ΕΙΣΤΕ ΔΙΑΡΚΩΣ ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟΙ; Έχετε την αίσθηση πως ζείτε μόνο για να δουλεύετε; Δεν ξεκουράζεστε ούτε όταν καταφέρνετε να πάρετε μερικές μέρες άδεια; Νιώθετε «καμένοι» από τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της καθημερινότητας και πως βρίσκεστε μόνιμα σε κατάσταση επιβίωσης (survival mode); Αισθάνεστε αποστασιοποιημένοι από τα πάντα, χωρίς κίνητρο, και αμφισβητείτε συνεχώς τον εαυτό σας; Δεν είστε οι μόνοι. Η παραπάνω περιγραφή ταιριάζει σε ολοένα περισσότερους ανθρώπους γύρω μας, ενώ είναι πολύ πιθανό οι περισσότεροι από μας να βιώνουμε ή να έχουμε βιώσει, σε κάποια περίοδο της ζωής μας, έντονη σωματική και ψυχική εξάντληση. Το burnout, ή αλλιώς επαγγελματική εξουθένωση, έχει εξελιχθεί στο πλέον πολυσυζητημένο σύνδρομο της εποχής μας. Πώς, όμως, έφτασε να γίνει σχεδόν καθολικό φαινόμενο;
Το δοκίμιο «Εξάντληση – Ένα αντίδοτο στο burnout» της Άννα Καταρίνα Σάφνερ, ιστορικού του πολιτισμού και εξειδικευμένης coach στην αντιμετώπιση του burnout, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση της Φωτεινής Βλαχοπούλου, είναι μια διεισδυτική αλλά ταυτόχρονα απολαυστική μελέτη γύρω από το φαινόμενο της επαγγελματικής εξουθένωσης. Αντλώντας παραδείγματα από την επιστήμη, την ιστορία, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, η συγγραφέας χαρτογραφεί την ιστορία της εξάντλησης, αναλύει τις πολλαπλές εκφάνσεις της και διερευνά τα βαθύτερα αίτιά της, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Παράλληλα, προτείνει εργαλεία και τρόπους για τη διαχείρισή της. Το αποτέλεσμα είναι μια πολυπρισματική και εις βάθος προσέγγιση του burnout, συνδυάζοντας γνώσεις από διαφορετικά πεδία. Στα 26 κεφάλαια του βιβλίου, ακτινογραφεί με ενάργεια τις πολυάριθμες όψεις ενός φαινομένου που αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετο από ό,τι αρχικά φαντάζεται ο αναγνώστης.
Το burnout συνοδεύεται από «κύρος και πολιτισμική επιβεβαίωση», σημειώνει η Σάφνερ, γεγονός που το καθιστά μια ιδιαίτερα δελεαστική παγίδα. Όπως η νευρασθένεια ήταν κάποτε η ασθένεια των εκλεπτυσμένων και ευαίσθητων μεγαλοαστών, το burnout σήμερα παρουσιάζεται ως το σύνδρομο των περιζήτητων και πετυχημένων.
Τι είναι όμως το burnout; Ο όρος «burnout» (κυριολεκτικά σημαίνει «καίγομαι εντελώς») εμφανίστηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1970 στις Ηνωμένες Πολιτείες, προκειμένου να περιγράψει την ψυχική και σωματική εξάντληση που προκαλείται από το χρόνιο εργασιακό στρες. Ο καθιερωμένος ορισμός του αναφέρεται στο burnout ως «ένα σύνδρομο συναισθηματικής εξάντλησης, αποπροσωποποίησης, αρνητικής αυτοαξιολόγησης και αισθήματος ανεπαρκούς επίδοσης στην εργασία». Το burnout δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο καθώς, όπως επισημαίνει η Σάφνερ, «μας παγιδεύει σε μια γκρίζα ζώνη, στην οποία δεν μπορούμε ούτε να δουλέψουμε ούτε να ξεκουραστούμε». Ένας ακόμα εύστοχος ορισμός που παραθέτει η συγγραφέας περιγράφει το burnout ως «μια αποξένωση από τον εαυτό και από την επιθυμία. Αν παραμερίσεις την ικανότητά σου να εργάζεσαι, τότε ποιος είσαι; […] Μπορείς να πορευτείς στη ζωή χωρίς να πρέπει συνεχώς να προοδεύεις ή να κυνηγάς τον επόμενο στόχο;»
Όσον αφορά το αυστη,
ρά επαγγελματικό πλαίσιο, οι πέντε κυριότεροι παράγοντες που ευνοούν την εμφάνιση του burnout είναι «η άδικη μεταχείριση στον χώρο εργασίας, ο μη διαχειρίσιμος φόρτος εργασίας, οι ασαφείς ρόλοι, η ελλιπής επικοινωνία και υποστήριξη, οι παράλογες χρονικές πιέσεις».

