Απεβίωσε σε ηλικία 99 ετών ο Μιχαήλ Παπαδάκις, ανώτατος δικαστικός και ο πρώτος πρόεδρος του ΑΣΕΠ

Απεβίωσε σε ηλικία 99 ετών ο Μιχαήλ Παπαδάκις, ανώτατος δικαστικός και ο πρώτος πρόεδρος του ΑΣΕΠ. Ο Μιχαήλ Παπαδάκις υπηρέτησε ως Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου το διάστημα 1988-1993. Το 1994 επελέγη από τη Βουλή ως ο πρώτος πρόεδρος του νεο-ϊδρυθέντος τότε ΑΣΕΠ, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 2003. Η κηδεία του θα γίνει αύριο στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου στο Ρέθυμνο, τόπο καταγωγής του.

Δείτε περισσότερα στο ertflix.gr | Ακούστε περισσότερα στο ertecho.gr

Ποιος ήταν ο Μιχαήλ Παπαδάκις

Γόνος Κρητικής οικογένειας, επιφανούς για τις υπηρεσίες της προς την πατρίδα.

Ο πάππος του, Μιχαήλ Παπαδάκις του Νικολάου, φιλόλογος:

α) Ίδρυσε, επί τουρκοκρατίας, ελληνικό σχολείο στην επαρχία του.

β) Συμμετέσχε στις επαναστάσεις κατά των Τούρκων των ετών 1866 (Αρκάδι) και 1876, στη δεύτερη των οποίων εξελέγη πληρεξούσιος της επαναστατικής συνελεύσεως και μέλος της σχηματισθείσης τότε προσωρινής διοικήσεως Κρήτης και

γ) Διετέλεσε Δήμαρχος Ρεθύμνης, Νομάρχης, Βουλευτής και κυβερνητικό στέλεχος του Ελευθερίου Βενιζέλου επί Κρητικής Πολιτείας.

Ο πατέρας του, Μενέλαος Παπαδάκις του Μιχαήλ, δικηγόρος:

α)Έλαβε μέρος στην επανάσταση του Θερίσου το 1905 υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

β) Πολέμησε ως εθελοντής, πριν από την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, στους Βαλκανικούς Πολέμους, ιδιαιτέρως δε στη μάχη του Μπιζανίου για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

γ) Ήταν δήμαρχος Ρεθύμνης από το 1922 μέχρι το 1926 και δ) Απέθανε κατά τη γερμανική κατοχή το 1942 από κακουχίες που υπέστη εξαιτίας της μεταχειρίσεώς του από τους γερμανούς.

Ο αδελφός του πατέρα του, Νικόλαος Παπαδάκις του Μιχαήλ, Εισαγγελέας Εφετών:

α)Έλαβε μέρος, ως πληρεξούσιος της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου, στην επαναστατική συνέλευση των Κρητών το 1912.

β) Συμμετέσχε, ως εθελοντής, το 1916, υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, στην Εθνική Άμυνα της Θεσσαλονίκης και

γ) Ήταν Εισαγγελέας της έδρας, ως Επίτροπος, στη μεγάλη δίκη των δοσιλόγων πρωθυπουργών και υπουργών, επί γερμανικής κατοχής, των ετών 1941 -1944.

Η μητέρα του Άννα ήταν γόνος της οικογένειας Γοβατζιδάκη, η οποία υπό την ηγεσίαν του πάππου της, Νικολάου Γοβατζιδάκη, προσέφερε μεγάλες και πολύτιμες υπηρεσίες στον αγώνα του γένους για την απελευθέρωση της
Κρήτης και της Ηπείρου από τον Τουρκικό ζυγό.

Ο ίδιος, Μιχαήλ Παπαδάκις του Μενελάου, γεννήθηκε στο Ρέθυμνο την 21 Αυγούστου 1926. Είναι έγγαμος μετά της Αικατερίνης Νικολ. Βουρεξάκη, εκπαιδευτικού και πατέρας τριών τέκνων, δύο θυγατέρων και υιού.

