Οι εξαφανίσεις που στοίχειωσαν την Ελλάδα και τον κόσμο


Η 30ή Αυγούστου έχει καθιερωθεί από τα Ηνωμένα Έθνη ως η παγκόσμια ημέρα των θυμάτων εξαφάνισης. Ο θεσμός της συγκεκριμένης ημέρας, που εμπνεύστηκε η Λατινοαμερικανική Ομοσπονδία Συγγενών Κρατουμένων-Εξαφανισμένων (FEDEFAM), έχει ως στόχο να επιστήσει την προσοχή όλων μας για τη μοίρα όσων κρατούνται σε άγνωστες συνθήκες, συχνά βίαιες, μακριά από τους γονείς/συγγενείς ή τους νόμιμους κηδεμόνες. Τέτοιου είδους εξαφανίσεις αποτελούν σοβαρή παραβίαση πληθώρας θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στη ζωή, στην προσωπική ελευθερία κ.ά.

Ενώ η αρχική πρωτοβουλία αφορούσε κυρίως θύματα πολιτικής βίας, η ημέρα αυτή έχει πλέον εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο σύμβολο για κάθε άτομο που χάθηκε χωρίς να αφήσει ίχνη, ανεξάρτητα από την αιτία της εξαφάνισής του. Ο πόνος που βιώνουν οι οικογένειες των εξαφανισμένων ατόμων, η αγωνιώδης αναζήτηση της αλήθειας και η αβεβαιότητα που διαρκεί για χρόνια, αποτελούν κοινά στοιχεία που διαπερνούν όλες τις υποθέσεις, όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ της voria.gr.

Τέτοιες υποθέσεις έχουν συμβεί τόσο στην Ελλάδα όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.

Η υπόθεση του Άλεξ Μεσχισβίλι (Βέροια, 2006)

Η υπόθεση του 11χρονου Άλεξ Μεσχισβίλι από τη Βέροια αποτελεί ένα από τα πλέον τραγικά κεφάλαια της σύγχρονης εγκληματολογικής ιστορίας της χώρας. Το απόγευμα της Παρασκευής 3 Φεβρουαρίου 2006, ο μικρός Άλεξ, με καταγωγή από τη Γεωργία, εξαφανίστηκε μεταξύ το απόγευμα από την περιοχή της Ελιάς, καθώς κατευθυνόταν από την προπόνηση του μπάσκετ στο μάθημα ζωγραφικής. Η αρχική αναζήτηση, που ξεκίνησε από την οικογένειά του και στη συνέχεια από τις αρχές, δεν απέφερε καρπούς, αφήνοντας το θρίλερ της εξαφάνισης να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Η τραγική φιγούρα της μητέρας του, Νατέλας, που εκλιπαρούσε για τη βοήθεια του κόσμου, έκανε την υπόθεση γνωστή στο πανελλήνιο.

Η ερευνητική δημοσιογραφία έπαιξε έναν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης, καθώς η τοπική αστυνομία αρχικά απέρριψε την εκδοχή της εμπλοκής ανηλίκων στην εξαφάνιση του 11χρονου ως «ακραία». Η τηλεοπτική εκπομπή «Φως στο Τούνελ» της Αγγελικής Νικολούλη όχι μόνο κράτησε την υπόθεση στην επικαιρότητα για μήνες, αλλά με τη συλλογή μαρτυριών κατάφερε να εδραιώσει την πεποίθηση ότι μια ομάδα ανηλίκων είχε εμπλακεί. Η επιμονή της δημοσιογράφου ανέδειξε μια «ομερτά» και την προσπάθεια μιας «κλειστής κοινωνίας» να συγκαλύψει αυτό που είχαν κάνει τα παιδιά της.

