Η μητέρα της Anna Malygon δεν αντέδρασε όπως θα περίμενε κανείς όταν έμαθε για το OnlyFans. Δεν της μίλησε για ντροπή, ούτε για το τι θα πει ο κόσμος. Της είπε, σχεδόν ψυχρά, ότι όλοι θα πεθάνουμε, άρα το σημαντικό είναι να βγάλεις χρήματα και να κάνεις αυτό που πρέπει. Από αυτή την ατάκα ξεκινάει, ουσιαστικά, και το αφιέρωμα του New Yorker: όχι από το σκάνδαλο, αλλά από την ανάγκη· όχι από το γυμνό, αλλά από τα σώματα που δουλεύουν για να επιβιώσουν.
Με φωτογραφίες της Katy Grannan και κείμενο της Jennifer Wilson, το οπτικό αφιέρωμα του New Yorker κοιτάζει το OnlyFans ως έναν από τους πιο καθαρούς καθρέφτες της σημερινής οικονομίας της οικειότητας. Έναν τόπο όπου το σώμα, η εικόνα, η επιθυμία, το φύλο, η τάξη, η φυλή, η μοναξιά και η ανάγκη για χρήματα μπλέκονται χωρίς να χωρούν εύκολα ούτε στην αφήγηση της απελευθέρωσης ούτε στην αφήγηση της εκμετάλλευσης.
Η Wilson ξεκινά από την προϊστορία της κάμερας στο διαδίκτυο. Πριν από το OnlyFans, πριν από την πανδημία, πριν γίνει αυτονόητο ότι μια ζωή μπορεί να μεταδοθεί, να πουληθεί με συνδρομή και να κοπεί σε μικρά κομμάτια περιεχομένου, υπήρχε η JenniCam. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η Jennifer Ringley άφησε μια διαδικτυακή κάμερα να καταγράφει την καθημερινότητά της: διάβασμα, μαλλιά, σεξ, σχέση, πλήξη, σπίτι. Το κοινό συνέρρεε. Η τεχνολογία ήταν καινούργια, αλλά η επιθυμία καθόλου. Οι άνθρωποι ήθελαν να κοιτάζουν.
Από εκεί μέχρι το OnlyFans, η απόσταση μοιάζει τεράστια και ταυτόχρονα πολύ μικρή. Η κάμερα μπήκε στο δωμάτιο, η πληρωμή έγινε εύκολη, η οικειότητα έγινε προϊόν και το σώμα έμαθε να υπάρχει σε συνδρομητικό χρόνο. Η πανδημία επιτάχυνε τα πάντα. Ξαφνικά, εκατομμύρια άνθρωποι δούλευαν, φλέρταραν, έκαναν θεραπεία, έβλεπαν γιατρούς, δίδασκαν, γυμνάζονταν και εκτίθεντο μέσα από μια οθόνη. Το να εμφανιστείς στην κάμερα από το σπίτι σου δεν ήταν πια εξαίρεση· ήταν η νέα καθημερινότητα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το OnlyFans έγινε κάτι πολύ μεγαλύτερο από πλατφόρμα ενηλίκων. Έγινε ένας χώρος όπου άνθρωποι χωρίς σταθερή εργασία, με ιατρικά έξοδα, με χρέη, με ανάγκη αυτονομίας ή με επιθυμία να ελέγξουν την εικόνα τους μπορούσαν να πουλήσουν αυτό που ήδη ζητούσε το διαδίκτυο: πρόσβαση. Όχι μόνο στο γυμνό σώμα, αλλά στην αίσθηση ότι κάποιος σε βλέπει, σου απαντά, σε αφήνει να ζητήσεις κάτι, σε βάζει για λίγο στην ιδιωτική του σφαίρα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η πλατφόρμα είναι απλή ιστορία απελευθέρωσης. Ούτε ότι είναι μόνο εκμετάλλευση. Το ενδιαφέρον του αφιερώματος είναι ότι αρνείται και τις δύο εύκολες αφηγήσεις. Οι δημιουργοί που παρουσιάζονται δεν είναι ούτε θύματα χωρίς φωνή ούτε θριαμβευτές χωρίς κόστος. Είναι άνθρωποι που διαπραγματεύονται καθημερινά με το βλέμμα των άλλων, με το στίγμα, με τα χρήματα, με την αυτοεικόνα τους, με τις επιθυμίες των πελατών και με τα όρια του τι μπορούν ή θέλουν να πουλήσουν.