Το έτος 1944 απεφοίτησε, ως πρώτος μαθητής της τάξεως του, από το εξατάξιο κλασικό γυμνάσιο Ρεθύμνης. Το έτος 1946, ύστερα από επιτυχία του στις εισαγωγικές εξετάσεις, εγγράφηκε στη Νομική Σχολή Αθηνών, από την οποία έλαβε πτυχίο το έτος 1954, εργαζόμενος καθόλη τη διάρκεια των σπουδών του κυρίως στη γραμματεία της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών.

Συμμετέσχε ως ηγετικό στέλεχος οργανώσεως εσωτερικού στην Εθνική Αντίσταση από τον Αύγουστο 1943 μέχρι και το Μάιο 1945, υπηρεσία για την οποία του απονεμήθηκε τον Ιανουάριο 1958, το μετάλλιο της Εθνικής Αντιστάσεως. Από τον Ιούλιο 1952 μέχρι και το Νοέμβριο 1953 εξεπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στο Στρατό ξηράς, ως προστάτης ορφανής και από τους δύο γονείς οικογενείας.

Κατόπιν επιτυχίας του στο διαγωνισμό του Νοεμβρίου 1954, για την πλήρωση 36 θέσεων, διορίσθηκε δικηγόρος Αθηνών. Κατόπιν επιτυχίας του στο διαγωνισμό του Νοεμβρίου 1955 διορίσθηκε Ειρηνοδίκης Σκιάθου. Κατόπιν επιτυχίας του στο διαγωνισμό του Μαρτίου 1956 διορίσθηκε Έμμισθος Πάρεδρος στο Πρωτοδικείο Πειραιώς. Τον Σεπτέμβριο 1958, ύστερα από επιτυχή δοκιμασία στη θέση του Έμμισθου Παρέδρου, διορίσθηκε Πρωτοδίκης. Με το βαθμό αυτό υπηρέτησε μέχρι τον Ιούνιο 1961 στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας και έκτοτε στο Πρωτοδικείο Πειραιώς μέχρι τον Αύγουστο 1969,
οπότε προήχθη κατ’ απόλυτη εκλογή σε Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών.

Κατά τη θητεία του στο Πρωτοδικείο Πειραιώς και ως Πάρεδρος και ως Πρωτοδίκης, υπηρέτησε στο Τμήμα Ναυτικού και Δημοσίου Δικαίου. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών ως Πρόεδρος Πρωτοδικών υπηρέτησε, επικεφαλής των τμημάτων εκουσίας δικαιοδοσίας, ενοχικού και εμπραγμάτου δικαίου, με παράλληλη συμμετοχή κάθε εβδομάδα στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μέχρι τον Απρίλιο 1973 οπότε προήχθη, κατ’ απόλυτη επίσης εκλογή, σε Εφέτη Πατρών. Στη θέση αυτή υπηρέτησε μέχρι τον Απρίλιο 1975 οπότε μετατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκεί υπηρέτησε μέχρι τον Ιούλιο 1979, οπότε προήχθη, κατ’ απόλυτη και πάλιν εκλογή, σε Αρεοπαγίτη. Κατά την προαγωγήν του στον βαθμό του Αρεοπαγίτη παρελείφθησαν τριάντα εννέα Πρόεδροι Εφετών και Εφέτες, οι οποίοι προηγούντο αυτού στην σειράν της επετηρίδας.
Κατά τη θητεία του στο Εφετείο Αθηνών υπηρέτησε στα τμήματα εργατικών διαφορών, ενοχικού και δημοσίου δικαίου.
Το Δεκέμβριο 1988 προήχθη σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, θέση την οποία κατείχε μέχρι την 30 Ιουνίου 1993, οπότε καταλήφθηκε από το όριο ηλικίας. Κατά τη θητεία του στον Άρειο Πάγο υπηρέτησε κατά το πλείστον στο τμήμα εργατικών διαφορών αρχικώς ως Αρεοπαγίτης και από το έτος 1988 ως Πρόεδρος του Τμήματος αυτού με τον βαθμό του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου. Κατά τη διάρκεια της θητείας του αυτής συνέβαλεν ουσιωδώς στη διαμόρφωση της νομολογίας του Ακυρωτικού επί θεμάτων εργατικού δικαίου.