Ωστόσο, το βιβλίο υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια ενός απλού εγχειριδίου με πρακτικές συμβουλές και χρήσιμα tips για όσους αισθάνονται ότι τους απομυζά το τοξικό εργασιακό τους περιβάλλον. Αντίθετα, η συγγραφέας επιχειρεί να εξετάσει το φαινόμενο όχι μόνο μέσω της παράθεσης πορισμάτων ψυχολογικών ερευνών και συμπερασμάτων ειδικών αλλά εμπλουτίζοντας τη μελέτη της με ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό φιλοσοφικών, λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών αναφορών.
Τι σχέση μπορεί να έχουν ο Δάντης και ο Χέρμαν Μέλβιλ με το burnout; Θα περίμενε άραγε κανείς να ανακαλύψει στον Νίτσε μια πρώιμη αναφορά στο FOMO; Ή ότι σε ένα σύγχρονο δοκίμιο για ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει την εποχή μας θα συναντούσε τόσο πολλές αναφορές στην ποίηση και σε ποιητές όπως ο Oυίλιαμ Γουόρντσγουορθ, η Έμιλι Ντίκινσον, ο Τζελαλεντίν Ρουμί και ο Αντόνιο Ματσάδο;
Η Σάφνερ συγκεντρώνει πλήθος παραστατικών παραδειγμάτων και δραστικών μεταφορών γύρω από το θέμα της εξάντλησης: από παραβολές της ταοϊστικής φιλοσοφίας και τις βασικές αρχές του ιαπωνικού Kaizen έως τους αρχαίους Στωικούς· και από το διάσημο χαρακτικό «Μελαγχολία I» του Γερμανού ζωγράφου Άλμπρεχτ Ντίρερ μέχρι την ταινία «Μελαγχολία» του Δανού σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ. Παράλληλα, επιστρατεύει ένα πλήθος ετερόκλητων προσωπικοτήτων για να τη συνδράμουν στην αναζήτηση απαντήσεων, από τον Ζαν-Ζακ Ρουσό μέχρι τον Νικ Κέιβ. Το αποτέλεσμα είναι ένα ευρηματικό και συναρπαστικό ανάγνωσμα.
Πολλές είναι οι γλαφυρές αλληγορίες που συναντάμε, με πιο αξιοσημείωτες –από τους κλασικούς συγγραφείς που ήδη αναφέραμε– τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και τον Μπάρτλμπυ, τον ήρωα του Χέρμαν Μέλβιλ από τη νουβέλα του 1853 «Μπάρτλμπυ, ο γραφέας. Μια ιστορία της Ουώλλ Στρητ». Οι αναρίθμητες στιγμές ανθρώπινης εξάντλησης στη «Θεία Κωμωδία» και η μόνιμη επωδός του αμετακίνητου Μπάρτλμπυ «I would prefer not to» («θα προτιμούσα όχι»), με την οποία αρνείται να εκτελέσει εργασίες, που είναι ταυτόχρονα μια ηθική στάση και πράξη αντίστασης, μπορούν να προσφέρουν πολύτιμα διδάγματα στους σύγχρονους «καμένους» του burnout.
Όπως προκύπτει από το βιβλίο, η εξάντληση δεν αποτελεί αποκλειστικά σύγχρονο φαινόμενο. Πρόδρομοι της σύγχρονης εξάντλησης μπορούν να θεωρηθούν η μελαγχολία, η ακηδία (θεολογική εκδοχή της μελαγχολίας που εξελίχθηκε στο αμάρτημα της οκνηρίας) και η νευρασθένεια. Αυτό που αλλάζει είναι η γλώσσα και οι μεταφορές που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την εξάντληση, καθώς και οι ερμηνείες που της αποδίδουμε, οι οποίες διαφέρουν από εποχή σε εποχή.
