Είναι δύσκολο να απαριθμήσει κάποιος τα γεγονότα και τα στοιχεία που συνιστούν ένα εγχείρημα τόσο φιλόδοξο και μαξιμαλιστικό όσο το DAU. Το 2006, ο τότε 30χρονος Ίλια Κριτσανόφσκι έβαλε μπροστά την ιδέα μιας βιογραφίας του κβαντοφυσικού Λεβ Λαντάου, ο οποίος τιμήθηκε με Νόμπελ το 1962. Το project πήρε τη μορφή ενός multimedia λεβιάθαν, παραφυάδες του οποίου εκτέθηκαν και προβλήθηκαν σε πολλές μορφές, ανάμεσά τους και μια κινηματογραφική εκδοχή το 2020 στη γερμανική Μπερλινάλε.
Η «μητρική» εκδοχή, όπως ο ίδιος ο Ρώσος σκηνοθέτης την αποκαλεί, είναι η τρίωρη ταινία με τίτλο DAU, που προβλήθηκε μόλις στο διαγωνιστικό τμήμα του 83ου Φεστιβάλ Βενετίας, υποβολή που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από επίσημους φορείς της Ουκρανίας, αν και, μετά τον πόλεμο, ο Κριτσανόφσκι εγκατέλειψε τη χώρα του και πλέον κατοικεί στη Γερμανία – έχει επίσης βρετανικό και ισραηλινό διαβατήριο.
Ο χαρισματικός μαέστρος Κουρεντζής εκτίθεται πολύ στον φακό και δεν αποφεύγει δραματικές αμηχανίες που δεν εγκυμονούν πάντα το εύρος και το βάθος του χαρακτήρα, παρά μόνο από τα συμφραζόμενα.
Έχει αποκηρύξει με δηλώσεις του τον Βλαντίμιρ Πούτιν, κάτι που έχει αποφύγει επανειλημμένα να πράξει ο πρωταγωνιστής του, ο πολυβραβευμένος Έλληνας, με ρωσική υπηκοότητα και καλλιτεχνική παιδεία, αρχιμουσικός Θεόδωρος Κουρεντζής, επικαλούμενος το αναφαίρετο δικαίωμα στη σιωπή. Μάλιστα, έχει πληρώσει το τίμημα της στάσης του με αποκλεισμό από φεστιβάλ κλασικής μουσικής σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, αν και το τελευταίο διάστημα το εμπάργκο έχει χαλαρώσει.
Αυτό που είδαμε ήταν μια σειρά από σεκάνς που είχαν γυριστεί στο Χάρκοβο (της Ουκρανίας, να θυμίσουμε) πολλά χρόνια πριν και στις οποίες γυρίστηκαν και προστέθηκαν σχετικά πρόσφατα επιπρόσθετες σκηνές, που μοντάρονταν εδώ και τρία χρόνια.
Σίγουρα το DAU δεν μοιάζει και δεν είναι τυπική βιογραφία. Το αντίθετο: κάνει τα πάντα για να αποφύγει την αναμενόμενη περιγραφή ενός ρωσικού ανάλογου του Οπενχάιμερ, ενός επιστήμονα που κλήθηκε να υποτάξει τις θεωρίες του στις μιλιταριστικές προθέσεις και βασανίστηκε, με διαφορετικό τρόπο ομολογουμένως, να προσπεράσει το ηθικό δίλημμα σε μια χώρα εξόχως τιμωρητική, ειδικά στη σταλινική της φάση.
Επιλέγοντας ως αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστή τον Κουρεντζή, ο Κριτσανόφσκι παίρνει την ελευθερία για την πιο σημαντική εκτροπή από την ιστορική ακρίβεια, αλλάζοντας την εθνικότητα του Λαντάου σε ελληνική. Στην ταινία, ο ήρωας έχει φτάσει στη Ρωσία στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και, μάλιστα, σε μια επίσκεψη αγαπημένης απ’ τα παλιά, της Μαρίας (η Μαρία Ναυπλιώτου, σε σύντομο, συγκινητικό ρόλο), επισημαίνει τη διαφορά των χρωμάτων και της αφής της νιότης από τη νέα του ζωή.
Ο Ντάου, όπως τον φωνάζουν όλοι οι φίλοι και συνάδελφοι, είναι ιδιοφυΐα: δεν το βλέπουμε, δεν αναλύεται, αλλά, αφού το λένε οι άλλοι, θα πρέπει να τους πιστέψουμε! Το δείγμα γραφής του επιδεικνύεται ελάχιστα, τόσο αποσπασματικά δε, που, αν δεν γνωρίζαμε από τη φήμη του και το διάχυτο δέος που προκαλεί στον περίγυρό του τι είχε πετύχει ο πατέρας της υπερρευστότητας και του διαμαγνητισμού, ανάμεσα στις μυριάδες θεωρίες και μεθόδους που ανέπτυξε στην τριαντάχρονη πορεία του στο τιμόνι του Ινστιτούτου Μηχανικής και Μηχανολογίας, θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε άλλος, όχι απαραίτητα ιστορικά αξιοσημείωτος.
