Αντιμέτωπη με μία νέα γεωπολιτική πραγματικότητα αναμένεται να βρεθεί η Ευρώπη στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, όπως παρουσιάζουν με δημοσίευμά τους οι Financial Times.
Πίσω από την αναμενόμενη επίδειξη ενότητας στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις έχουν αρχίσει να σκέφτονται ένα σενάριο, που μέχρι πρότινος, φάνταζε αδιανόητο.
Έπειτα από 12 μήνες κατά τους οποίους οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχασαν την εμπιστοσύνη τους στην προθυμία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να προστρέξει σε βοήθεια των συμμάχων του, γεννιούνται ερωτήματα που πριν από έναν χρόνο δεν θα ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα κατά τους Financial Times: πώς θα αμυνθεί η Ευρώπη χωρίς την Αμερική και πώς θα πολεμήσει χωρίς την αμερικανική στρατιωτική ηγεσία και την καθοριστική ισχύ πυρός που στηρίζουν το δόγμα του ΝΑΤΟ εδώ και γενιές;
Η Ευρώπη απέναντι στη Ρωσία χωρίς τις ΗΠΑ
Δεδομένων των επικρίσεων του Τραμπ για τις αμυντικές δαπάνες και της έλλειψης ευρωπαϊκής υποστήριξης στον πόλεμό του με το Ιράν, οι ηγέτες της ηπείρου δεν μπορούν πλέον να αγνοούν το σενάριο όπου θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τη ρωσική επιθετικότητα με πολύ λιγότερη αμερικανική υποστήριξη, ή, και καθόλου. Μια αναξιόπιστη Αμερική αναγκάζει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σε ριζική επαναξιολόγηση της ασφάλειάς τους, από τις δομές διοίκησης μέχρι το δόγμα μάχης και τις εξοπλιστικές προμήθειες, περιγράφουν οι FT.
Ορισμένοι αξιωματούχοι και ειδικοί υποστηρίζουν ότι η ήπειρος θα πρέπει να επινοήσει έναν νέο «ευρωπαϊκό τρόπο πολέμου», ο οποίος θα περιλαμβάνει περισσότερη περιφερειακή ηγεσία, όπλα χαμηλότερου κόστους κατά τα πρότυπα της Ουκρανίας, πιο αποτελεσματική παραγωγή και νέες στρατηγικές άμυνας.
«Το σενάριο για “παρουσία λιγότερης Αμερικής” δεν αφορά μόνο λιγότερα στρατεύματα ή άρματα μάχης», αναφέρει Γάλλος αξιωματούχος. «Αφορά το πώς θα πολεμήσουμε αν δεν χρειάζεται να πολεμήσουμε σαν Αμερικανοί».
Η Ευρώπη μόνη της;
Σύμφωνα πάντα με τους Financial Times, στην Άγκυρα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα προσπαθήσουν να πείσουν τον Τραμπ ότι αναλαμβάνουν το μερίδιο που τους αναλογεί. Τα -μη- αμερικανικά μέλη του ΝΑΤΟ αύξησαν τις αμυντικές τους δαπάνες κατά 20% ετησίως την τελευταία διετία. Ωστόσο, η αμερικανική πλευρά έχει ήδη ακυρώσει αναπτύξεις στρατευμάτων, έχει μειώσει τις δυνατότητες που διαθέτει στο ΝΑΤΟ και έχει ξεκινήσει εξάμηνη αναθεώρηση της στρατιωτικής της παρουσίας στην Ευρώπη.
Παράλληλα, η ταχεία εξάντληση των αποθεμάτων όπλων από τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι πελάτες θα πρέπει να περιμένουν αρκετά χρόνια για παραδόσεις αμερικανικού εξοπλισμού, γεγονός που τους αναγκάζει να αναζητήσουν εγχώριες εναλλακτικές λύσεις. Αντί για την ενίσχυση του ρόλου της ΕΕ, οι πρωτεύουσες επιθυμούν να διασώσουν το ΝΑΤΟ κάνοντας το λιγότερο αμερικανικό, ενισχύοντας τον ρόλο της Ευρώπης στις δομές διοίκησης.
Η αντικατάσταση των αμερικανικών δυνάμεων σε κρίσιμους τομείς όπως οι πληροφορίες, η αεράμυνα και ο ανεφοδιασμός στον αέρα παραμένει δύσκολη. Ενδεικτικά, η Γερμανία αυξάνει τις δαπάνες της στο 3,5% του GDP έως το 2029, όμως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι δύο στρατιωτικοί βαριάμπλες της Ευρώπης, βρίσκονται εκτός στόχων.