Σε συλλογικό επίπεδο, η Σάφνερ εντοπίζει ως κύριες αιτίες του burnout την ηθική του καπιταλισμού και τις επιταγές της οικονομικής ανάπτυξης, τις αυξανόμενες ανταγωνιστικές απαιτήσεις και τη φετιχοποίηση της παραγωγικότητας. Επίσης, υπογραμμίζει την εμπορευματοποίηση του χρόνου, την αίσθηση του επείγοντος που μας κατατρέχει στην κοινωνία υψηλών ταχυτήτων στην οποία ζούμε αλλά και τη σύνδεση της εργασίας με την αυτοπραγμάτωση.
Ασφαλώς, όμως, υπάρχουν και ατομικά ή ψυχολογικά αίτια: η δυσκολία στη διαχείριση της αποτυχίας, ο μόνιμος εσωτερικός κριτής ή το αυστηρό υπερεγώ μας που μας υπενθυμίζει διαρκώς πως είμαστε ανεπαρκείς και υποβαθμίζει τις επιτυχίες μας, η παγίδα της τελειομανίας αλλά και άλλοι άνθρωποι γύρω μας που ενδέχεται να μας στραγγίζουν από ενέργεια.
Τι καθιστά τόσο επικίνδυνο το burnout; Οι έρευνες δείχνουν πως συχνά οι «καμένοι» είναι άτομα με υψηλές επιδόσεις και με μεγάλη ζήτηση. Η εμπειρία του burnout μπορεί να μετατραπεί σε μια «ηρωική διάγνωση» που κάποιοι φέρουν ως παράσημο. Το burnout συνοδεύεται από «κύρος και πολιτισμική επιβεβαίωση», σημειώνει η Σάφνερ, γεγονός που το καθιστά μια ιδιαίτερα δελεαστική παγίδα. Όπως η νευρασθένεια ήταν κάποτε η ασθένεια των εκλεπτυσμένων και ευαίσθητων μεγαλοαστών, το burnout σήμερα παρουσιάζεται ως το σύνδρομο των περιζήτητων και πετυχημένων.

Το βιβλίο είναι εξαντλημένο στον εκδότη
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην έννοια του «ποσού της ζωής» (life-cost), μια έννοια που η συγγραφέας δανείζεται από το βιβλίο «Walden ή Η ζωή στο δάσος» του Αμερικανού φιλοσόφου Χένρι Ντέιβιντ Θορό και έχει να κάνει με το τίμημα που είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλουμε, προκειμένου να απολαμβάνουμε τις ανέσεις στη ζωή μας. O Θορό ουσιαστικά προανήγγειλε τη σύγχρονη συζήτηση γύρω από την ισορροπία προσωπικής και επαγγελματικής ζωής. Το ερώτημα είναι απλό: αξίζει να δουλεύουμε 12ωρα και να στερούμαστε χρόνο από τους αγαπημένους μας; Αξίζει ο μισθός μας τις πολλαπλές θυσίες που απαιτεί από μας; Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν την πολυτέλεια αυτής της επιλογής, όταν οι οικονομικές υποχρεώσεις πιέζουν και η απειλή της ένδειας είναι υπαρκτή. Ωστόσο, η έννοια του «ποσού της ζωής» μάς παρακινεί να αναρωτηθούμε τι έχει τελικά αξία για μας και κατά πόσο ξοδεύουμε αλόγιστα τον πεπερασμένο χρόνο της ζωής μας.
Έχουμε εμποτιστεί τόσο πολύ από την κουλτούρα του ανταγωνισμού και της παραγωγικότητας, σε όλους τους τομείς τη ζωής μας, ώστε αρκετές απλές παραδοχές όπως η σημασία της ξεκούρασης –η οποία κάποτε ήταν απαραίτητη και για την ενίσχυση της συνοχής των κοινοτήτων– ή η ανάγκη να επιβραδύνουμε τους ρυθμούς μας ακούγονται παράδοξες και εξωπραγματικές στον αναγνώστη που έχει εθιστεί στην «πιεστική αλλά και μεθυστική αίσθηση του επείγοντος».