Τέσσερις μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2006, πέντε 13χρονα παιδιά από το σχολείο του Άλεξ ομολόγησαν ότι τον χτύπησαν θανάσιμα κατά τη διάρκεια ενός καβγά και έκρυψαν το σώμα του σε ανοιχτό χώρο ενός ιδιωτικού κτηρίου που προοριζόταν για κατεδάφιση. Ωστόσο, τα παιδιά αργότερα ανακάλεσαν τις ομολογίες τους, ισχυριζόμενα ότι πιέστηκαν από την αστυνομία. Οι έρευνες συνεχίστηκαν για χρόνια, με αναζητήσεις για το σώμα του Άλεξ μέχρι και το 2017, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μέχρι το 2025, η υπόθεση παραμένει άλυτη ως προς την ανάκτηση του σώματος, παρότι θεωρείται φόνος.

Η εξαφάνιση της Μάντλιν ΜακΚάν (Πορτογαλία, 2007)

Η εξαφάνιση της 3χρονης Μάντλιν ΜακΚάν από το διαμέρισμα των διακοπών της στο Πράια ντα Λουζ της Πορτογαλίας, στις 3 Μαΐου 2007, έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο γνωστά και πολυσυζητημένα μυστήρια παγκοσμίως. Το βράδυ της εξαφάνισης, οι γονείς της, Κέιτ και Γκέρι ΜακΚάν, δειπνούσαν σε ένα εστιατόριο σε μικρή απόσταση, έχοντας αφήσει την ίδια και τα δίδυμα αδέλφια της να κοιμούνται. Οι γονείς έκαναν τακτικούς ελέγχους στα παιδιά τους, ωστόσο, σε έναν από αυτούς, η Κέιτ ΜακΚάν διαπίστωσε ότι το παράθυρο ήταν ανοιχτό και πως η Μάντλιν έλειπε. Μια αναφορά από μια οικογενειακή φίλη, η οποία υποστήριξε ότι είδε έναν άνδρα να μεταφέρει ένα παιδί 45 λεπτά πριν δηλωθεί η εξαφάνιση, έθεσε τις βάσεις για την υπόθεση της απαγωγής.

Οι πορτογαλικές αρχές επικρίθηκαν έντονα για μια σειρά από λάθη που έγιναν κατά τις πρώτες, κρίσιμες ώρες της έρευνας, όπως η αποτυχία τους να αποκλείσουν άμεσα τον τόπο του εγκλήματος, να ελέγξουν όλα τα γύρω σπίτια και να ενημερώσουν άμεσα τις αρχές των συνόρων. Η υπόθεση προκάλεσε μια πρωτοφανή διεθνή κάλυψη από τα ΜΜΕ, που πολλοί συνέκριναν με την έκταση που είχε λάβει η είδηση του θανάτου της πριγκίπισσας Νταϊάνα.

Μετά από χρόνια ερευνητικής αβεβαιότητας, η υπόθεση αναζωπυρώθηκε δραματικά το 2020, όταν οι γερμανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι είχαν έναν επίσημο ύποπτο: τον Γερμανό Κρίστιαν Μπρούκνερ, έναν καταδικασμένο παιδόφιλο που εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Πορτογαλία. Παρότι οι αρχές δηλώνουν ότι πιστεύουν πως ο Μπρούκνερ είναι ο δολοφόνος, μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί επαρκή στοιχεία για την απαγγελία κατηγοριών. Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, με τις έρευνες να συνεχίζονται. Οι γονείς της Μάντλιν, παρά τα 17 χρόνια που έχουν περάσει, έχουν δηλώσει ότι η απουσία της ακόμα πονάει και πως διατηρούν ζωντανή την ελπίδα ότι η κόρη τους είναι ακόμα ζωντανή, αγοράζοντάς της ακόμα δώρα γενεθλίων κάθε χρόνο.

Το αίνιγμα του Λαρς Μίτανκ (Βουλγαρία, 2014)

Η εξαφάνιση του 28χρονου Γερμανού Λαρς Μίτανκ από το αεροδρόμιο της Βάρνας στη Βουλγαρία, στις 8 Ιουλίου 2014, αποτελεί ένα από τα πιο αλλόκοτα μυστήρια εξαφάνισης των τελευταίων ετών. Ο Μίτανκ βρισκόταν σε διακοπές με φίλους, όταν ενεπλάκη σε έναν καβγά με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο αφτί και να μη μπορεί να πετάξει με τους φίλους του. Έμεινε μόνος στη Βουλγαρία και έκτοτε άρχισε να εμφανίζει μια ιδιαίτερα παράλογη και παράξενη συμπεριφορά, η οποία κατέστη σαφής από τις τελευταίες του επικοινωνίες και καταγραφές.