Κατά τα έτη 1992 και 1993, ως Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ορίσθηκε και άσκησε καθήκοντα και Προϊσταμένου της Επιθεωρήσεως των Τακτικών, Πολιτικών και Ποινικών, Δικαστηρίων, αφού προηγουμένως είχε διατελέσει, ως Αρεοπαγίτης, Επιθεωρητής της Πρώτης Δικαστικής Περιφέρειας της Χώρας. Δηλαδή εκείνης στην οποία υπηρετούσαν τότε οι περισσότεροι Δικαστικοί Λειτουργοί του Κράτους.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Προϊστάμενος της Επιθεωρήσεως:

α) Ήταν Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επιθεωρήσεως, το οποίο έκρινε τις προσφυγές των Δικαστικών Λειτουργών κατά των εκθέσεων των Αρεοπαγιτών.

β) Ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Δικαστικών Σπουδών.

γ) Εφαρμόσθηκε, υπό την ηγεσία, την καθοδήγηση και την εποπτεία του, η πληροφορική σε όλη την έκταση της λειτουργίας του Αρείου Πάγου (αρχείο νομολογίας, διαχείριση δικογράφων, ταμειακή διαχείριση, αλληλογραφία, καθαρογραφή εισηγήσεων και αποφάσεων, τήρηση αλληλογραφίας, βιβλιοθήκη, δύναμηπροσωπικού όλων των Δικαστηρίων, μητρώο δικαστικών λειτουργών), γεγονός το οποίο είχε αποτελέσει όραμα, στόχο του και αντικείμενο συνεχών εντεταμένων προσπαθειών του προς πολλαπλές κατευθύνσεις από του χρονικού σημείου της προαγωγής του σε Αρεοπαγίτη. Τότε, με την αποτελεσματική συνδρομή των συναδέλφων του Παναγιώτη Κατραλή, ενθουσιώδους οπαδού και λάτρη της πληροφορικής και Σαμουήλ Σαμουήλ, Προϊσταμένου τότε του Εφετείου Αθηνών, για να καταστεί πραγματικότητα η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 12 του Κανονισμού Λειτουργίας του Αρείου Πάγου (ΦΕΚ Α 33/1958), προέβη, με συνεργείο
δικαστών της ουσίας πρώτου και δεύτερου βαθμού, στην αποδελτίωση 12.000 αποφάσεων του Αρείου Πάγου.

δ) Την 8 Οκτωβρίου 1992 προήδρευσε του εις Λευκωσίαν Κύπρου διεξαχθέντος συνεδρίου με θέμα τη «Δημοκρατική Νομιμοποίηση του Δικαστή».

ε) Την 20 Απριλίου 1993 προήδρευσε του εις Λευκωσίαν Κύπρου διεξαχθέντος συνεδρίου με θέμα «Λόγοι Διαζυγίου κατά το Ελληνικό και Κυπριακό Δίκαιο».

στ) Κατά τα έτη 1992 και 1993 διετέλεσε, βάσει γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων, πρόεδρος του κοινωφελούς Ιδρύματος «Αδελφών Παύλου Μπάκαλα», σκοπός του οποίου είναι η χορήγηση υποτροφιών για σπουδές στην αλλοδαπή σε αριστούχους, απόρους, μαθητές γυμνασίου.

ζ) Ενόψει της λόγω ορίου ηλικίας, αποχωρήσεως του από το Δικαστικό Σώμα απέστειλε, την 30 Ιουνίου 1993, μακροσκελή και πλήρως τεκμηριωμένη έκθεση στον Υπουργό Δικαιοσύνης, με την οποία εισηγείτο την λήψη συγκεκριμένων, εφικτών κατ’ αποτέλεσμα, μέτρων για την βελτίωση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης σε όλα τα βήματά της. Κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας των επίορκων συνταγματαρχών ήταν μέλος της αντιστασιακής οργανώσεως «Δημοκρατική Άμυνα». Τότε, ως Πρόεδρος Πρωτοδικών, εματαίωσε την προσπάθεια των πρωτεργατών της δικτατορίας να διαλύσουν τους φοιτητικούς συλλόγους, καθώς και άλλα σωματεία, τα οποία δεν τους ενέπνεαν εμπιστοσύνη.

