Σε άμεσες μειώσεις στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις θα οδηγήσει η επιτάχυνση της ανάπτυξης φωτοβολταϊκών και μονάδων αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες έως το 2030, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η νέα έκθεση της SolarPower Europe η οποία δημοσιεύθηκε χθες. Ειδικότερα, ανάλογα με τη διείσδυση της «πράσινης» ενέργειας, οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά ρεύματος θα πέσουν έως και 14% φτάνοντας στα 63,4 ευρώ ανά μεγαβατώρα (€//MWh), κατά μέσο όρο, σε επιλεγμένες χώρες της ΕΕ (Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία, Ισπανία) που χρησιμοποίησαν οι μελετητές ως αντιπροσωπευτικό δείγμα.
Πτώση τιμών ρεύματος έως 14%
Ειδικότερα, στο βασικό σενάριο (Base Case), όπου η διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) θα συνεχιστεί με ήπιο ρυθμό οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας θα μειωθούν κατά περίπου 7% σε σχέση με το 2025, φτάνοντας κατά μέσο όρο τα 68,5 €/MWh. Αντίθετα, στο πιο φιλόδοξο και επικρατέστερο σενάριο «Solar+», όπου η ηλιακή ισχύς θα αυξάνεται σημαντικά και η αποθήκευση μπαταριών οκταπλασιάζεται σε περίπου 600 GWh (γιγαβατώρες), η πτώση των τιμών μπορεί να φτάσει το 14% ή τα 63,4 €/MWh.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα όπου τον Απρίλιο το μερίδιο των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα έφτασε στο 53% η μέση τιμή στο Χρηματιστήριο Ενέργειας υποχώρησε στα 88,72 ευρώ/MWh από 95 ευρώ/MWh τον Μάρτιο οπότε η πράσινη ηλεκτροπαραγωγή συμμετείχε με 47%.
Παράλληλα, η ενίσχυση της αποθήκευσης θα εξομαλύνει την παραγωγή από φωτοβολταϊκά, περιορίζοντας τις αιχμές και τη μεταβλητότητα, ενώ θα επιτρέψει καλύτερη αξιοποίηση της φθηνής ηλιακής ενέργειας και μείωση των ακραίων διακυμάνσεων στις αγορές ενέργειας. Έτσι, βάσει του πιο φιλόδοξου σεναρίου διείσδυσης ΑΠΕ και αποθήκευσης (Solar+) όχι μόνο μειώνονται περισσότερο οι τιμές σε σχέση με το Base Case, αλλά φαίνεται ότι η αγορά οδηγείται σε ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Εξοικονομήσεις 223 δισ. ευρώ έως το 2030
Η έκθεση καταδεικνύει ότι η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα συνεχίζει να επηρεάζει αρνητικά την οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια, ενώ εξελίξεις όπως ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναδεικνύουν πόσο ευάλωτο παραμένει το ενεργειακό σύστημα της Ευρώπης. Σε αυτό το σκηνικό, η ηλιακή ενέργεια δείχνει ήδη τη δυναμική της.
Μόνο στους δύο μήνες από την έναρξη του πολέμου, η ηλιακή ενέργεια στην Ευρώπη εξοικονόμησε 8,5 δισ. ευρώ σε εισαγωγές φυσικού αερίου ενώ συνολικά το 2025 η παραγωγή από φωτοβολταϊκά απέτρεψε εισαγωγές φυσικού αερίου αξίας 27,4 δισ. ευρώ στην ΕΕ για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο βασικό σενάριο (Base Case) που εξετάστηκε μια ήπια ανάπτυξη φωτοβολταϊκών φαίνεται ότι οδηγεί σε ετήσια εξοικονόμηση εισαγωγών φυσικού αερίου ύψους 44,4 δισ. ευρώ έως το 2030. Με μεγαλύτερη διείσδυση ΑΠΕ όμως (σενάριο Solar+) φτάνουν τα 53,3 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030, χάρη στην επιπλέον παραγωγή ηλιακής ηλεκτρικής ενέργειας που μειώνει ακόμη περισσότερο την εξάρτηση από το φυσικό αέριο. Δηλαδή, μεταξύ 2026 και 2030 εκτιμάται ότι μπορούν να αποφευχθούν εισαγωγές φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή αξίας 223 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τους μελετητές, η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης και η αντικατάσταση της ηλεκτροπαραγωγής των θερμικών μονάδων φυσικού αερίου με εγχώρια παραγωγή ηλιακής ενέργειας, είναι περιβαλλοντικά αναγκαία, οικονομικά συμφέρουσα για πολίτες και επιχειρήσεις και στρατηγικά κρίσιμη για μια πιο ασφαλή και προσιτή ενεργειακή πραγματικότητα στην Ευρώπη.