Η Katy Grannan το καταλαβαίνει αυτό φωτογραφικά. Δεν φωτογραφίζει τους δημιουργούς σαν διαφημιστικά προφίλ πλατφόρμας. Δεν τους κάνει μικρογραφίες προς κατανάλωση. Τους βγάζει έξω από το ψηφιακό περιβάλλον όπου συνήθως υπάρχουν και τους ξαναδίνει βάρος, χώρο, σκιά, δέρμα, αμηχανία, βλέμμα. Τα σώματα στις εικόνες της δεν είναι απλώς διαθέσιμα. Είναι παρόντα. Κοιτούν πίσω. Υπάρχουν ως εργαζόμενα σώματα, αλλά και ως άνθρωποι που δεν εξαντλούνται στη δουλειά που κάνουν με την εικόνα τους. Είναι σώματα που εκτίθενται, σώματα που πληρώνονται, σώματα που ποζάρουν, σώματα που φτιάχνουν περσόνες. Αλλά είναι και σώματα που δουλεύουν. Σώματα που πληρώνουν θεραπείες, νοίκια, φοιτητικά δάνεια, λογαριασμούς, νομικά έξοδα, δωρεές για πόλεμο, χρήματα για τη φυλακή. Σώματα που γίνονται εργαλείο, εικόνα, καταφύγιο, εμπόρευμα, φαντασίωση και μερικές φορές τρόπος επιβίωσης.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι πίσω από τις εικόνες δεν υπάρχει ένας ενιαίος κόσμος. Υπάρχουν πολλές μικρές ιστορίες: τρανς αυτοαναγνώριση μέσα από το Tumblr, ασιατική αρρενωπότητα που δεν χωράει εύκολα στο Χόλιγουντ, μη δυαδικοί δημιουργοί που γνωρίζουν ότι η θηλυκότητα πληρώνεται περισσότερο, πρώην νοσηλεύτριες, καλλιτέχνιδες, δίδυμα αδέρφια, μοντέλα από την Ουκρανία, γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, άντρες που παίζουν με την ομοερωτική φαντασίωση του κοινού τους.
Το OnlyFans, όπως το βλέπει αυτό το αφιέρωμα, δεν είναι ένας άλλος πλανήτης. Είναι ένας υπερβολικά καθαρός καθρέφτης του δικού μας. Ένας κόσμος όπου το βλέμμα πληρώνει, η μοναξιά έχει τιμή, η οικειότητα γίνεται υπηρεσία και η αυτοδιάθεση δεν μπορεί ποτέ να αποκοπεί τελείως από την ανάγκη. Αυτό ακριβώς κάνει τις φωτογραφίες τόσο δυνατές: δεν ζητούν από τον θεατή να σοκαριστεί. Του ζητούν να κοιτάξει λίγο περισσότερο.
Ακολουθούν οι δημιουργοί που φωτογράφισε η Katy Grannan για το New Yorker και οι ιστορίες τους, όπως τις κατέγραψε η Jennifer Wilson.
Vanniall
Στα δεκαέξι της, ζώντας στο Myrtle Beach και διαχειριζόμενη μια σελίδα θαυμαστών των One Direction στο Tumblr, η Vanniall είδε για πρώτη φορά τη λέξη «trans» και αναγνώρισε κάτι που δεν είχε ακόμη βρει χώρο στην καθημερινή της ζωή. Η δουλειά στην κάμερα άλλαξε τον τρόπο που ένιωθε το σώμα της. Εκεί όπου στην πραγματική ζωή δεν αισθανόταν επιθυμητή, βρήκε ένα κοινό που την ήθελε ακριβώς στις πολλαπλές εκδοχές της.
Evan Lamicella
Ο Evan Lamicella, γιος πρόσφυγα από το Βιετνάμ, αυτοσυστήνεται ως «your fav Wasian» και βλέπει τη δουλειά του στο OnlyFans ως απάντηση σε μια έλλειψη της ποπ κουλτούρας: τα ασιατικής καταγωγής ανδρικά σύμβολα σεξουαλικής γοητείας παραμένουν λίγα. Θέλει να ασχοληθεί με την υποκριτική και ξέρει ότι το Χόλιγουντ μπορεί να είναι πιο ανοιχτό απ’ ό,τι παλιότερα. Ξέρει όμως και ότι η σεξουαλική ορατότητα που του δίνει κοινό και χρήματα μπορεί να του κλείσει άλλες πόρτες.
