Στη Γαλλία, η άνοδος των αντιφεμινιστικών ανδρικών δικτύων δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως διαδικτυακή τοξικότητα ή ως ακόμη ένα σκοτεινό παρακλάδι των κοινωνικών δικτύων. Αντιμετωπίζεται ως πολιτικό, κοινωνικό και δυνητικά βίαιο φαινόμενο.
Νέα έκθεση 260 σελίδων της Γαλλικής Γερουσίας, από την αντιπροσωπεία για τα δικαιώματα των γυναικών, προειδοποιεί ότι τα δίκτυα αυτά γίνονται πιο διάχυτα, πιο βίαια και πιο δημοφιλή στους νέους. Το φαινόμενο, που στη γαλλική συζήτηση περιγράφεται με τον όρο masculinisme, δεν αποδίδεται εύκολα στα ελληνικά με μία λέξη. Δεν είναι απλώς «τοξική αρρενωπότητα». Είναι ένα πλέγμα μισογυνικών, αντιφεμινιστικών και συχνά ακροδεξιών ιδεών, που κυκλοφορούν κυρίως online και μετατρέπουν προσωπικές απογοητεύσεις σε πολιτικό μίσος.
Η έκθεση τοποθετεί την εξάπλωση αυτών των δικτύων μέσα σε μια ευρύτερη παγκόσμια αντεπίθεση απέναντι στα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων. Μετά το MeToo, μετά την ενίσχυση των φεμινιστικών κινημάτων και μετά τις αλλαγές στον δημόσιο λόγο γύρω από τη συναίνεση, την ισότητα και τη σεξουαλική βία, ένα κομμάτι του ψηφιακού κόσμου αντέδρασε οργανωμένα.
Η νέα αυτή μισογυνική κουλτούρα δεν εμφανίζεται πάντα με πολιτικό λεξιλόγιο. Συχνά παίρνει τη μορφή συμβουλών αυτοβελτίωσης, γυμναστικής, αποπλάνησης, οικονομικής επιτυχίας, «ανδρικής πειθαρχίας» ή ψευδοψυχολογικής καθοδήγησης. Υπόσχεται στους νέους άνδρες έλεγχο, δύναμη, σώμα, χρήματα και κύρος. Κάτω από αυτή την επιφάνεια, όμως, συχνά μεταφέρει μια βαθιά ιεραρχική ιδέα: οι γυναίκες παρουσιάζονται ως εχθροί, οι φεμινίστριες ως απειλή, οι μειονότητες ως σύμπτωμα παρακμής και η ισότητα ως απώλεια ανδρικής εξουσίας.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία της έκθεσης αφορά την ταχύτητα με την οποία τέτοιο περιεχόμενο προτείνεται σε νεαρούς χρήστες. Μελέτη του Πανεπιστημίου του Δουβλίνου, που επικαλείται η έκθεση, έδειξε ότι χρειάζονται μόλις 26 λεπτά για να αρχίσει ένας χρήστης να βλέπει προτάσεις μισογυνικού ή αντιφεμινιστικού περιεχομένου σε πλατφόρμες όπως το TikTok και το YouTube Shorts.
Η είσοδος δεν γίνεται απαραίτητα από ακραία πολιτικά βίντεο. Μπορεί να ξεκινήσει από ένα meme, από ένα αστείο για σχέσεις, από ένα βίντεο για το πώς να γίνεις πιο ελκυστικός, από ένα κλιπ για τους «sigma males», από αποσπάσματα της ποπ κουλτούρας, από το Matrix και τις κόκκινες και μπλε κάψουλες μέχρι τον Τόμας Σέλμπι του Peaky Blinders ως μοντέλο ψυχρού, αυτάρκη άνδρα.
Αυτή ακριβώς η αισθητική κάνει το φαινόμενο πιο δύσκολο να εντοπιστεί. Ο μισογυνισμός δεν εμφανίζεται πάντα σαν μισογυνισμός. Εμφανίζεται σαν χιούμορ, σαν τρόπος ζωής, σαν γυμναστήριο, σαν συμβουλή ζωής, σαν «αλήθεια που δεν σου λένε», σαν κοινότητα για αγόρια που νιώθουν χαμένα.
Η έκθεση περιγράφει αυτά τα δίκτυα ως χώρους που λειτουργούν σαν ομάδες υποστήριξης, αλλά με αντίστροφο αποτέλεσμα. Αντί να βοηθούν τους ανθρώπους να επεξεργαστούν τη μοναξιά, την απόρριψη, την ανασφάλεια ή την κοινωνική τους δυσκολία, μετατρέπουν τις ατομικές απογοητεύσεις σε συλλογική μνησικακία απέναντι στις γυναίκες και τις μειονότητες.
Γύρω από αυτή τη δυσφορία έχει στηθεί ολόκληρη οικονομία. Influencers πουλούν μαθήματα αποπλάνησης, συμβουλές οικονομικής επιτυχίας, προγράμματα «ανδρικής ενδυνάμωσης», οδηγούς κοινωνικής επιβολής και πρακτικές looksmaxxing, δηλαδή εμμονική βελτίωση του σώματος και της εμφάνισης με στόχο την ερωτική ή κοινωνική υπεροχή.
Η έκθεση μιλά για μια «οικονομία της ψυχολογικής δυστυχίας». Νέοι άνδρες, συχνά μόνοι, θυμωμένοι ή αποπροσανατολισμένοι, βρίσκουν μπροστά τους έναν ψηφιακό μηχανισμό που τους εξηγεί ότι το πρόβλημά τους δεν είναι η μοναξιά, η ανασφάλεια ή η κοινωνική πίεση, αλλά οι γυναίκες, ο φεμινισμός, οι ΛΟΑΤΚΙ+ άνθρωποι, οι μετανάστες ή η «παρακμή» της Δύσης.
