Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Χρηματιστήριο Άνθρακα: Η Κομισιόν δίνει περισσότερο χρόνο και χρήμα στη βιομηχανία για την πράσινη μετάβαση

Μια από τις μεγαλύτερες αναπροσαρμογές της «πράσινης» βιομηχανικής πολιτικής της επιχειρεί η Ευρωπαική Ενωση. Με φόντο την πίεση που δέχεται η ευρωπαϊκή παραγωγή από το υψηλό ενεργειακό κόστος και τον διεθνή ανταγωνισμό, η Κομισιόν πρότεινε χθες, 17 Ιουλίου, ένα νέο μοντέλο για την επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης. Ειδικότερα, παρουσίασε ένα διπλό πακέτο παρεμβάσεων που επιχειρεί να αναδιαμορφώσει το ενεργειακό και βιομηχανικό τοπίο της επόμενης δεκαπενταετίας.

Από τη μία πλευρά, προωθεί τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας (με το νέο Σχέδιο Δράσης για τον Εξηλεκτρισμό) με στόχο η ηλεκτρική ενέργεια να αντικαταστήσει σε μεγαλύτερο βαθμό το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στη βιομηχανία, στις μεταφορές και στα κτίρια. Από την άλλη, προχωρά σε αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS), του βασικού «εργαλείου» με το οποίο η Ευρώπη τιμολογεί τον άνθρακα για τη βιομηχανία προτείνοντας μια πιο ευέλικτη εφαρμογή του μετά το 2030. Από ένα σύστημα που λειτουργούσε κυρίως ως μηχανισμός αύξησης του κόστους των εκπομπών, μετατρέπεται σταδιακά και σε εργαλείο χρηματοδότησης της βιομηχανικής μετάβασης.

Η αλλαγή αντανακλά την προσπάθεια της Επιτροπής να διατηρήσει τον κλιματικό στόχο της Ευρώπης, περιορίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο αποβιομηχάνισης και μεταφοράς παραγωγής σε περιοχές με χαμηλότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις.

Πιο αργή μείωση των δικαιωμάτων εκπομπών μετά το 2030

Το πρώτο μεγάλο σημείο παρέμβασης αφορά τον ρυθμό με τον οποίο θα μειώνονται τα διαθέσιμα δικαιώματα άνθρακα στην αγορά. Το ETS βασίζεται στην αρχή ότι το συνολικό ανώτατο όριο εκπομπών στην ευρωπαϊκή αγορά θα περιορίζεται κάθε χρόνο, στη λογική ότι όσο λιγότερα δικαιώματα υπάρχουν, τόσο θα αυξάνεται η πίεση στις επιχειρήσεις να μειώσουν τις εκπομπές τους ή να επενδύσουν σε καθαρότερες τεχνολογίες. Η Επιτροπή, ωστόσο, θεωρεί ότι η υφιστάμενη πορεία μπορεί να δημιουργήσει υπερβολικές πιέσεις στη βιομηχανία, ιδιαίτερα μετά το 2030, όταν περαιτέρω μειώσεις εκπομπών θα απαιτούν πιο βαθιές τεχνολογικές αλλαγές και σημαντικά μεγαλύτερες επενδύσεις από τις επιχειρήσεις.

Γι΄ αυτό προωθεί πιο σταδιακή μείωση των δικαιωμάτων εκπομπών. Ο ρυθμός με τον οποίο μειώνεται αυτή η «πίτα» ονομάζεται συντελεστής γραμμικής μείωσης. Ο μηχανισμός αυτός, που καθορίζει πόσο γρήγορα συρρικνώνεται η «οροφή» των επιτρεπόμενων εκπομπών, προτείνεται να κινηθεί με ρυθμό 3,7% ετησίως την περίοδο 20312035 και 1,7% την περίοδο 20362040. Η προσαρμογή θα δίνει περισσότερο χρόνο στις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν και να επενδύσουν σε καθαρότερες τεχνολογίες.

«Ναι» στα δωρεάν δικαιώματα, αλλά με αντάλλαγμα επενδύσεις

Η δεύτερη σημαντική αλλαγή αφορά τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών, ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για τη βαριά βιομηχανία. Έως σήμερα οι δωρεάν κατανομές λειτουργούν κυρίως ως προστατευτικό μέτρο απέναντι στον κίνδυνο μεταφοράς παραγωγής εκτός Ευρώπης, δηλαδή στο λεγόμενο carbon leakage. Η λογική είναι ότι εάν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επιβαρύνονται σημαντικά περισσότερο από ανταγωνιστές τους σε τρίτες χώρες, υπάρχει κίνδυνος απώλειας παραγωγής και θέσεων εργασίας.