Nazar Marz και Tomie Tang
Η non binary content creator Nazar Marz ξέρει ότι το φύλο στην πλατφόρμα δεν είναι μόνο ταυτότητα, αλλά και αγορά. Για τη δουλειά χρησιμοποιεί μια πιο θηλυκή περσόνα, επειδή εκεί πληρώνεται περισσότερο. Παράλληλα κάνει και συνεδρίες αγκαλιάς, τις οποίες περιγράφει σχεδόν σαν θεραπεία για άντρες που περνούν πένθος, διαζύγιο ή μοναξιά. Δίπλα του, η Tomie Tang φέρνει μια άλλη ιστορία: πριν εκτίσει ποινή επτά μηνών για υπόθεση που συνδέθηκε με τις διαδηλώσεις του Black Lives Matter, είχε προηχογραφήσει μήνες περιεχομένου ώστε τα έσοδα να πηγαίνουν στον λογαριασμό της στη φυλακή.
Allie Oops
Η Allie Oops, δημιουργός με βάση το Λος Άντζελες και παραγωγός ταινιών ενηλίκων, κινείται ήδη στα όρια του κυρίαρχου θεάματος. Έχει συνεργαστεί ως σύμβουλος μάρκετινγκ στην ταινία «Red Rocket» του Sean Baker για την A24, ενώ έχει δουλέψει και ως σύμβουλος οικειότητας σε γυρίσματα, ακόμη και σε διαφημίσεις. Σχεδόν δύο μέτρα ψηλή, προσελκύει κοινό με φαντασιώσεις γιγαντισμού και έχει φτιάξει ολόκληρα μικρά σενάρια γύρω από αυτή την περσόνα. Στην περίπτωσή της, το OnlyFans συνομιλεί με τον κινηματογράφο, τη διαφήμιση, τα φετίχ και τη βιομηχανία της επιθυμίας.
Alexis XJ
Η Alexis σπούδαζε για να γίνει συγκολλήτρια όταν διαγνώστηκε με μεταστατικό καρκίνο στη σπονδυλική στήλη. Άνοιξε σελίδα στο OnlyFans για να πληρώσει ιατρικά έξοδα και από την πρώτη μέρα κατάλαβε ότι αυτό μπορούσε να αλλάξει τη ζωή της. Σήμερα, ως Alexis XJ, βγάζει μεγάλα ποσά ανεβάζοντας βίντεο όπου φτιάχνει αυτοκίνητα με μπικίνι. Κάποτε κέρδισε χιλιάδες δολάρια διαβάζοντας ζωντανά ένα εγχειρίδιο μηχανικής diesel. Το σώμα, εδώ, δεν πουλάει μόνο ερωτισμό· πουλάει δεξιότητα, γνώση και μια φαντασίωση ικανότητας.
Jasmine Sherni
Η Jasmine Sherni ήταν νοσηλεύτρια σε μονάδα εντατικής θεραπείας στη Λουιζιάνα. Μετά την αποχώρησή της από μια ελεγκτική σχέση, το OnlyFans έγινε για εκείνη ένας τρόπος να ξαναπάρει τον έλεγχο του σώματος και της απόλαυσής της. Συνεργάζεται συχνά με άλλες γυναίκες δημιουργούς και περιγράφει την πλατφόρμα ως διαδρομή αυτοαναγνώρισης: bisexual, Νοτιοασιάτισσα, femme, με ενδιαφέρον για το kink. Η ιστορία της δείχνει το OnlyFans όχι μόνο ως αγορά, αλλά και ως χώρο όπου η επιθυμία μπορεί να ξαναγραφτεί από την πλευρά εκείνης που εκτίθεται.
Andre και Sean, οι King Twins
Τα αδέρφια Andre και Sean, από την περιοχή του Bay Area, διαχειρίζονται μαζί τον λογαριασμό King Twins. Παλιά είχαν μια μικρή επιχείρηση γενικών κατασκευών· σήμερα δουλεύουν στο OnlyFans πλήρως. Συχνά απορρίπτουν αιτήματα που προσπαθούν να μετατρέψουν την αδελφική τους ομοιότητα σε αιμομικτική φαντασίωση. Το όριο είναι σαφές, ακόμη κι αν η αγορά προσπαθεί να το πιέσει. Για τον Andre, η έκθεση του σώματος άνοιξε και μια άλλη ευαλωτότητα: αν μπορεί να σταθεί γυμνός μπροστά στην κάμερα, μπορεί ίσως να τραγουδήσει και να παίξει κιθάρα.