Το φαινόμενο συνδέεται συχνά με θεωρίες συνωμοσίας και ακροδεξιές ιδέες. Η εικόνα ενός κόσμου ιεραρχημένου ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, αλλά και ανάμεσα σε διαφορετικούς άνδρες με βάση τη φυσική εμφάνιση, τη γενετική, την εθνότητα ή τη σεξουαλική ισχύ, οδηγεί εύκολα σε μια ευρύτερη λογική υπεροχής και υποταγής.
Το πιο ανησυχητικό σημείο της έκθεσης είναι η σύνδεση με τη ριζοσπαστικοποίηση. Οι γαλλικές υπηρεσίες εσωτερικής ασφάλειας αναγνωρίζουν πλέον μέσα σε αυτά τα δίκτυα δύο επίπεδα κινδύνου: από τη μία, τον ριζοσπαστικό αντιφεμινισμό που προωθεί την ανδρική κυριαρχία και τροφοδοτείται από influencers· από την άλλη, το πιο ακραίο περιβάλλον των incels, όπου η περιφρόνηση προς τις γυναίκες μπορεί να μετατραπεί σε ανοιχτή υποστήριξη βιασμού, δολοφονίας ή λευκής ανδρικής υπεροχής.
Σύμφωνα με την έκθεση, δύο βίαιες ενέργειες εμπνευσμένες από τέτοιες ιδέες αποτράπηκαν στη Γαλλία το 2024 και το 2025. Η μία υπόθεση, με φερόμενο δράστη που αυτοπροσδιοριζόταν ως incel, έχει περάσει στην αρμοδιότητα της αντιτρομοκρατικής δικαιοσύνης.
Το στοιχείο αυτό μετακινεί τη συζήτηση. Δεν μιλάμε πια μόνο για «κακές απόψεις» στο διαδίκτυο ή για επιθετικά σχόλια κάτω από βίντεο. Μιλάμε για κοινότητες όπου η ψηφιακή κατανάλωση βίαιου, μισογυνικού και αποανθρωποποιητικού περιεχομένου μπορεί να γίνει μέρος μιας διαδικασίας επικίνδυνης ριζοσπαστικοποίησης.
Η ηλικία των χρηστών που μπαίνουν σε αυτές τις διαδρομές είναι επίσης κρίσιμη. Η έκθεση μιλά για πολύ νέους ανθρώπους, συχνά από 13 έως 21 ετών, οι οποίοι μπορεί να έχουν βιώσει σχολικό εκφοβισμό, κοινωνική απομόνωση, ψυχολογικές δυσκολίες ή τραύματα. Η ατομική τους ευαλωτότητα συναντά έναν αλγόριθμο που τους προσφέρει εξηγήσεις, εχθρούς και κοινότητα.
Η μισογυνική ριζοσπαστικοποίηση δεν μένει στον ψηφιακό χώρο. Η έκθεση συνδέει την εξάπλωση αυτών των ιδεών με πιο ορατές μορφές βίας και ελέγχου: κυβερνοπαρενόχληση εναντίον γυναικών και φεμινιστικών φωνών, προσπάθεια φίμωσης από τον δημόσιο διάλογο, επιθετικότητα μέσα στις οικογένειες, ακόμα και κανονικοποίηση συμπεριφορών που αφορούν τη σεξουαλική υγεία.
Ένα από τα στοιχεία που καταγράφονται είναι ότι μεταξύ των ανδρών που έχουν εκτεθεί σε τέτοιο περιεχόμενο, σημαντικό ποσοστό δηλώνει ότι επανεξέτασε τη χρήση προφυλακτικού στις σεξουαλικές του σχέσεις. Στις ηλικίες 25-34, το ποσοστό αυτό εμφανίζεται ακόμη υψηλότερο. Το μισογυνικό περιεχόμενο, δηλαδή, δεν αλλάζει μόνο απόψεις. Μπορεί να αλλάξει πρακτικές, σχέσεις και συμπεριφορές.
Η έκθεση ζητά να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο ως πολιτικό σχέδιο και όχι ως απλή νεανική υπερβολή. Οι συντάκτριές της προτείνουν ενίσχυση της ρύθμισης των πλατφορμών, καλύτερη αναγνώριση και αντιμετώπιση σεξιστικού, μισογυνικού και αντιφεμινιστικού περιεχομένου, ενίσχυση των αρμόδιων αρχών για τα οπτικοακουστικά και ψηφιακά μέσα και δημιουργία εξειδικευμένου παρατηρητηρίου για την παρακολούθηση του φαινομένου.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η νέα μισογυνική κουλτούρα δεν είναι περιθώριο. Είναι ήδη μέσα στην καθημερινότητα. Μέσα στα κινητά, στα δωμάτια εφήβων, στα αστεία των πλατφορμών, στα βίντεο αυτοβελτίωσης, στις κοινότητες των απογοητευμένων αγοριών, στις οικογένειες που προσπαθούν ξαφνικά να καταλάβουν γιατί ένας γιος, ένας αδελφός ή ένας σύντροφος μιλά με όρους κυριαρχίας και μίσους.
Το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι αυτή η ιδεολογία εμφανίζεται πάντα ως βία.
Είναι ότι πολύ συχνά εμφανίζεται ως συμβουλή.
με στοιχεία από LeMonde