Η σημαντικότερη συνεισφορά του βιβλίου έγκειται στο ότι δεν αποκόπτει την επαγγελματική εξουθένωση από ευρύτερες κοινωνικές δυναμικές. Μπορεί να διαβαστεί και ως μια κριτική σε βαθύτερες πολιτισμικές στάσεις και αξίες απέναντι στην εργασία, την παραγωγικότητα, την ανάπαυση και τον χρόνο, και στον τρόπο με τον οποίο αυτές έχουν διαμορφώσει –και τελικά διαβρώσει– την καθημερινότητά μας. Η εξάντλησή μας τελικά λειτουργεί ως ένας αντιπροσωπευτικός καθρέφτης των ραγδαία μεταβαλλόμενων και πολύπλοκων καιρών που ζούμε. Ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στο Zeitgeist, δηλαδή στο πνεύμα της εποχής και στο πώς μας διαμορφώνει. Οι παράγοντες στους οποίους αποδίδουμε την εξάντλησή μας δεν είναι ποτέ τυχαίοι. Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι άνθρωποι ανησυχούσαν για την επιτάχυνση που έφερνε η τεχνολογική πρόοδος στις μεταφορές και τις επικοινωνίες. Σήμερα, στον 21ο αιώνα, ζούμε μια εποχή «συλλογικής παράλυσης» και «μετα-κρίσης», όπου μετά από διαδοχικές κρίσεις βρισκόμαστε στα όρια της κατάρρευσης και αντιμετωπίζουμε απειλές σε πολλαπλά μέτωπα.
Τι μπορεί να μας βγάλει τελικά από τον φαύλο κύκλο του burnout και από αυτή την γκρίζα ζώνη όπου σαν τον Μπάρτλμπυ τον γραφέα κοιτάμε ασάλευτοι το κενό ή διάγουμε τις μέρες μας στην κόλαση – όχι του Δάντη, αλλά της μόνιμης εξάντλησης; «Η εξάντληση είναι πριν απ’ όλα ένα προειδοποιητικό σημάδι ότι ο τρόπος ζωής μας δεν είναι βιώσιμος», τονίζει εμφατικά η Σάφνερ. Όταν η εξάντληση μάς χτυπήσει την πόρτα, οφείλουμε να την καλωσορίσουμε και να ακούσουμε τι έχει να μας πει. Το burnout δεν πρέπει να βιώνεται ως προσωπική αποτυχία. Η λύση βρίσκεται στην αναγνώριση των κοινωνικών αιτιών που δεν σχετίζονται με μας, στη συνειδητοποίηση των επιζήμιων παραδοχών που έχουμε κανονικοποιήσει και στην αντικατάστασή τους με αξίες που εξυμνούν τη ζωή, όσο κι αν μια τέτοια προτροπή μπορεί να ακούγεται ευχολόγιο. Η συγγραφέας μάς καλεί να επανεκτιμήσουμε τη «χαρά που ενυπάρχει στη βραδύτητα» και να αποσυνδέσουμε την αυτοεκτίμησή μας από την εργασία μας.
Το «Εξάντληση – Ένα αντίδοτο στο burnout» ουσιαστικά μας ωθεί να θέσουμε το ερώτημα: ποιοι είμαστε χωρίς την εργασία μας; Ποιοι είμαστε αν σταματήσουμε να δουλεύουμε; Εκεί ίσως βρίσκεται και η μεγαλύτερη δυσκολία στην αντιμετώπιση της εξάντλησης. «Για πολλούς από εμάς είναι όλο και πιο δύσκολο απλώς να “υπάρχουμε”, παρά να “κάνουμε” κάτι», επισημαίνει η συγγραφέας και συνεχίζει: «Η εργασία στον 21ο αιώνα είναι το συλλογικό μας ναρκωτικό, ένα νέο όπιο των μαζών». Βιώνουμε έναν πολιτισμό θεμελιωμένο στις αρχές της αριστείας, της βελτίωσης της επίδοσης και της τελειοθηρίας.
Το burnout μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες μας. Μπορεί να γίνει αφορμή να εγκαταλείψουμε ζημιογόνες συνήθειες και πεποιθήσεις και να ανακαλύψουμε ξανά την αξία του παρόντος και της χαράς – ίσως τη μόνη πραγματική διέξοδο από το σισύφειο μαρτύριο του burnout και την έρημο της εξάντλησης.