Η Επιτροπή προτείνει να διατηρηθεί η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων και μετά το 2030, ιδίως για τους κλάδους που καλύπτονται από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) επιβραδύνοντας τη σταδιακή κατάργησή της και μεταθέτοντάς την έως το 2038 (από το 2034). Η παράταση αφορά κυρίως ενεργοβόρους κλάδους, όπως η χαλυβουργία, η παραγωγή τσιμέντου, το αλουμίνιο, τα λιπάσματα, τα χημικά, την ηλεκτροπαραγωγή κ.ά., που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ενεργειακής μετάβασης.

Η διατήρηση της δωρεάν κατανομής θα συνδέεται στενότερα με την πρόοδο των επιχειρήσεων στην απανθρακοποίηση, καθώς η Επιτροπή επιδιώκει να μετατρέψει τον μηχανισμό προστασίας από το carbon leakage σε κίνητρο για επενδύσεις. Έτσι, οι επιχειρήσεις που θα αξιοποιούν τον χρόνο και το οικονομικό περιθώριο για να μειώσουν τις εκπομπές τους θα είναι λιγότερο εκτεθειμένες στο αυξανόμενο κόστος των δικαιωμάτων άνθρακα και θα έχουν καλύτερη θέση στον ανταγωνισμό.

Παράλληλα, προωθείται ξεχωριστή προσαρμογή των δεικτών αναφοράς που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών. Η συγκεκριμένη αλλαγή αναμένεται να αυξήσει τη δωρεάν κατανομή προς τη βιομηχανία κατά περίπου 6 δις. ευρώ την περίοδο 20262030, περιορίζοντας το κόστος συμμόρφωσης των επιχειρήσεων σε μια περίοδο κατά την οποία καλούνται ταυτόχρονα να επενδύσουν σε νέες καθαρές τεχνολογίες.

Αποθεματικό δικαιωμάτων

Νέα αρχιτεκτονική προτείνεται και στο Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς (Market Stability Reserve), τον μηχανισμό που ρυθμίζει την ποσότητα των δικαιωμάτων εκπομπών που κυκλοφορούν στο ETS.

Στόχος είναι να ενισχυθεί η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα της αγοράς άνθρακα, περιορίζοντας τις απότομες διακυμάνσεις στις τιμές των δικαιωμάτων και δημιουργώντας πιο ασφαλές περιβάλλον για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις της βιομηχανίας. Η Επιτροπή επιδιώκει έτσι να διατηρήσει τον ρόλο του ETS ως βασικού εργαλείου μείωσης των εκπομπών, χωρίς η μεταβλητότητα των τιμών να λειτουργεί αποτρεπτικά για τις επιχειρήσεις που σχεδιάζουν επενδύσεις στην καθαρή μετάβαση.

Επιστροφή των διεθνών πιστώσεων άνθρακα

Μια ακόμη αλλαγή αφορά τις διεθνείς πιστώσεις άνθρακα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε σταδιακά περιορίσει και ουσιαστικά καταργήσει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να χρησιμοποιούν τέτοιους μηχανισμούς στο ETS, καθώς η βασική πολιτική κατεύθυνση ήταν οι μειώσεις εκπομπών να πραγματοποιούνται εντός Ευρώπης. Η νέα πρόταση ανοίγει ξανά, σε περιορισμένη κλίμακα, αυτό το ενδεχόμενο, δίνοντας τη δυνατότητα από το 2036 έως το 2040 να επιτρέπεται η χρήση έως και 2% διεθνών πιστώσεων άνθρακα.

Πρόκειται για πιστοποιημένες μειώσεις εκπομπών που πραγματοποιούνται μέσω έργων σε τρίτες χώρες, όπως έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας ή απορρόφησης άνθρακα. Το ποσοστό πάντως είναι μικρό και δεν αλλάζει τη βασική φιλοσοφία του ETS. Ωστόσο, πολιτικά αποτελεί σημαντική μετατόπιση, καθώς η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι όσο πλησιάζει η Ευρώπη στην κλιματική ουδετερότητα, οι μειώσεις εκπομπών θα γίνονται δυσκολότερες και ακριβότερες.