Οι τελευταίες του στιγμές πριν την εξαφάνιση είναι ανατριχιαστικές. Ενώ βρισκόταν σε ένα κοντινό ξενοδοχείο, τηλεφώνησε στη μητέρα του και της είπε ψιθυριστά ότι κάποιοι προσπαθούσαν να τον σκοτώσουν ή να τον ληστέψουν. Λίγο αργότερα, οι κάμερες ασφαλείας του αεροδρομίου τον κατέγραψαν να περιφέρεται ανήσυχος και νευρικός. Κατευθύνθηκε προς το ιατρείο του αεροδρομίου, όπου ένας γιατρός τον βρήκε σε κατάσταση πανικού. Τη στιγμή που ένας εργάτης μπήκε στον χώρο, ο Μίτανκ πανικοβλήθηκε, εγκατέλειψε άρον-άρον το ιατρείο, πήδηξε έναν φράχτη και έτρεξε προς ένα δάσος.

Η έρευνα για τον Μίτανκ δεν οδήγησε σε κάποιο οριστικό συμπέρασμα. Η επικρατέστερη θεωρία, που υποστηρίζεται και από τη μητέρα του, είναι ότι ο νεαρός έπαθε μια ψυχωτική κρίση, πιθανότατα ως παρενέργεια του αντιβιοτικού (κεφπροζίλη) που του είχε χορηγηθεί για τον τραυματισμό του. Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι ήταν θύμα εγκληματικής ενέργειας, ενώ άλλες εικασίες αναφέρουν ότι ίσως εξαφανίστηκε σκόπιμα για να ξεκινήσει μια νέα ζωή.

Η εξαφάνιση του Μπεν Νίνταμ (Ελλάδα, 1991)

Η υπόθεση του Μπεν Νίνταμ αποτελεί ένα από τα πιο μακροβιότερα και πολυσυζητημένα μυστήρια εξαφάνισης στην ιστορία της Βρετανίας, με άμεση σύνδεση με την Ελλάδα. Ο 21 μηνών Μπεν, με καταγωγή από τη Βρετανία, εξαφανίστηκε στις 24 Ιουλίου 1991 από το αγροτόσπιτο των παππούδων του στην Κω, όπου η οικογένειά του είχε πάει για διακοπές. Τη στιγμή της εξαφάνισής του, ο μικρός έπαιζε έξω από το σπίτι, το οποίο ανακαίνιζε ο παππούς του, αλλά μέσα σε λίγα λεπτά τα ίχνη του χάθηκαν.

Η αρχική έρευνα από τις ελληνικές αρχές επικρίθηκε έντονα για σημαντικές καθυστερήσεις, καθώς δεν ενημερώθηκαν άμεσα τα αεροδρόμια και τα λιμάνια, χάνοντας πολύτιμο χρόνο. Η υπόθεση διατηρήθηκε ζωντανή στη δημόσια σφαίρα, με τη μητέρα του Μπεν, Κέρι Νίνταμ, να αγωνίζεται για την αποκάλυψη της αλήθειας. Για δεκαετίες, η επικρατέστερη θεωρία ήταν η απαγωγή. Οι βρετανικές αρχές τον θεωρούν νεκρό από το 2017. Παρ’ όλα αυτά, η σορός του δεν βρέθηκε ποτέ.

Τον Ιούλιο του 2024 ένας άνδρας από τη Δανία ισχυρίστηκε ότι οι παππούδες του του είχαν πει ότι τον πήραν από την Κω και ότι ήταν κρυμμένος για χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, η Κέρι Νίνταμ ήταν αρκετά επιφυλακτική, καθώς ήταν η τρίτη φορά φέτος που κάποιος παρείχε το DNA του για σύγκριση και αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ο Μπεν. Οι αμφιβολίες της τελικά επιβεβαιώθηκαν, όμως η ίδια είπε πως δεν θα σταματήσει να αναζητεί τι συνέβη στο παιδί της.