Την 5 Απριλίου 1994, επελέγη από το Προεδρείο της Βουλής, με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων (4/5), Πρόεδρος του, με το Νόμο 2190/1994 ιδρυθέντος, ΑΣΕΠ, θέση στην οποία υπηρέτησε έκτοτε μέχρι και την 23 Απριλίου 2003. Σκοπός του Ν. 2190/1994 ήταν η προστασία της άσκησής του, από το άρθρο 22 του Συντάγματος προστατευομένου, ατομικού δικαιώματος της εργασίας στο χώρο του δημοσίου τομέα, στενότερου και ευρύτερου. Δηλαδή το δικαίωμα αυτό να ασκείται υπό συνθήκες απόλυτης διαφάνειας, δημοσιότητας, αντικειμενικότητας και αξιοκρατίας.΄ Έτσι δε να εκριζωθεί η αντίληψη, ή και υποψία ακόμη, ότι διορίζεσαι σε θέση προσωπικού του δημόσιου τομέα γιατί συνδέεσαι με οποιοδήποτε τρόπο με κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο και συγχρόνως να εμπεδωθεί η πεποίθηση ότι ο διορισμός γίνεται με πιστή εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας. Στόχος του, από της αναλήψεως των καθηκόντων του, ως πρώτος πρόεδρος του ΑΣΕΠ, οπότε παρέλαβεν από τον τότε Υπουργόν Προεδρίας της Κυβερνήσεως Αναστάσιον Πεπονήν το κείμενον του ιδρυτικού του Νόμου 2190/1994, ήταν η, σε συντομότερον, κατά το δυνατόν, χρόνον πραγματοποίηση, συγκρότηση και λειτουργία, ως Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής, του νέου θεσμού.

Η προς επίτευξη του στόχου αυτού δραστηριότητά του εστράφη προς τρεις κατευθύνσεις:

α) Στην σύνταξη των, εκτελεστικών του Ν.2190/1994, δευτερογενών κανόνων δικαίου, οι οποίοι με πρότασή του, αποτέλεσαν το περιεχόμενον Προεδρικών Διαταγμάτων και Υπουργικών αποφάσεων,

β) Στην συγκρότησην και, δια μετατάξεων από τον, έχοντα περίσσειαν προσωπικού, στενον και ευρύτερον δημόσιον τομέα, στελέχωση της Γραμματείας του ΑΣΕΠ με, κορυφαίας ποιοτικής και ποσοτικής αποδόσεως, πρόσωπα, έχοντα λευκόν πειθαρχικόν και ποινικό μητρώον, με πλήρη εφαρμογή των αρχών της διαφάνειας, της δημοσιότητας, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας. Έτσι δε να μην αυξηθεί έτι πλέον υπερμέτρως ο αριθμός στον τομέα αυτόν υπηρετούντων υπαλλήλων και

γ) Στην μηχανοργάνωση της λειτουργίας του ΑΣΕΠ, το οποίον αρχικώς, αλλά προσωρινώς, εξυπηρετείτο από την αντίστοιχη υπηρεσία του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, με πρώτη εφαρμογή αυτής (μηχανοργάνωσης) στις διαδικασίες πληρώσεως των προκηρυσσομένων θέσεων μονίμου και εποχικού προσωπικού.

Από κοινού με τον, κατά τον αυτόν τρόπον εκλεγέντα από το Προεδρείο της Βουλής, Αντιπρόεδρο του ΑΣΕΠ προέκτεινε συγκεκριμένο αριθμό υποψηφίων μελών του ΑΣΕΠ, από τα οποία επελέγησαν οι καταλαβόντες τις θέσεις των συμβούλων του.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής θητείας του συνέταξε επίσης και όλες τις προς τους Συμβούλους του ΑΣΕΠ, τη γραμματεία του ΑΣΕΠ και όλες τις λοιπές δημόσιες υπηρεσίες του Κράτους, απευθυνόμενες εγκυκλίους, με τις οποίες παρέχοντο οδηγίες για τον τρόπο εφαρμογής τόσο των διατάξεων του Ν. 2190/1994, όσο και εκείνων με τις οποίες τροποποιήθηκε διαδοχικώς ο Νόμος αυτός.

