Ο David Iserson μιλά στο ΕΡΤnews.gr για το «Ponies» από το 65ο Τηλεοπτικό Φεστιβάλ του Μόντε Κάρλο
Από τους ανθρώπους που έχουν συνδέσει το όνομά τους με μερικές από τις πιο επιτυχημένες αμερικανικές τηλεοπτικές παραγωγές των τελευταίων ετών, ο David Iserson έχει χτίσει μια ιδιαίτερη διαδρομή ως σεναριογράφος, παραγωγός και δημιουργός. Το όνομά του βρίσκεται πίσω από σειρές όπως τα «Mr. Robot», «New Girl», «Mad Men» και «Saturday Night Live», ενώ στον κινηματογράφο συνυπέγραψε την επιτυχημένη κατασκοπική κωμωδία «The Spy Who Dumped Me» μαζί με τον Πάρη Κασιδόκωστα.
Στο 65ο Τηλεοπτικό Φεστιβάλ του Μόντε Κάρλο βρέθηκε για να παρουσιάσει τη νέα του σειρά «Ponies», μια κατασκοπική ιστορία που εκτυλίσσεται στη Μόσχα της δεκαετίας του 1970 και συνδυάζει το πολιτικό θρίλερ με το ανθρώπινο δράμα και το χιούμορ.
Με αφορμή την παρουσία του στο Φεστιβάλ, ο δημιουργός μίλησε για τη δύναμη που έχει αποκτήσει η τηλεόραση στη σύγχρονη εποχή και για την ιδιαίτερη εμπειρία του να βλέπει τη δουλειά του στη μεγάλη οθόνη.
«Πάντα αγαπούσα την τηλεόραση. Για πολλά χρόνια αντιμετωπιζόταν σχεδόν σαν το παραμελημένο παιδί της βιομηχανίας, ως κάτι λιγότερο σημαντικό ή λιγότερο κύρους από τον κινηματογράφο. Αγαπώ φυσικά και το σινεμά, αλλά υπάρχει κάτι πολύ προσωπικό στην τηλεόραση. Μπορεί να βρει τους ανθρώπους εκεί που βρίσκονται και να τους αφηγηθεί μεγάλες, σύνθετες ιστορίες, παρακολουθώντας την εξέλιξη ενός χαρακτήρα σε βάθος χρόνου.»
Παρότι η σειρά προορίζεται για την τηλεόραση, ο ίδιος παραδέχεται ότι η προβολή του πρώτου επεισοδίου σε κινηματογραφική αίθουσα αποτέλεσε μια ξεχωριστή εμπειρία.
«Είδα χθες το πρώτο επεισόδιο του “Ponies” στη μεγάλη οθόνη και ήταν πραγματικά συγκινητικό. Δώσαμε τεράστια σημασία στην εικόνα και στη σύνθεση κάθε πλάνου. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι θα δουν τη σειρά από το κινητό τους τηλέφωνο, όμως το να τη βλέπεις σε μια τεράστια οθόνη αναδεικνύει όλες τις λεπτομέρειες που βάλαμε σε κάθε καρέ. Είναι κάτι που με γεμίζει χαρά.»
Η ίδια η σειρά κρύβει ήδη από τον τίτλο της ένα μυστήριο, καθώς η λέξη «Ponies» δεν εξηγείται άμεσα στον θεατή.
«Στον κόσμο της σειράς, η λέξη “Ponies” σημαίνει “Persons Of No Interest”, δηλαδή πρόσωπα που δεν θεωρούνται σημαντικά. Είναι ένας όρος που επινόησα, αλλά ήθελα να ακούγεται σαν κάτι που θα χρησιμοποιούσε πραγματικά η CIA. Οι δύο πρωταγωνίστριες είναι γυναίκες που εργάζονται στην αμερικανική πρεσβεία της Μόσχας και κανείς δεν τους δίνει ιδιαίτερη σημασία. Η KGB δεν τις παρακολουθεί γιατί δεν τις θεωρεί απειλή. Ακριβώς γι’ αυτό γίνονται ιδανικές για μια μυστική αποστολή. Είναι άνθρωποι που περνούν απαρατήρητοι.»
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του πρώτου επεισοδίου είναι η αποκωδικοποίηση μυστικών πληροφοριών μέσα από μια μουσική σύνθεση, μια ιδέα που προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στους θεατές.