Η εξαφάνιση της Ιλένια Καρίσι (ΗΠΑ, 1994)

Η εξαφάνιση της Ιλένια Καρίσι στις 6 Ιανουαρίου 1994, από τη Νέα Ορλεάνη, συγκλόνισε την Ιταλία και την Ευρώπη, καθώς η 23χρονη ήταν η κόρη του διάσημου τραγουδιστικού ντουέτου Αλ Μπάνο και Ρομίνα Πάουερ. Η Ιλένια, που είχε το όνειρο να ταξιδέψει τον κόσμο, βρισκόταν στην πόλη με έναν μεγαλύτερό της σε ηλικία μουσικό του δρόμου, τον Αλεξάντερ Μασακέλα. Η εξαφάνισή της συνέβη υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, αφήνοντας πίσω της ένα αδιέξοδο και πολλές θεωρίες.

Η έρευνα επικεντρώθηκε στον Μασακέλα, ο οποίος συνελήφθη αρχικά, αλλά αφέθηκε ελεύθερος λόγω έλλειψης στοιχείων που να τον συνδέουν άμεσα με την υπόθεση. Η πιο διαδεδομένη θεωρία βασίζεται στη μαρτυρία ενός φύλακα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είδε μια γυναίκα που έμοιαζε με την Ιλένια να πηδάει στον ποταμό Μισισιπή, λέγοντας «Ανήκω στο νερό».

Η οικογενειακή τραγωδία πήρε μια ακόμα πιο δημόσια διάσταση, καθώς οι γονείς της διαφώνησαν ανοιχτά για τη μοίρα της κόρης τους. Ο Αλ Μπάνο πίστευε ότι είχε πνιγεί, ενώ η Ρομίνα Πάουερ αρνιόταν να δεχτεί αυτή την εξήγηση, θέλοντας να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα. Τελικά, η νομική έκβαση ήρθε το 2014, όταν η Ιλένια Καρίσι κηρύχθηκε επίσημα «νεκρή» κατόπιν αιτήματος του πατέρα της.

Η «Απογείωση» του Ντι. Μπι. Κούπερ (ΗΠΑ, 1971)

Η υπόθεση του Ντι. Μπι. Κούπερ αποτελεί ένα μοναδικό κεφάλαιο στην ιστορία των εγκλημάτων, καθώς ο αγνοούμενος δεν είναι το θύμα, αλλά ο ίδιος ο δράστης. Στις 24 Νοεμβρίου 1971, ένας άνδρας, με την ψευδή ταυτότητα «Νταν Κούπερ» (που λόγω ενός δημοσιογραφικού λάθους έγινε «Ντι. Μπι. Κούπερ»), επιβιβάστηκε στην πτήση 305 της Northwest Orient Airlines και, αφού επέδειξε μια βόμβα, ζήτησε 200.000 δολάρια και τέσσερα αλεξίπτωτα. Μετά την παράδοση των λύτρων στο αεροδρόμιο του Σιάτλ, ο Κούπερ διέταξε το αεροσκάφος να απογειωθεί με προορισμό το Μεξικό.

Κατά τη διάρκεια της πτήσης, ο Κούπερ προέβη σε μια πράξη που τον κατέστησε θρύλο: πήδηξε από την πίσω πόρτα του αεροσκάφους, σε μια περιοχή με καταιγίδα, παίρνοντας μαζί του τα λύτρα. Η τελευταία αυτή εικόνα του τον έκανε τον πρωταγωνιστή μιας από τις μεγαλύτερες και πιο εξαντλητικές έρευνες στην ιστορία του FBI, με την κωδική ονομασία «NORJAK». Παρά τις χιλιάδες υποδείξεις, τους εκατοντάδες υπόπτους και την εκτενή χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων, το FBI δεν κατάφερε ποτέ να τον εντοπίσει. Το 1980, ένα αγόρι βρήκε ένα τμήμα των λύτρων, ύψους 5.800 δολαρίων, θαμμένο σε μια όχθη του ποταμού Κολούμπια, αλλά αυτό δεν οδήγησε σε περαιτέρω εξελίξεις.

