτωχοί, όλοι είναι άνεργοι. Ληστεύουν ο ένας τον άλλο για ένα κομμάτι ψωμί. Εμείς στεκόμαστε στην ουρά τρεις φορές τη μέρα για το ωραίο, λιτό, θρεπτικό μας γεύμα, μα εκεί έξω στέκονται στην ουρά για ένα οχτάωρο, ένα εικοσιτετράωρο ή και μια ζωή…».
«Σκληρό, κομψό, αγνό. Αναντικατάστατο για κάποιον που ειλικρινά επιθυμεί να κατανοήσει τι συμβαίνει στις ψυχές των ανθρώπων στην Αμερική»: έτσι υποδέχτηκε ο νομπελίστας Σολ Μπέλοου το «Φάλκονερ» όταν αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε το ’77 στις ΗΠΑ.
Για τον κεντρικό πρωταγωνιστή του «Φάλκονερ», ωστόσο, τον πάλαι ποτέ καθηγητή πανεπιστημίου Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, η παραπάνω επιχειρηματολογία δεν έχει αντίκρισμα. Πρώην ηρωινομανής, εθισμένος τώρα στη μεθαδόνη, καταδικασμένος για το θανατηφόρο χτύπημα με μασιά που στοίχισε τη ζωή του αδελφού του, παγιδευμένος προ πολλού στο κοινωνικό του στάτους, στους ανομολόγητους πόθους του, στην ίδια την ύπαρξή του, ο Φάραγκατ, στα 48 του, δεν φαίνεται διατεθειμένος ν’ αναζητήσει την ευτυχία στη φυλακή. Τι τον περιμένει μέχρι ν’ απαλλαγεί από τα δεσμά του; Πόσες δόσεις βίας, παραφροσύνης και ματαίωσης θα υποστεί; Πόσο ευεργετικό θ’ αποδειχτεί το γάντζωμά του από τις «αξιοκαταφρόνητες» αναμνήσεις του; Πόσες αλλόκοτες ιστορίες θ’ αφουγκραστεί από τα διπλανά κελιά; Και πώς αυτός ο λιγομίλητος, ξεπεσμένος μεγαλοαστός θα διατηρήσει τα λογικά του, ώστε να πιάσει το νήμα με τον έξω κόσμο ξανά;

Ο εγκλεισμός, λέει με τη σκληρή, καθηλωτική του πρόζα ο Τσίβερ, είναι ένα μυστήριο. Δεν χρειάζονται συρματοπλέγματα, τοίχοι και «μαλάκες» δεσμοφύλακες για να νιώσεις απόγνωση, ασφυξία ή μια «βασανιστική αίσθηση αποπροσανατολισμού». Σ’ ένα από τα πρώτα κεφάλαια, για παράδειγμα, εκεί όπου ο Φάραγκατ ανακαλεί στιγμιότυπα από τον συζυγικό του βίο πλάι σ’ έναν «θηλυκό Νάρκισσο» με ανικανοποίητες καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, ο Τσίβερ μάς μεταφέρει στο WC του ζευγαριού λίγο αφότου έχουν κάνει έρωτα στα γρήγορα: «Ιδού τι ήταν τότε ο γάμος τους», διαβάζουμε, «ένα ολόγυμνο αρσενικό και ένα ολόγυμνο θηλυκό που κουβεντιάζουν για τα εντερικά τους»…
Ο Φάραγκατ δεν έχει να περιμένει τίποτε πια από τη γυναίκα του, ούτε καν μια τρυφερή κουβέντα στο επισκεπτήριο, κι όποτε ο νους του φεύγει προς «το ατύχημα που οι άλλοι αποκαλούν φόνο», η περιφρόνηση που έτρεφε για τον αδελφό και τους γονείς του τον κυριεύει και πάλι πατόκορφα. Απ’ τη μεριά του, ούτε αγάπη χόρτασε, ούτε κατάφερε να καλύψει αλλιώς το κενό. Και να τος τώρα, να μοιράζεται την καθημερινότητά του με τον Βράχο, τον Κερατά, τον Μπάμπο, τον Λαγό Νούμερο Δύο, όπως είναι τα παρατσούκλια των συγκρατουμένων του, ν’ ανακαλύπτει την αγάπη μέσα από έναν, έστω και βραχύβιο, ομοφυλοφιλικό έρωτα, να παλεύει με τους δαίμονές του και με την παράνοια του συστήματος, να περνάει από την απάθεια στον ξεσηκωμό.
«Σκληρό, κομψό, αγνό. Αναντικατάστατο για κάποιον που ειλικρινά επιθυμεί να κατανοήσει τι συμβαίνει στις ψυχές των ανθρώπων στην Αμερική»: έτσι υποδέχτηκε ο νομπελίστας Σολ Μπέλοου το «Φάλκονερ» όταν αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε το ’77 στις ΗΠΑ, εκτινάσσοντας τη φήμη του Τσίβερ στα ύψη και τον ίδιο μέχρι το εξώφυλλο του «Newsweek». Σύμφωνα με τον βιογράφο του συγγραφέα, Μπλέικ Μπέιλι, στις σελίδες του «Φάλκονερ» έχουν ενσωματωθεί ατόφια κομμάτια από το ημερολόγιο που κρατούσε ο Τσίβερ στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν παρέδιδε μαθήματα δημιουργικής γραφής στους κρατούμενους των φυλακών Σινγκ Σινγκ.
Εκείνη την εποχή, αυτός που θεωρούνταν αντάξιος του Φιτζέραλντ και του Απντάικ ως ανατόμος των ηθών της λευκής, προνομιούχου Αμερικής, άντρας «νευρωτικός, εγωκεντρικός και άφιλος», σύμφωνα με τον ψυχίατρο στον οποίο είχε αποταθεί ο ίδιος εξαιτίας της αμφισεξουαλικότητάς του, ήταν επικίνδυνα παραδομένος στο αλκοόλ, με σταθερό συμπότη του τον Ρέιμοντ Κάρβερ. Μόνο μετά την αποτοξίνωσή του σε ειδικό κέντρο της Νέας Υόρκης μπόρεσε ο Τσίβερ να ολοκληρώσει το «Φάλκονερ». Έκτοτε δεν ήπιε σταγόνα. Και έξι μήνες πριν από τον θάνατό του –από καρκίνο, το 1982– απέσπασε ένα ακόμη μεγάλο βραβείο μετά το Πούλιτζερ και αυτό της Ένωσης Κριτικών, το Εθνικό Μετάλλιο Λογοτεχνίας.
Την τελευταία δεκαετία το ενδιαφέρον για το έργο του Τζον Τσίβερ έχει αναθερμανθεί, εξού και η επανακυκλοφορία του «Φάλκονερ» σε νέα μετάφραση, τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη του έκδοση από τον –εξαφανισμένο πλέον– Aquarius. Όπως μάλιστα έχει δηλώσει ο Mάθιου Γουάινερ, δημιουργός της επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς «Mad Μen», η οποία αναβιώνει πιστά τα ’60s, τα διηγήματα του Aμερικανού συγγραφέα στάθηκαν για τον ίδιο πολύτιμη πηγή έμπνευσης: «Υπάρχει σ’ αυτά τόση ειρωνεία, τόσο γέλιο, τόσος πόνος, που προσπαθώ διαρκώς να τα μιμηθώ». Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί επίσης ένα μπουκέτο με τα πιο αντιπροσωπευτικά διηγήματα του Τσίβερ, υπό τον γενικό τίτλο «Ο κολυμβητής» (μτφρ. Κ. Καλογρούλης).















