Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η ΕΕ σχεδιάζει να ανοίξει την πόρτα της ενιαίας αγοράς στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες



Η Ευρωπαϊκή Ένωση επεξεργάζεται ένα νέο πλαίσιο για τη σταδιακή ενσωμάτωση των υποψήφιων προς ένταξη χωρών στην ενιαία αγορά, προσφέροντας διευρυμένα οικονομικά οφέλη πριν από την απόκτηση της ιδιότητας του κράτους-μέλους. Η πρόσβαση, ωστόσο, θα συνοδεύεται από αυστηρές προϋποθέσεις: οι ενδιαφερόμενες χώρες θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τις στρατηγικές προτεραιότητες της ΕΕ, να προστατεύουν κρίσιμες τεχνολογίες και να τηρούν τις δεσμεύσεις τους, διαφορετικά θα κινδυνεύουν να χάσουν τα προνόμια που τους έχουν παραχωρηθεί.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της ίδιας της Ένωσης, προκειμένου να διευκολύνει την υποδοχή νέων μελών και να περιορίσει τη δυνατότητα μεμονωμένων κρατών να μπλοκάρουν σημαντικές αποφάσεις. Στις επιλογές που βρίσκονται υπό εξέταση περιλαμβάνεται η επέκταση της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία σε τομείς στους οποίους εξακολουθεί να απαιτείται ομοφωνία.

Οι συγκεκριμένες κατευθύνσεις περιγράφονται σε προσχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που έχει στη διάθεσή του το Politico. Το έγγραφο αποτυπώνει την προσπάθεια των Βρυξελλών να συνδέσουν στενότερα την πολιτική διεύρυνσης με την οικονομική ασφάλεια και τους γεωπολιτικούς στόχους της Ένωσης, διατηρώντας παράλληλα την πλήρη ένταξη ως τελικό στόχο των υποψήφιων χωρών.

Περισσότερα οικονομικά οφέλη πριν από την ένταξη

Η σταδιακή πρόσβαση στην ενιαία αγορά δεν αποτελεί καινούργια προσέγγιση για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήδη, μέσω του σχεδίου ανάπτυξης των Δυτικών Βαλκανίων, ύψους 6 δισ. ευρώ, η ΕΕ έχει δρομολογήσει την παραχώρηση ορισμένων οικονομικών πλεονεκτημάτων στις χώρες της περιοχής πριν από την πλήρη ένταξή τους.

Το νέο προσχέδιο επιχειρεί να διευρύνει αυτή την προσέγγιση, προσδιορίζοντας πρόσθετες δυνατότητες οικονομικής ενσωμάτωσης, αλλά και αυστηρότερους όρους για την πρόσβαση σε ευαίσθητους τομείς.

Σύμφωνα με το έγγραφο, οι ενδιαφερόμενες χώρες θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε επιλεγμένους τομείς της ενιαίας αγοράς και να ενισχύσουν τη συμμετοχή τους σε ευρωπαϊκά προγράμματα έρευνας, καινοτομίας και βιομηχανικής συνεργασίας, ενώ παράλληλα θα συνεχίζεται η ενταξιακή διαδικασία.

«Η ενιαία αγορά αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα για την οικονομική σύγκλιση», επισημαίνεται στην έκθεση αξιολόγησης των οφελών που προβλέπεται να προσφερθούν κατά την προενταξιακή περίοδο.

Όπως αναφέρεται στο έγγραφο, η ενσωμάτωση σε προγενέστερο στάδιο θα δημιουργούσε ευκαιρίες για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, θα ενίσχυε τις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας και θα περιόριζε τις στρατηγικές εξαρτήσεις της Ένωσης.

Η Επιτροπή προτίθεται να προσδιορίσει τους τομείς στους οποίους η διαπιστωμένη ευθυγράμμιση με το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο και η ικανότητα εφαρμογής των κανόνων θα επέτρεπαν βαθύτερη συνεργασία και ευρύτερη πρόσβαση στην αγορά.

Την κατάρτιση της έκθεσης επιβλέπει ο Αλεξάντρ Αντάμ, στενός σύμβουλος της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και πρώην συνεργάτης του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια επιτάχυνσης της ευρωπαϊκής διεύρυνσης, σε μια περίοδο κατά την οποία η γεωπολιτική αστάθεια έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τη στρατηγική σημασία της ένταξης νέων κρατών. Η τελευταία διεύρυνση πραγματοποιήθηκε το 2013, με την προσχώρηση της Κροατίας.

Στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων που επεξεργάζεται ο Αντάμ, η Ουκρανία, η Μολδαβία, η Αλβανία και το Μαυροβούνιο θα λάβουν ειδικούς «οδικούς χάρτες», με στόχο την επιτάχυνση της ενταξιακής διαδικασίας τα επόμενα χρόνια.