Εμερίμνησε, την, με ευρύτητα πνεύματος, εφαρμογή των διατάξεων περί επιλογής των υποψηφίων και ελέγχου της σχετικής νομιμότητας, τυπικής των προκηρύξεων, τυπικής δε και ουσιαστικής των πινάκων επιλογής των διοριστέων, έτσι ώστε να μην εκδίδονται, επί του αυτού θέματος, αντιφατικές αποφάσεις από τα Τμήματα του ΑΣΕΠ κατά την έρευνα της νομιμότητας των υπ’ αυτών ελεγχομένων προκηρύξεων και πινάκων επιλογής. Όταν δε, κατ’ εξαίρεση, τα μέλη των αντιφατικώς αποφηναμένων Τμημάτων ενέμεναν στην εγκυρότητα της κρίσεώς τους, το θέμα παραπέμπετο και ελύετο δεσμευτικώς
για όλους από την Ολομέλεια Μείζονα ή Ελάσσονα, αναλόγως της περιπτώσεως, σύμφωνα με τον, από εκείνον καταρτισθέντα, κανονισμό λειτουργίας του ΑΣΕΠ.

Κατά τη διάρκεια της υπερεννεαετούς θητείας του ως Πρόεδρος του ΑΣΕΠ (5 Απριλίου 1994 – 23 Απριλίου 2003) υπήρξε πιστός και άτεγκτος στην πλήρη εφαρμογή του Νόμου και ιδιαιτέρως στην απόλυτη εφαρμογή των αρχών της διαφάνειας, δημοσιότητας, αντικειμενικότητας, αξιοκρατίας και ισονομίας. Η με θρησκευτική ευλάβεια τήρηση της πορείας του αυτής τον
έφερε, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα και τις ετήσιες, κατά τα άρθρα 5 παρ. 1 εδαφ. δ’ και 10 του Ν.2190/1994, εκθέσεις του ως Προέδρου του ΑΣΕΠ, σε σύγκρουση όχι μόνο με πρόσωπα που ήσαν επικεφαλής υπηρεσιών του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και με πολιτικά πρόσωπα, τα οποία ανεπιτυχώς επιδίωξαν, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, την παράκαμψη, ή την μη εφαρμογή, των διατάξεων του νόμου και των προμνησθεισών αρχών.

Έτσι αντιμετώπιζε, κατά τρόπο άμεσο, αποφασιστικό και ανένδοτο, κάθε προσπάθεια, αποθενδήποτε προερχόμενη, περιγραφής, καταστρατηγήσεως και αμέσου ή εμμέσου παραβάσεως των διατάξεων του Ν. 2190/1994. Με το ίδιο πνεύμα ισονομίας, αξιοκρατίας, διαφάνειας και αντικειμενικότητας αντιμετώπιζε το προσωπικό της γραμματείας του ΑΣΕΠ.

Έτσι ώστε η εκτίμηση, βάσει των προμνησθεισών αρχών, της αποδόσεως εκάστου εξ αυτών, ποιοτικής και ποσοτικής, να είναι ακριβοδίκαιη. Για αυτό και η προς το πρόσωπό του εκτίμηση, αγάπη και σεβασμός αυτών ήταν υψηλού επιπέδου. Το γεγονός αυτό διαπιστώθηκε και κατά τον χαιρετισμό που τους απηύθυνε, κατά την αποχώρησή του τον Απρίλιο 2003, οπότε τους ευχαρίστησε για την αγαστή μετ’ αυτού συνεργασία τους, εκείνοι δε τον αποχαιρέτησαν, κλαίοντες πολλοί εξ αυτών.

