Οι ακραίες καιρικές συνθήκες του καλοκαιριού θα μπορούσαν να μειώσουν το ΑΕΠ της ΕΕ κατά περίπου 1% το 2026, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 180 δισ.ευρώ και θα εξουδετερώσει ουσιαστικά την ανάπτυξη που είχε προβλεφθεί προηγουμένως για το έτος αυτό, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Triodos Bank
Η έκθεση της τράπεζας με τίτλο «Hot Summer Economics» επισημαίνει το σημαντικό ανθρώπινο και οικολογικό κόστος, συμπεριλαμβανομένων των θανάτων που σχετίζονται με τη ζέστη, της πίεσης στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης και των σοβαρών ζημιών από τις πυρκαγιές, που προκάλεσε η φετινή εξαιρετική καύσωνα και ξηρασία στην Ευρώπη.
Η τράπεζα ποσοτικοποιεί τις οικονομικές επιπτώσεις της ακραίας ζέστης σε τέσσερις τομείς: τρόφιμα και γεωργία, παραγωγή ενέργειας, μεταφορές και εφοδιασμό καθώς και παραγωγικότητα της εργασίας.
Πόσο στοιχίζει ο καύσωνας στην Ευρώπη
Η απώλεια παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί τη μεγαλύτερη και πιο σαφώς διαπιστωμένη οικονομική επίπτωση της ακραίας ζέστης αυτού του καλοκαιριού. Η Triodos Bank εκτιμά ότι η μέση απώλεια παραγωγικότητας της εργασίας ανέρχεται σε περίπου 0,6% του ΑΕΠ της ΕΕ.
Στις ζημίες προστίθενται οι απώλειες στον αγροτικό τομέα (με την αγροτική παραγωγή της ΕΕ να αναμένεται να μειωθεί κατά 3–7%) και η αύξηση των τιμών των τροφίμων, οι περιορισμοί στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και η αύξηση των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς και οι διαταραχές στις οδικές, σιδηροδρομικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές.
Είναι ενδεικτικό η κατάσταση στη Γαλλία, όπου το υπουργείο Γεωργίας εκτιμά ότι η παραγωγή καλαμποκιού θα υποχωρήσει φέτος κατά περίπου 35% σε σχέση με πέρυσι, στα 9 εκατ. τόνους. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο τουλάχιστον από το 1980, καθώς η παρατεταμένη ζέστη και η ξηρασία επιβάρυναν σημαντικά την καλλιεργητική περίοδο.
«Αυτό το καλοκαίρι αποδεικνύει ότι η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί ένα μακρινό οικονομικό κίνδυνο. Η ακραία ζέστη που βιώνουμε όλοι σήμερα δείχνει συγκεκριμένα πώς η κλιματική αλλαγή θα επηρεάσει τις ζωές, τους εργαζόμενους και την ευημερία σε ολόκληρη την Ευρώπη» εξηγεί ο Χανς Στέγκεμαν, επικεφαλής οικονομολόγος της Triodos Bank.

«Για τη φετινή χρονιά, η απώλεια του 1% του ΑΕΠ θα σήμαινε στασιμότητα. Πρόκειται για ένα πραγματικό κόστος, αλλά όχι για καταστροφή. Ωστόσο, η ακραία ζέστη φέτος δεν είναι παρά μια μικρή γεύση από αυτό που μας περιμένει αν δεν αναλάβουμε άμεση και αποφασιστική δράση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Το πιο αποτελεσματικό μέτρο που μπορούμε να λάβουμε για να μειώσουμε αυτά τα κόστη είναι η άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής. Αυτό σημαίνει να αλλάξουμε τον τρόπο ζωής μας και να μετασχηματίσουμε τις οικονομίες μας, ώστε να καταναλώνουμε λιγότερη ενέργεια και λιγότερους πόρους».
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τα κράτη μέλη της ΕΕ θα δαπανήσουν κάθε χρόνο σχεδόν 70 δισ. ευρώ έως το 2050 για να προσαρμοστούν στις επιπτώσεις της αύξησης της θερμοκρασίας, δημιουργώντας «πονοκέφαλο» στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Πρόσφατες εμπειρικές μελέτες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι οι επιπτώσεις των καυσώνων δεν περιορίζονται στο τρίμηνο κατά το οποίο εκδηλώνονται, αλλά μπορεί να οδηγήσουν σε σωρευτική υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας έως και κατά 1,5% δύο χρόνια αργότερα, καθώς οι επιχειρήσεις αναβάλλουν παραγωγικές επενδύσεις και αυξάνουν τις δαπάνες προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Η τάση αυτή αντανακλάται και στο αυξανόμενο οικονομικό κόστος των ακραίων καιρικών φαινομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Γαλλίας, οι σχετικές ζημιές στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθαν σε περίπου 40 δισ. ευρώ το 2024, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 0,2% του ΑΕΠ της ΕΕ, επιβεβαιώνοντας την ανοδική τάση του οικονομικού κόστους της κλιματικής αλλαγής τα τελευταία χρόνια.


Η Γαλλία θα πληγεί περισσότερο
Ο αντίκτυπος διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Η Γαλλία θα μπορούσε να δει τη μείωση της αύξησης του ΑΕΠ κατά 1,4%, με πιθανό αποτέλεσμα μια συρρίκνωση της τάξης του 0,6%. Η Ιταλία, η Ισπανία και, σε μικρότερο βαθμό, το Βέλγιο αντιμετωπίζουν επίσης σημαντικές απώλειες.
Στις Κάτω Χώρες, μια εκτιμώμενη μείωση της αύξησης του ΑΕΠ κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες θα οδηγούσε την οικονομία σε γενική στασιμότητα, ενώ η Πολωνία επηρεάζεται λιγότερο, καθώς εκτιμάται ότι θα βιώσει λιγότερες ημέρες εξαιρετικής ζέστης.
Η προσαρμογή δεν είναι αρκετή
Η Triodos Bank ζητά μέτρα προσαρμογής, όπως καλύτερα μονωμένα κτίρια, υποδομές ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή, προσαρμοσμένες ώρες εργασίας και πιο δίκαιη πρόσβαση στην ψύξη. Ωστόσο, η προσαρμογή μπορεί να μειώσει μόνο ένα μέρος της απώλειας.
Το μόνο πράγμα που μπορεί να αποτρέψει το κόστος είναι ο δυναμικός μετριασμός της κλιματικής αλλαγής. Η τράπεζα προτρέπει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να συνδυάσουν την ταχεία απαλλαγή από τον άνθρακα με πολιτικές από την πλευρά της ζήτησης που μετριάζουν τη συνολική χρήση ενέργειας και υλικών, αποφεύγοντας έναν φαύλο κύκλο στον οποίο η κλιματική ζημιά αποδυναμώνει την ανάπτυξη και η πολιτική για το κλίμα στη συνέχεια χαλαρώνει ως απάντηση.