Πάνω από 200 δισ. ευρώ για τη βιομηχανική απανθρακοποίηση

Παράλληλα με τις αλλαγές στους κανόνες, η Επιτροπή επιχειρεί να ενισχύσει τη χρηματοδότηση της βιομηχανικής μετάβασης. Βασικό νέο εργαλείο θα είναι η Τράπεζα Απανθρακοποίησης της Βιομηχανίας με φιλοδοξία να διαθέσει χρηματοδότηση ύψους 100 δισ. ευρώ. Το πρώτο της εργαλείο, το ETS Investment Booster, αναμένεται να ενεργοποιηθεί πριν από το 2030. Το διακύβευμα είναι να στηριχθούν επενδύσεις που θα επιτρέψουν στη βιομηχανία να περάσει από τις πιλοτικές εφαρμογές σε εμπορική κλίμακα καθαρών τεχνολογιών, μειώνοντας το επενδυτικό ρίσκο που συχνά αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον μετασχηματισμό ενεργοβόρων κλάδων.

Τα κονδύλια θα κατευθυνθούν σε μεγάλης κλίμακας έργα απανθρακοποίησης που μπορούν να αλλάξουν το παραγωγικό μοντέλο της Ευρώπης. Η χρηματοδότηση θα στηριχθεί σε ευρωπαϊκά εργαλεία, έσοδα από το ETS και τη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων, με επιδίωξη την κινητοποίηση επενδύσεων μεγάλης κλίμακας.

Παράλληλα, τα κράτημέλη θα πρέπει να κατευθύνουν τουλάχιστον το 50% των εθνικών εσόδων τους από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπών σε δράσεις απανθρακοποίησης, ποσό που εκτιμάται ότι μπορεί να ξεπεράσει τα 100 δισ. ευρώ έως το 2030.

Ο εξηλεκτρισμός ως δεύτερος πυλώνας και το κόστος ρεύματος

Το δεύτερο σκέλος της δέσμης μέτρων αφορά τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας. Η Επιτροπή θέτει ως ενδεικτικό στόχο το ποσοστό της ηλεκτρικής ενέργειας στην τελική κατανάλωση να φτάσει το 46% έως το 2040, από περίπου 23% σήμερα. Το σκεπτικό είναι ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να μειώσει την εξάρτησή της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα χωρίς να αυξήσει τη χρήση καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας.

Και για να αυξήσει τη χρήση ρεύματος όμως πρέπει να μειωθεί το κόστος. Η Επιτροπή προτείνει μεταξύ άλλων να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτημέλη για τη μείωση τελών δικτύου σε ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών και φορολογικών επιβαρύνσεων για ενεργοβόρες επιχειρήσεις, ενώ επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η ηλεκτρική ενέργεια δεν θα φορολογείται βαρύτερα από το φυσικό αέριο. Ειδικά για τους οικιακούς καταναλωτές, αναφέρει ότι ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο με μπαταρία μπορεί να εξοικονομήσει έως 78% σε σχέση με ένα αντίστοιχο όχημα με ορυκτά καύσιμα, ενώ η αντικατάσταση λεβήτων αερίου από αντλίες θερμότητας μπορεί να μειώσει τον μέσο λογαριασμό θέρμανσης των νοικοκυριών της ΕΕ έως και 60%.

Η θέση της Ελλάδας

Η Ελλάδα επιχειρεί να κινηθεί στη «μεσαία οδό» της ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης για το ETS. Χωρίς να αμφισβητεί τον στόχο της πράσινης μετάβασης, η ελληνική θέση εστιάζει στην ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, στο ενεργειακό κόστος και στους καταναλωτές. Η Αθήνα, μαζί με άλλες χώρες (Ιταλία, Πολωνία, Βουλγαρία, Κύπρο, Τσεχία, Εσθονία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Σλοβακία), τάσσεται υπέρ μιας πιο ισορροπημένης προσέγγισης και ζητά ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει την επίτευξη των κλιματικών στόχων χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις ή να δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στην οικονομία. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάγκη για επαρκή χρόνο προσαρμογής, αποτελεσματικά εργαλεία στήριξης και διασφάλιση ότι η μετάβαση θα παραμείνει οικονομικά και κοινωνικά εφαρμόσιμη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η χώρα μας και στη ναυτιλία, με την Αθήνα να προειδοποιεί για τον κίνδυνο μετατόπισης δραστηριοτήτων εκτός ΕΕ εάν οι ευρωπαϊκοί κανόνες δημιουργήσουν άνισους όρους ανταγωνισμού. Η ελληνική πλευρά τάσσεται υπέρ μιας παγκόσμιας λύσης μέσω του IMO, αντί αποσπασματικών περιφερειακών ρυθμίσεων, και διεκδικεί τα έσοδα από το ETS της ναυτιλίας να επιστρέφουν στον κλάδο για τη χρηματοδότηση της απανθρακοποίησής του.

Πηγή www.ot.gr