Κατά την τελευταίαν αυτήν, μετ’ εκείνων συνάντηση του:

1) Τους παρακάλεσε να συνεχίσουν με τον ίδιο, όπως μέχρι τότε, ζήλο και αφοσίωση να εκτελούν τα καθήκοντά τους, αποβέποντες τόσο στην ποιατική όσο και στην ποσοτική απόδοση της εργασίας τους,

2) Τους επεσήμανε, για να ενισχύσει επιπλέον την παράκλησή του αυτή, ότι η, σύμφωνα με τον προορισμό του, λειτουργία και απόδοση του ΑΣΕΠ εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από αυτούς, διότι αποτελούν την μόνιμη ραχοκοκαλιά του ΑΣΕΠ,
δοθέντος ότι τα μέλη του Συμβουλίου εναλλάσσονται συνεχώς ως εκ του περιορισμένου χρόνου της θητείας τους και

3) Τους συνέστησε και για την ιδίαν αυτών προστασίαν να καταρτίζουν εγγράφως, να χρονολογούν και να υπογράφουν την, προς τα αρμόδια τμήματα του ΑΣΕΠ, Μονομελή και Πολυμελή, απευθυνόμενη προεισήγησή τους επί του σε έκαστον ανατιθεμένου και υπ’ αυτών διαχειριζομένου θέματος.

  • Επί πλέον τον Ιανουάριο του έτους. 2015 εδώρησε το ΑΣΕΠ, για την συγκρότηση της βιβλιοθήκης του :
    α) Πλήρη σειρά της από της ίδρυσης του Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν ισχύουσας νομοθεσίας.
    B) Την περί της νομοθεσίας αυτής υπάρχουσαν νομολογίαν.
    γ) Δικαστηρίου Το Ευρωπαϊκόν Ευρωπαϊκών Δίκαιον, την επ’ αυτού θεωρίαν και νομολογίαν του Κοινοτήτων δ) Κρητικόν δίκαιον από τις δέλτους της Γόρτυνος και μεταγενεστέρως. ε) Τις εκδόσεις του Ινστιτούτου Κρητικού δικαίου.
    στ) Κυρ. Εκδόσεις του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος (Σ Βενιζέλος» και Πλήρη του Γ.Ε.Σ. σειράν των εκδόσεων της Διευθύνσεως Ιστορίας του Στρατού.
    Η βιβλιοθήκη αυτή, η οποία συνεχώς εμπλουτίζεται από τον δωρητήν της, τόμους. αριθμούσε μέχρι την 30 Σεπτεμβρίου 2016 χιλίους πενήντα (1050) Υπό τις συνθήκες αυτές επέτυχε να είναι πασίδηλη η αξιοπιστία του ΑΣΕΠ και, παρά την δικαιολογημένη αρχική δυσπιστία για την με πληρότητα εφαρμογή του Νόμου κατά την έναρξη της εφαρμογής του, να γίνει τελικώς αποδεκτός και σεβαστός ο θεσμός αυτός, όχι μόνον από το σύνολο του πολιτικού κόσμου της χώρας, αλλά και γενικότερα από την Ελληνική κοινωνία. Έτσι ο θεσμός, που προβλέφθηκε από το Ν. 2190/1994, το κείμενο του οποίου του παραδόθηκε κατά το διορισμό του, για την, με προσωπική του ευθύνη, εφαρμογή του, ενσαρκώθηκε σε μια αψόγως λειτουργούσα ανεξάρτητη διοικητική αρχή κοινής, τελικώς, αποδοχής κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του από το ΑΣΕΠ, κατά την οποίαν η μηχανογραφική του υπηρεσία, έχουσα κορυφαίου βαθμού λειτουργική πληρότητα, αποτελούσε πρότυπο και παράδειγμα προς μίμησην για τις λοιπές όμοιες υπηρεσίες του Δημοσίου.

Τότε του απονεμήθηκε και ο τίτλος του επιτίμου προέδρου του ΑΣΕΠ.

Η αποχώρησή του από τη θέση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι, εξαιτίας της θεσπίσεως την 20 Σεπτεμβρίου 2002 ειδικών προς τούτο διατάξεων (συνδυασμός των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και παρ 9 Ν.3051/2002) εστερήθει του δικαιώματος να είναι εκ νέου υποψήφιος για την περαιτέρω συνέχιση της επιτυχούς θητείας, του τούθ’ όπερ και επεδιώκετο με την θέσπισιν των, προσκρουουσών στην ρητήν επιταγήν του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, ρηθεισών διατάξεων.

www.ertnews.gr

Πηγή www.ertnews.gr