50% κάτω το λειτουργικό κόστος του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας
Η επίτευξη εγκατεστημένης ηλιακής ισχύος 600 GW φωτοβολταϊκών, υποστηριζόμενη από οκταπλασιασμό (σε σύγκριση με το 2025) της ενεργειακής χωρητικότητας αποθήκευσης ενέργειας (600 GWh), οδηγεί σε ένα ενεργειακό σύστημα με μερίδιο 68% ΑΠΕ στο σενάριο Solar+.
Και όσο οι ανανεώσιμες πηγές θα καθορίζουν συχνότερα τις τιμές στην χονδρεμπορική αγορά και θα εκτοπίζουν σταδιακά τον ρόλο της ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο στον καθορισμό των τιμών, το λειτουργικό κόστος του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας εκτιμάται ότι θα μειωθεί έως το 2030 σε σύγκριση με το 2025, λόγω της σημαντικής μείωσης της χρήσης ορυκτών καυσίμων. Στο βασικό σενάριο (Base Case), τα λειτουργικά κόστη μειώνεται κατά 29% ή κατά 33 δισ. ευρώ ετησίως ενώ στο Solar+ υποδιπλασιάζονται, με την εξοικονόμηση να ανέρχεται σε 55 δισ. ευρώ ετησίως.
Το 2025, τα ετήσια λειτουργικά κόστη (OPEX) του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ ανέρχονταν σε 112 δισ. ευρώ, αποτελούμενα κυρίως από το κόστος λειτουργίας μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με ορυκτά καύσιμα (78%), ενώ συμπληρώνονταν από εκείνα της πυρηνικής ενέργειας και της βιοενέργειας, τα οποία, αν και χαμηλότερα, παραμένουν σημαντικά
Περιορισμός των αρνητικών τιμών
Επίσης, χάρη στην ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας, οι πτώση των τιμών έως και 14% δεν συνοδεύεται από σημαντική αύξηση των ωρών με αρνητικές τιμές στα Χρηματιστήρια Ενέργειας. Όπως επισημαίνουν οι μελετητές, χάρη στην ανάπτυξη των μπαταριών, ως λύση ευελιξίας, το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ είναι καλύτερα προετοιμασμένο να απορροφά υψηλότερα μερίδια παραγωγής από ΑΠΕ και να διαχειρίζεται περιόδους άφθονης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Έτσι, το 2030 η εμφάνιση ωρών με αρνητικές τιμές στο βασικό σενάριο (Base Case) φαίνεται ότι μειώνεται κατά 30% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2025. Αντίστοιχα, στο σενάριο Solar+, όπου το σύστημα κυριαρχείται από ανανεώσιμες πηγές, παρατηρείται αύξηση, αλλά οριακή, της τάξης του 2%.
Στο βασικό σενάριο (Base Case), η λειτουργική δυναμικότητα συστημάτων αποθήκευσης σε μπαταρίες (BESS) στην ΕΕ φτάνει τα 116 GW ισχύος και τις 267 GWh χωρητικότητας έως το 2030 – ουσιαστικά τριπλάσια αύξηση σε σχέση με τα επίπεδα του 2025 που ήταν στα 40 GW (77 GWh χωρητικότητα). Στο σενάριο Solar+, το υψηλότερο μερίδιο ΑΠΕ συνοδεύεται από επιπλέον αποθηκευτική ικανότητα 171 GW (598 GWh χωρητικότητας).
Τα δύο σενάρια
Στο βασικό σενάριο (Base Case), η παραγωγή από ηλιακή και αιολική ενέργεια φτάνει τις 668 και 764 TWh αντίστοιχα, που αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 299 και 291 TWh, ή 81% και 61%, σε σχέση με τα επίπεδα του 2025. Συνολικά, θα παρέχουν πάνω από 1.400 TWh ηλεκτρικής ενέργειας, καλύπτοντας το 46% της συνολικής ζήτησης. Στο σενάριο Solar+, η συνδυασμένη παραγωγή ηλιακής και αιολικής ενέργειας φτάνει τις 1.600 TWh, καλύπτοντας το 52% της ζήτησης, ενώ το σύνολο των ανανεώσιμων πηγών αγγίζει μερίδιο 68%, μειώνοντας η παραγωγή ρεύματος από ορυκτά καύσιμα στο 32%.