Την ίδια ώρα, η διαδικασία παραμένει στάσιμη για άλλες χώρες, όπως η Βόρεια Μακεδονία, το Κόσοβο, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η Σερβία και η Τουρκία, εντείνοντας τους φόβους ότι η παρατεταμένη αναμονή μπορεί να αποδυναμώσει το ενδιαφέρον τους για την ευρωπαϊκή προοπτική και να τις ωθήσει προς τη Ρωσία ή την Κίνα.

Πρόσβαση στην αγορά με γεωπολιτικές προϋποθέσεις

Κεντρικό στοιχείο του νέου σχεδιασμού είναι η στενότερη σύνδεση των οικονομικών πλεονεκτημάτων με την εξωτερική πολιτική και τις προτεραιότητες οικονομικής ασφάλειας της ΕΕ.

Η πρόσβαση σε ευαίσθητους βιομηχανικούς και τεχνολογικούς τομείς θα εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη συνεργασία των υποψήφιων χωρών στην προστασία κρίσιμων τεχνολογιών και στην αντιμετώπιση κινδύνων που συνδέονται με τρίτες χώρες.

«Όσο προχωρά η βιομηχανική ολοκλήρωση και η ενσωμάτωση στην ενιαία αγορά, η συμμετοχή σε ευαίσθητους τομείς πρέπει να συνοδεύεται από συνεργασία στην αξιολόγηση των επενδύσεων, στον έλεγχο των εξαγωγών, στην εφαρμογή των κυρώσεων και στην προστασία των ευαίσθητων τεχνολογιών», αναφέρεται στο προσχέδιο.

Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνει την πρόθεση των Βρυξελλών να διασφαλίσουν ότι η βαθύτερη οικονομική ενσωμάτωση των μελλοντικών μελών δεν θα δημιουργήσει πρόσθετους κινδύνους για την ευρωπαϊκή οικονομία και τις αλυσίδες εφοδιασμού.

Ενδεικτικά, μια χώρα που επιδιώκει μεγαλύτερη συμμετοχή σε ευρωπαϊκά βιομηχανικά προγράμματα θα μπορούσε να χρειαστεί να εφαρμόζει αντίστοιχους ελέγχους στις επενδύσεις και στις εξαγωγές ευαίσθητων τεχνολογιών.

Μεταξύ των τομέων που εξετάζονται για στενότερη συνεργασία περιλαμβάνονται οι ημιαγωγοί, οι κβαντικές τεχνολογίες, η βιοτεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη και το Διάστημα.

Σύμφωνα με το έγγραφο, κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας πρόσβασης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η στρατηγική ευθυγράμμιση των ενδιαφερόμενων χωρών, οι κρίσιμες οικονομικές εξαρτήσεις τους και η ικανότητά τους να διαχειρίζονται κινδύνους για τις υποδομές και τις αλυσίδες εφοδιασμού.

Εάν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις δεν πληρούνται, η συμμετοχή θα μπορεί να περιορίζεται, σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον θεσμικό πλαίσιο.

Δυνατότητα ανάκλησης των οικονομικών προνομίων

Η δυνατότητα αναστολής ή ανάκλησης των παραχωρούμενων προνομίων αποτελεί βασικό στοιχείο της σχεδιαζόμενης πολιτικής.

Η Επιτροπή επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η πρόσβαση στην ενιαία αγορά και στα ευρωπαϊκά προγράμματα θα συνδέεται με τη διαρκή εκπλήρωση των συμφωνημένων υποχρεώσεων.

Συνεπώς, τα οικονομικά οφέλη δεν θα είναι ούτε αυτόματα ούτε εγγυημένα.

«Όταν αυτές οι υποχρεώσεις δεν εκπληρώνονται, η συμμετοχή πρέπει να παραμένει αναστρέψιμη. Η πρόσβαση θα πρέπει να αναστέλλεται ή να ανακαλείται, όπου αυτό δικαιολογείται», επισημαίνεται στο προσχέδιο.

Η συγκεκριμένη πρόβλεψη επιχειρεί να προσφέρει στην ΕΕ τη δυνατότητα να αντιδρά σε περιπτώσεις κατά τις οποίες μια χώρα αποκλίνει από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε προκειμένου να αποκτήσει πρόσθετα οικονομικά πλεονεκτήματα.

Το εύρος και ο τρόπος εφαρμογής των συγκεκριμένων μηχανισμών θα εξαρτηθούν, πάντως, από τις τελικές αποφάσεις και το θεσμικό πλαίσιο που θα διέπει κάθε μορφή συμμετοχής.