«Προσπαθήσαμε να συνδυάσουμε πραγματικές μεθόδους επικοινωνίας των μυστικών υπηρεσιών με στοιχεία που θα δημιουργούσαν μια όμορφη κινηματογραφική εμπειρία. Κάπου στις έρευνές μου είχα βρει αναφορές σε κωδικοποιημένα μηνύματα μέσα από μουσικά μοτίβα και η ιδέα με γοήτευσε. Μου άρεσε η σκέψη ότι μια παλιά συσκευή του νεκρού συζύγου της ηρωίδας κρύβει μια μελαγχολική μελωδία πιάνου, η οποία τελικά αποκαλύπτει τις επόμενες συντεταγμένες του μυστηρίου.»
Στο επίκεντρο της σειράς βρίσκονται δύο γυναίκες που αρχικά μοιάζουν εγκλωβισμένες στους παραδοσιακούς κοινωνικούς ρόλους της εποχής, όμως σταδιακά αποκαλύπτουν τη δύναμη και τις ικανότητές τους.
«Αυτό ήταν ένα από τα βασικά θέματα που με ενδιέφεραν. Τι ευκαιρίες είχαν οι γυναίκες τη δεκαετία του 1970; Οι ηρωίδες μας είναι πράγματι νοικοκυρές ή γραμματείς, όμως διαθέτουν εξαιρετικές ικανότητες και πολλά περισσότερα να προσφέρουν απ’ όσα τους επιτρέπει η κοινωνία να δείξουν. Όταν οι σύζυγοί τους πεθαίνουν, χάνουν το μοναδικό μέσο που τις συνέδεε με τον κόσμο που γνώριζαν. Αναγκάζονται λοιπόν να επαναπροσδιορίσουν ποια είναι και τι μπορούν να κάνουν. Το να γίνουν κατάσκοποι μοιάζει σχεδόν η πιο λογική επιλογή, γιατί ξαφνικά δεν έχουν πολλές άλλες διαθέσιμες διαδρομές μπροστά τους.»
Η συζήτηση δεν θα μπορούσε να μην οδηγηθεί και στην ταινία «The Spy Who Dumped Me», μια παραγωγή που παρουσιάζει αρκετές θεματικές συγγένειες με το «Ponies».
«Όταν το σκέφτεσαι εκ των υστέρων, οι δύο ιστορίες έχουν πράγματι αρκετά κοινά στοιχεία. Και οι δύο περιστρέφονται γύρω από γυναίκες που βρίσκονται μπλεγμένες σε έναν κόσμο κατασκοπείας. Ωστόσο, το “The Spy Who Dumped Me” («Ο Κατάσκοπος που με Παράτησε») ήταν καθαρή κωμωδία, ενώ το “Ponies” κινείται σε μια ενδιάμεση περιοχή όπου συνυπάρχουν το χιούμορ, το δράμα και το τραύμα. Για μένα μιλούν σε διαφορετικούς τόνους, αν και σίγουρα συνομιλούν μεταξύ τους δημιουργικά.»
Παρότι δεν είχε προσωπική συνεργασία με τον Έλληνα συμπαραγωγό της ταινίας, θυμήθηκε με ιδιαίτερη εκτίμηση μια άλλη Ελληνίδα συνεργάτιδά του.
«Δεν είχα την ευκαιρία να γνωρίσω προσωπικά (τον Πάρη Κασιδόκωστα). Όμως τα κοστούμια τόσο στο “The Spy Who Dumped Me” όσο και στο “Ponies” σχεδιάστηκαν από την Αναστασία Μασκούτα, μια εξαιρετική Ελληνοαμερικανίδα ενδυματολόγο. Είναι πραγματικά ιδιοφυΐα στη δουλειά της.»
Το «Ponies» χρησιμοποιεί το περίβλημα ενός κατασκοπικού θρίλερ για να μιλήσει για τη γυναικεία χειραφέτηση, την απώλεια, την ανάγκη επανεκκίνησης και την αναζήτηση ταυτότητας. Και ίσως γι’ αυτό η νέα σειρά του David Iserson ξεχώρισε στο Μόντε Κάρλο: επειδή πίσω από τους πράκτορες, τους κώδικες και τις μυστικές αποστολές, κρύβεται μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία για ανθρώπους που κανείς δεν πρόσεχε, μέχρι τη στιγμή που αποφάσισαν να γράψουν οι ίδιοι τη μοίρα τους.
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook
Ακολούθησε μας στο Twitter
Κάνε εγγραφή στο κανάλι μας στο Youtube
Γίνε μέλος στο κανάλι μας στο Viber
– Αναφέρεται ως πηγή το ertnews.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά.
– Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή
– Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος















