Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Νίκαια: «Άρχισα και τον βάραγα» λεει η εργαζόμενη ζαχαροπλαστείου που έδιωξε ληστή με… σφουγγαρίστρα –


Ήταν λίγο μετά τις 10 το βράδυ της Κυριακής όταν ένας επίδοξος ληστής εισήλθε στο ζαχαροπλαστείο φορώντας μπλε καπέλο και μαύρη χειρουργική μάσκα. Ο άντρας οι κινήσεις του οποίου καταγράφηκαν από κύκλωμα από κάμερα ασφαλείας πήγε αμέσως στο ταμείο.

Έβγαλε το πιστόλι και άρχισε να απειλεί την υπάλληλο. Απαιτούσε να του δώσει την είσπραξη. Κάποια στιγμή τη σημάδεψε με το όπλο, την κυνήγησε μέσα στο μαγαζί και πάτησε τη σκανδάλη.

Αυτό ήταν το λάθος του, καθώς η υπάλληλος αντιλήφθηκε πώς το όπλο δεν ήταν αληθινό. Και τότε οι ρόλοι αντιστράφηκαν.

Η γυναίκα άρπαξε μία σφουγγαρίστρα και άρχισε να κυνηγά τον δράστη. Πάντως, μέσα στην αναταραχή, ο δράστης κατάφερε να αρπάξει χρήματα από το ταμείο και να εξαφανιστεί.

Τώρα αναζητείται από τις αρχές.

«Άρχισα και τον χτύπαγα για να φύγει»

Στην εκπομπή Live News μίλησε η υπάλληλος η οποία περιέγραψε τη στιγμή που μπήκε ο επίδοξος ληστής, της είπε “ληστεία” και εκείνη αποκρίθηκε, «θα κάνω ότι πεις, μόνο μην με πειράξεις». Της ζήτησε τις εισπράξεις της ημέρας και να τις βάλει σε μια σακούλα.

«Δώστη μου κι όλα καλά» της είπε. Τότε ο δράστης κοίταξε προς τα έξω, η κοπέλα πάτησε το κουμπί του συναγερμού και έσπευσε να κρυφτεί. Ο δράστης πανικοβλήθηκε, έβγαλε το όπλο και έριξε τα άσφαιρα πυρά. Εκεί ξεκίνησε να τον κυνηγά.

«Μπαίνω στο μπάνιο, έχω ετοιμάσει νερό και σφουγγαρίστρα, βγαίνω και ξεκινάω πίσω από τα ψυγεία και ερχόμενη προς τα εδώ, φτάνω στο σημείο του ταμείου και βλέπω με την άκρη του ματιού μου, έχει μπει κάποιος κύριος. Έρχεται σιγά σιγά προς εμένα, με αργούς ρυθμούς και τον κοίταγα. Φόραγα μία μάσκα κόβιντ. Λέω “καλησπέρα”. Και με το καλησπέρα κοιτάω τα χέρια του και φορούσε γάντια. Εκεί κατάλαβα πως δεν είναι πελάτης.

Εκείνη τη στιγμή έβγαλε το όπλο, το είχε κοντά στο σώμα του και μου λέει “ληστεία”. Του λέω σε παρακαλώ πολύ μη με πειράξεις. Όχι όχι μου λέει, μια σακούλα πάρε και βάλε τα λεφτά του ταμείου.

Έρχομαι εδώ που είναι οι σακούλες, τραβάω μια σακούλα, την ανοίγω και έρχομαι προς το ταμείο όντως να του δώσω τα λεφτά. Και ο ιδιοκτήτης έχει πει, “ότι και να γίνει δώστε τα να φύγουν”.

Τη στιγμή εκείνη γυρίζει το κεφάλι του δεξιά για να δει εάν μπαίνει κάποιος. Πατάω το κουμπί πανικού και έσκυψα κάτω από τα ψυγεία. Γιατί κράταγε το όπλο και μέχρι στιγμής δεν ήξερα ότι είναι ψεύτικο.

Όταν μπήκα κάτω από τα ψυγεία άρχισε και πυροβολούσε στον αέρα. Εκεί κατάλαβα ότι είναι καψούλια.

Πήρα τη σφουγγαρίστρα και άρχισα και τον βάραγα.»





Πηγή: www.enikos.gr