Η απουσία της αλήθειας, σε αυτήν την περίπτωση, δεν άφησε πίσω της ένα αίσθημα ανεκπλήρωτου πένθους, αλλά έναν μύθο, μια ιστορία όπου ο δράστης κατάφερε να εξαφανιστεί και να ζει για πάντα στη φαντασία του κόσμου. Το FBI έκλεισε επίσημα την υπόθεση το 2016, δηλώνοντας ότι οι πόροι του θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν καλύτερα σε άλλες περιπτώσεις, αφήνοντας έτσι τη θρυλική εξαφάνιση του Ντι. Μπι. Κούπερ άλυτη για πάντα.

«Frog Boys» (Νότια Κορέα, 1991)

Η εξαφάνιση πέντε αγοριών, ηλικίας 9 έως 13 ετών, από την πόλη Ντεγκού της Νότιας Κορέας στις 26 Μαρτίου 1991 αποτελεί ένα Κορεατικό τραύμα που έμεινε ανεξίτηλο στη συλλογική μνήμη της χώρας. Τα αγόρια, που αργότερα έγιναν γνωστά ως οι «Frog Boys» από το αρχικό τους σχέδιο να ψάξουν για αβγά σαλαμάνδρας (τα ΜΜΕ της χώρας νόμιζαν αρχικά ότι ψάχνανε αβγά βατράχου, εξού και το προσωνύμιο που τους δόθηκε) στο όρος Γουάριονγκ, δεν επέστρεψαν ποτέ στο σπίτι τους. Η εξαφάνισή τους προκάλεσε μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις αναζήτησης στην ιστορία της χώρας, με τη συμμετοχή 300.000 αστυνομικών και στρατιωτών, ενώ τα πρόσωπά τους ήταν παντού, ακόμα και σε προϊόντα λιανικής.

Η τραγική αποκάλυψη ήρθε 11 χρόνια αργότερα, το 2002, όταν τα λείψανά τους βρέθηκαν στο ίδιο βουνό, σε ένα σημείο που είχε υποτίθεται ερευνηθεί πολλές φορές. Παρόλο που η αστυνομία είχε αρχικά αποδώσει τους θανάτους σε υποθερμία, οι οικογένειες των παιδιών και οι ειδικοί αμφισβήτησαν έντονα αυτήν την εκδοχή. Στοιχεία όπως ρούχα δεμένα σε κόμπους, χτυπημένα κρανία και σφαίρες που βρέθηκαν κοντά στα σώματα υποδείκνυαν ξεκάθαρα ότι πρόκειται για φόνο. Η υπόθεση παρέμεινε άλυτη και, με την πάροδο του χρόνου, η νομοθεσία της χώρας έθεσε την υπόθεση σε παραγραφή.

Ωστόσο, η μνήμη των «Frog Boys» δεν ξεχάστηκε. Η μεγάλη δημοσιότητα και ο εθνικός αντίκτυπος της υπόθεσης οδήγησαν τελικά σε μια ιστορική νομοθετική μεταρρύθμιση. Ως αποτέλεσμα της λαϊκής πίεσης, το κοινοβούλιο της Νότιας Κορέας κατάργησε το 2015 τον νόμο περί παραγραφής για τους φόνους πρώτου βαθμού, ανοίγοντας εκ νέου την υπόθεση και προσφέροντας μια ελπίδα ότι ο δράστης, αν βρεθεί ποτέ, θα αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη.

Οι ιστορίες αυτές είναι κάτι περισσότερο από αστυνομικά θρίλερ. Είναι αφηγήσεις ανθρώπινου πόνου, ανθεκτικότητας και της αέναης αναζήτησης, ερωτήματα που μένουν για πάντα αναπάντητα. Είναι υπενθυμίσεις ότι, παρότι ο χρόνος περνά και οι υποθέσεις μπορεί να ξεθωριάζουν από τη δημόσια μνήμη, για τις οικογένειες και τις κοινότητες που έχουν επηρεαστεί η αναζήτηση της αλήθειας δεν σταματά ποτέ.

 





Πηγή: www.enikos.gr