Η περιοδεία της φον ντερ Λάιεν και οι προσδοκίες των Δυτικών Βαλκανίων

Οι νέες προτάσεις συμπίπτουν χρονικά με την περιοδεία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα Δυτικά Βαλκάνια.

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μεταβαίνει σήμερα, 30 Σεπτεμβρίου, στην Αλβανία, ενώ το πρόγραμμα της περιοδείας της περιλαμβάνει επίσης επισκέψεις στο Κόσοβο, στο Μαυροβούνιο και στη Βόρεια Μακεδονία.

Οι συνομιλίες πραγματοποιούνται σε μια περίοδο κατά την οποία οι χώρες της περιοχής επιδιώκουν να επιταχύνουν την ευρωπαϊκή τους πορεία και να εξασφαλίσουν μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη από τη συνεργασία τους με την Ένωση.

Η σταδιακή ενσωμάτωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για χώρες που αντιμετωπίζουν παρατεταμένες καθυστερήσεις στην ενταξιακή τους διαδικασία.

«Η σταδιακή ενσωμάτωση πρέπει να έχει απτά αποτελέσματα για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις μας», δήλωσε στο Politico ο πρωθυπουργός του Κοσόβου, Άλμπιν Κούρτι.

Όπως εξήγησε, η χώρα του επιδιώκει μεγαλύτερη πρόσβαση στην ενιαία αγορά, σε ευρωπαϊκούς πόρους και χρηματοδοτικά σχήματα, καθώς και σε κοινά προγράμματα που αφορούν την ενέργεια, την ψηφιοποίηση, την έρευνα, την εκπαίδευση και τις υποδομές.

Ο Κούρτι υπογράμμισε, ωστόσο, ότι τα οικονομικά οφέλη που θα προσφέρονται κατά την προενταξιακή περίοδο δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατο της πλήρους ένταξης.

«Στηρίζουμε τη σταδιακή ενσωμάτωση, αλλά πρέπει να αποτελεί δρόμο προς την πλήρη ένταξη στην ΕΕ και όχι μια παράλληλη διαδικασία ή υποκατάστατό της. Το Κόσοβο είναι έτοιμο να κάνει αυτό που του αναλογεί», ανέφερε.

Η ίδια αρχή περιλαμβάνεται και στο προσχέδιο της Επιτροπής, το οποίο επισημαίνει ότι τελικός στόχος πρέπει να παραμένει η πλήρης ένταξη.

Η διαδικασία, ωστόσο, απαιτεί χρόνο, καθώς οι ενδιαφερόμενες χώρες οφείλουν να ολοκληρώσουν εκτεταμένες και διαρκείς μεταρρυθμίσεις και να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να εφαρμόζουν αποτελεσματικά το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Σύμφωνα με το έγγραφο, το διάστημα αυτό πρέπει να αξιοποιηθεί τόσο για την προετοιμασία των υποψήφιων χωρών όσο και για την προσαρμογή της ίδιας της ΕΕ ενόψει της διεύρυνσης.

Θεσμικές αλλαγές για να αποτραπούν νέα αδιέξοδα

Η προοπτική ένταξης νέων κρατών επαναφέρει στο προσκήνιο και ένα από τα σημαντικότερα θεσμικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση: πώς θα διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της με περισσότερα μέλη.

Ορισμένα κράτη-μέλη έχουν εκφράσει ανησυχίες για το ενδεχόμενο νέες χώρες, αφού ενταχθούν στην Ένωση, να αποκλίνουν από τις δεσμεύσεις τους σε ζητήματα δημοκρατίας, κράτους δικαίου ή εξωτερικής πολιτικής.

Οι ανησυχίες αυτές συνδέονται και με την εμπειρία της Ουγγαρίας υπό τον πρώην πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν, η κυβέρνηση του οποίου είχε επανειλημμένως αξιοποιήσει τη δυνατότητα άσκησης βέτο ή είχε απειλήσει να μπλοκάρει ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που αφορούσαν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και τη στήριξη της Ουκρανίας.

Η έκθεση του Αντάμ, η οποία αναμένεται να παρουσιαστεί σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους στις 6 Οκτωβρίου, περιλαμβάνει προτάσεις για την ενίσχυση των μηχανισμών που θα αποτρέπουν την οπισθοδρόμηση σε ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου μετά την ένταξη.

«Η ενταξιακή διαδικασία πρέπει να διασφαλίζει περισσότερα από την απλή νομική ευθυγράμμιση», επισημαίνεται στο έγγραφο.

Όπως διευκρινίζεται, οι δημοκρατικοί θεσμοί πρέπει να λειτουργούν αποτελεσματικά στην πράξη και οι μεταρρυθμίσεις να έχουν διάρκεια.

Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή εξετάζει την ενίσχυση της παρακολούθησης και των μηχανισμών επιβολής των συμφωνημένων υποχρεώσεων, ώστε οι σχετικές εγγυήσεις να εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ένταξη των νέων κρατών.

Η προσέγγιση αυτή επιχειρεί να αντιμετωπίσει έναν από τους βασικούς προβληματισμούς που συνοδεύουν τη διεύρυνση: το γεγονός ότι η Ένωση διαθέτει διαφορετικά μέσα επιβολής των υποχρεώσεων πριν και μετά την απόκτηση της ιδιότητας του κράτους-μέλους.

Περισσότερες αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία

Οι προτάσεις της Επιτροπής δεν περιορίζονται στους όρους ένταξης νέων κρατών, αλλά περιλαμβάνουν και πιθανές αλλαγές στον τρόπο λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό της ΕΕ.

Σύμφωνα με το προσχέδιο, η Ένωση θα μπορούσε να αξιοποιήσει δυνατότητες που ήδη προβλέπονται από τις Συνθήκες, προκειμένου να περιορίσει τον κίνδυνο θεσμικών αδιεξόδων, χωρίς να χρειαστεί απαραίτητα να προχωρήσει σε αναθεώρησή τους.

Η Επιτροπή υποστηρίζει την τροποποίηση των Συνθηκών όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, θεωρεί όμως ότι πρέπει να προχωρήσει από τώρα η αξιοποίηση των υφιστάμενων θεσμικών εργαλείων.

Μία από τις επιλογές που εξετάζονται είναι η επέκταση της λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία, ώστε να μειωθεί η δυνατότητα μεμονωμένων κρατών-μελών να εμποδίζουν σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.

«Η ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία αποτελεί ήδη τον γενικό κανόνα βάσει των Συνθηκών, αλλά η ομοφωνία εξακολουθεί να απαιτείται σε αρκετούς στρατηγικά σημαντικούς τομείς. Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των κρατών-μελών, είναι πιθανό να ενισχυθεί ο κίνδυνος καθυστερήσεων ή αδιεξόδων», αναφέρεται στο έγγραφο.

Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση προτείνει να εξεταστεί η αξιοποίηση των λεγόμενων «ρητρών γέφυρας», οι οποίες προβλέπονται ήδη από τις ευρωπαϊκές Συνθήκες.

Οι συγκεκριμένες ρήτρες επιτρέπουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη μετάβαση από την ομοφωνία στην ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία σε επιλεγμένους τομείς πολιτικής.

Μεταξύ των περιπτώσεων που εξετάζονται περιλαμβάνονται η επιβολή κυρώσεων, η αντιμετώπιση κρίσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ανάπτυξη μη στρατιωτικών αποστολών σε περιοχές συγκρούσεων.

Υπάρχει, ωστόσο, ένα σημαντικό εμπόδιο: η ενεργοποίηση των ρητρών γέφυρας προϋποθέτει προηγούμενη ομόφωνη συμφωνία των κρατών-μελών.

Με άλλα λόγια, για να περιορίσει την ανάγκη ομοφωνίας σε ορισμένους τομείς, η ΕΕ θα πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει την ομόφωνη συναίνεση των μελών της.

Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τις πολιτικές δυσκολίες που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν οι σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, στα οποία ορισμένα κράτη επιθυμούν να διατηρήσουν τη δυνατότητα άσκησης βέτο.

Οι αποφάσεις που έρχονται

Οι προτάσεις αναμένεται να τροφοδοτήσουν τη συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής διεύρυνσης και την προσαρμογή των ευρωπαϊκών θεσμών στις απαιτήσεις μιας μεγαλύτερης Ένωσης.

Οι ηγέτες της ΕΕ θα έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν τα σχετικά ζητήματα κατά τη σύνοδο κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στις Βρυξέλλες στις 15 και 16 Οκτωβρίου.

Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο παράλληλες προκλήσεις: η προσφορά ουσιαστικών οικονομικών κινήτρων στις χώρες που επιδιώκουν την ένταξή τους και η διασφάλιση ότι η διεύρυνση δεν θα δημιουργήσει πρόσθετα εμπόδια στη λειτουργία και στη λήψη αποφάσεων της Ένωσης.

Η επίτροπος Διεύρυνσης, Μάρτα Κος, έχει ήδη εκφράσει την προσδοκία ότι οι νέες προτάσεις, σε συνδυασμό με την πολιτική στήριξη των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ένα «φθινόπωρο διεύρυνσης», κατά το οποίο θα μπορούσαν να προκύψουν πρωτοφανείς αλλαγές.

Πηγή: skai.gr



Πηγή: www.skai.gr