Το τέλος της «συντριπτικής ισχύος»
Έπειτα από τρεις δεκαετίες προετοιμασίας για επιχειρήσεις κατά «εσωτερικών ανταρτών», το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει ξανά την προοπτική ενός πολέμου υψηλής έντασης κατά της Ρωσίας. Ωστόσο, οι διοικητές παραδέχονται ότι το δόγμα της συμμαχίας είναι ξεπερασμένο.
Οι διδαχές από τον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου τα φθηνά, αναλώσιμα drones σε συνδυασμό με αισθητήρες έχουν επιβραδύνει τις ρωσικές προελάσεις, αναγκάζουν το ΝΑΤΟ σε προσαρμογή. Χωρίς τις ΗΠΑ, ο τρόπος μάχης θα αλλάξει ριζικά. Η Αμερική βασίζεται στην εφαρμογή συντριπτικής ισχύος στο κέντρο βάρους του αντιπάλου. Οι Ευρωπαίοι, αδυνατώντας να εφαρμόσουν τέτοια ισχύ, θα πρέπει να στραφούν σε μία διαφορετική αμυντική προσέγγιση, δημιουργώντας διλήμματα στον εχθρό και ανακόπτοντας την πορεία του.
Υπό την καθοδήγηση της Πρωτοβουλίας Αποτροπής της Ανατολικής Πτέρυγας, το ΝΑΤΟ εξετάζει τη χρήση οχυρώσεων, εκτεταμένης επιτήρησης, στοχοποίησης μέσω τεχνητής νοημοσύνης και μαζικής παραγωγής φθηνών drones και πυραύλων. Η πρόκληση είναι να προστατευθούν τα θωρακισμένα οχήματα από τις επιθέσεις των drones, χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό παραδοσιακών και νέων τεχνολογιών.
Το παράδειγμα της Ουκρανίας και το απόθεμα των όπλων
Η άμυνα της Ουκρανίας αποτελεί πλέον ένα παγκόσμιο πεδίο μάθησης, συνεχίζουν οι Financial Times. Η αντίσταση του Κιέβου, που χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την ΕΕ, αγοράζει χρόνο για τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης. Οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να ελκύονται από την ουκρανική προσέγγιση των πολύ πιο φθηνών όπλων, όπως έχει καθιερωθεί στη στρατιωτική αργκό.
Η Τουρκία, με έναν αναπτυσσόμενο και χαμηλού κόστους αμυντικό τομέα, μπορεί επίσης να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, συμπληρώνουν οι Financial Times. Οι ταχείς ρυθμοί καινοτομίας της Ουκρανίας έχουν εντείνει τη δυσαρέσκεια για τις δυσκίνητες ευρωπαϊκές διαδικασίες παραγωγής. Για παράδειγμα, γερμανικές εταιρείες επιδιώκουν πλέον κοινοπραξίες με ουκρανικές εταιρείες άμυνας για την εγχώρια παραγωγή φθηνότερων πυραύλων Κρουζ, όπως ο Flamingo.
Παρά την αυξανόμενη συναίνεση για την ανάγκη ανάληψης μεγαλύτερης ευθύνης, οι Ευρωπαίοι ηγέτες, απασχολημένοι με εσωτερικά πολιτικά προβλήματα, καθυστερούν την υλοποίηση των δεσμεύσεων.
Το βασικότερο πρόβλημα παραμένει η έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Πολλές χώρες εμπιστεύονταν τις ΗΠΑ για τη σωτηρία τους περισσότερο από οποιονδήποτε Ευρωπαίο εταίρο. Τώρα συνειδητοποιούν ότι η εμπιστοσύνη αυτή δεν υφίσταται πλέον, αλλά αυτό δεν μεταφράζεται αυτόματα σε εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Ωστόσο, δεδομένης της κατάρρευσης της αμερικανικής ηγεσίας, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να συνεργαστούν και να δημιουργήσουν μια δική τους δομή, εντός ενός ΝΑΤΟ όπου οι Αμερικανοί θα έχουν διαρκώς μειούμενο ρόλο.
Με πληροφορίες από Financial Times