Elle και Bruce
Η Elle, contortionist από το Μπρούκλιν που δουλεύει ως Knotty Natasha, έχει ήδη περάσει από τη μυθοπλασία του streaming, εμφανιζόμενη σε μια σκηνή της σειράς «Mr. & Mrs. Smith». Με τον σύντροφο και συνεργάτη της Bruce, ο οποίος παλιότερα εργαζόταν σε δομή ψυχικής υγείας, φτιάχνουν περιεχόμενο που κινείται ανάμεσα στη σεξουαλική φαντασίωση, την performance και την καθημερινή σχέση. Η ίδια συνοψίζει με χιούμορ μια παράξενη ανατροπή της οικειότητας: στις σχέσεις των δημιουργών περιεχομένου, το σεξ στην κάμερα μπορεί να έρθει πριν από την απλή ερώτηση «πώς ήταν η μέρα σου;».
Celina Reboyras
Η Celina Reboyras, καλλιτέχνιδα από τη Φλόριντα, έχει μετατρέψει την εμπειρία της στη βιομηχανία του σεξ σε δημιουργικό και εκδοτικό υλικό. Παρουσιάζει εγκατάσταση βασισμένη στις μέρες της ως stripper στο Museum of Sex του Μαϊάμι και έχει ιδρύσει το Doxy, ένα περιοδικό για εργαζόμενες και εργαζόμενους στη βιομηχανία του σεξ, φτιαγμένο από ανθρώπους που ανήκουν σε αυτόν τον κόσμο. Η δουλειά της δείχνει μια άλλη πλευρά του οικοσυστήματος: οι δημιουργοί δεν είναι μόνο πρόσωπα προς κατανάλωση, αλλά και παραγωγοί αφήγησης, αρχείου και δικής τους δημοσιογραφίας.
Brandon Cardoso, Parker Reid και Julian Barboza, οι Wild Boys
Οι Brandon Cardoso, Parker Reid και Julian Barboza, μέλη των Wild Boys, ζουν σε σπίτι παραγωγής περιεχομένου στο Λος Άντζελες και παίζουν συνειδητά με την ομοερωτική φαντασίωση του κοινού τους. Ξέρουν ότι οι περισσότεροι ακόλουθοί τους είναι γκέι άντρες και χτίζουν γύρω από αυτό μια περσόνα αρρενωπότητας που υπόσχεται, υπαινίσσεται, καθυστερεί, εκθέτει και εμπορεύεται το όριο. Μπορούν να βγάζουν τεράστια ποσά κάθε μήνα, αλλά μερικές φορές ένας συνδρομητής δεν ζητά κάτι σεξουαλικό. Θέλει απλώς να μιλήσει, ακόμη και για το πού να πάει διακοπές.
Anna Malygon
Η Anna Malygon, μοντέλο και δημιουργός περιεχομένου μόδας από το Χάρκοβο της Ουκρανίας, ζει πλέον στο Λος Άντζελες αλλά επιστρέφει συχνά στη χώρα της για να καταγράφει εικόνες του πολέμου. Το OnlyFans της έχει προκαλέσει αντιδράσεις, με κάποιους να θεωρούν ότι χρησιμοποιεί την εμπόλεμη πραγματικότητα για προώθηση. Η ίδια απαντά ότι τα χρήματα χρηματοδοτούν δωρεές, ανάμεσά τους και εξοπλισμό για τον ουκρανικό στρατό. Στην περίπτωσή της, η πλατφόρμα γίνεται ένας παράξενος μηχανισμός ανάμεσα στην αυτοεικόνα, την επιβίωση και τον πόλεμο.
Michele Chesnut
Η Michele Chesnut, γιαγιά από την Αλαμπάμα που αγαπά τις cowboy boots, εμφανίζεται στο OnlyFans ως redneckbaddie4u. Οι φαντασιώσεις που ζητούν οι συνδρομητές της δεν μοιάζουν με τις στιλιζαρισμένες εικόνες της νεανικής κουλτούρας των δημιουργών περιεχομένου. Μπορεί να της ζητήσουν να φορέσει κάτι σέξι και να κόψει ξύλα με αλυσοπρίονο. Η ιστορία της ανοίγει το κάδρο πέρα από τα αναμενόμενα: το OnlyFans δεν ανήκει μόνο στο Λος Άντζελες, στους νέους, στους influencers ή στα σπίτια παραγωγής περιεχομένου. Ανήκει και στην επαρχία, στην ηλικία, στην καθημερινή λαϊκή φαντασίωση.
με στοιχεία από New Yorker