Παρακάμπτοντας την ουσία και το περιεχόμενο που κρύβονται πίσω από το ονειροπόλο, ανήσυχα σαστισμένο βλέμμα του Ντάου, αυτό που ενδιαφέρει τον σκηνοθέτη (με μια αδιόρατη αίσθηση από το Brutalist, με το οποίο μοιράζεται τον ίδιο διευθυντή φωτογραφίας) είναι η επιβλητική, ψηλόλιγνη φιγούρα ενός αρχικά ντροπαλού διανοούμενου, με το κατακόκκινο σακάκι του να ξεχωρίζει από τη μουντή παλέτα της γκαρνταρόμπας των υπολοίπων, και, στη συνέχεια, οι περιπετειώδεις απιστίες του, η ακλόνητη πίστη του στον ελεύθερο έρωτα, ο τρυφηλός βίος που έζησε, σε πείσμα ακόμη και των αντικομφορμιστικών πεποιθήσεων του κομμουνιστικού κόμματος, και οι απόψεις του για την ευτυχία και το νόημα της ζωής, που προκύπτουν από τις συζητήσεις του με τους συντρόφους και τη βίαιη σχέση του με τη σύζυγό του, Νόρα.
Ο Κριτσανόφσκι προοικονομεί το ζοφερό μέλλον του Ντάου και της Ρωσίας με οπτικοακουστικά φλας εικόνων προφητικής αγριότητας: το αιματοκύλισμα μιας χώρας που μοιάζει με σταλινικό κουκλοθέατρο σπιούνων και βασανιστών, υπονομεύει τα λαμπρά μυαλά, σκοτώνει συλλήβδην αθώους και στραβοκοιτάζει την πρόοδο που η ίδια ευαγγελίζεται, στεγνά, στυγνά, απάνθρωπα.
Η Ρωσία γίνεται ένα παραβολικό θέατρο σκιώδους τυραννίας για ολόκληρο τον 21ο αιώνα που ακολουθεί, με αφετηρία το Λένινγκραντ του 1928 και προσωρινό τέρμα τη Μόσχα του ’68, με τον φυσικό ένα ανήμπορο λάφυρο της τρομακτικής γραφειοκρατίας, με τους εθνικιστές να επελαύνουν – γράφτηκε σε ρεπορτάζ του Hollywood Reporter ότι χρησιμοποιήθηκαν αληθινά μέλη ακροδεξιών ομάδων, που τα έσπασαν κανονικά!
Αν ο Οπενχάιμερ ήταν «ο καταστροφέας των κόσμων», ο Ντάου εδώ παρουσιάζεται ως μοιραία φιγούρα με ασαφή ψυχισμό, σχετικά ανέκφραστος κομπάρσος σε μια ποταμιαία τραγωδία που τον παρασύρει σε δοκιμασίες, προδοσίες και αναλαμπές απόλαυσης, συβαριτικός και εγωκεντρικός στη δίνη μιας σαθρής συλλογικότητας (ακόμη κι αν υπήρξε ομοψυχία στην επιστημονική παρέα, το σύστημα δεν την περιχαράκωσε ποτέ), ένας ατελής αταίριαστος που φέρνει σε ένα κράμα Ρόμπερτ Σμιθ και Μίκη Θεοδωράκη.
Ο χαρισματικός μαέστρος Κουρεντζής εκτίθεται πολύ στον φακό και δεν αποφεύγει δραματικές αμηχανίες που δεν εγκυμονούν πάντα το εύρος και το βάθος του χαρακτήρα, παρά μόνο από τα συμφραζόμενα. Δεν παρέστη στην επίσημη πρεμιέρα ούτε στη συνέντευξη Τύπου για μια ταινία που εν πολλοίς συμμερίζεται τη θέση του περί αυτονομίας της τέχνης.
Σκηνογραφικά, το DAU είναι άθλος, ένα θέαμα από μόνο του, ένα μεγαλειώδες κολάζ από set pieces σε μια κολασμένη περιδίνηση, ανεπτυγμένη γραμμικά μεν, αλλά με μια πυρετώδη ασυνάφεια που δεν εξυπηρετεί πάντα το αμετάκλητα απαισιόδοξο όραμα του Κριτσανόφσκι.














