toggle
- Οι ΗΠΑ διαθέτουν ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών που αποτέλεσε βασικό πυλώνα της ισχύος τους μετά το 1945, σε αντίθεση με τη Ρωσία και την Κίνα που έχουν περιορισμένους και λιγότερο σταθερούς συμμάχους.
- Ο Τραμπ ακολουθεί μια «κατεδαφιστική» εξωτερική πολιτική που αποδυναμώνει το ΝΑΤΟ και τις διατλαντικές σχέσεις, εγείροντας αμφιβολίες για την αξιοπιστία των ΗΠΑ ως συμμάχου.
- Οι πολιτικές του σε Ευρώπη, Ασία και Μέση Ανατολή δημιουργούν αβεβαιότητα στους συμμάχους και ενισχύουν την εικόνα μιας Αμερικής που απομακρύνεται από τον παραδοσιακό της ρόλο στην παγκόσμια ασφάλεια.
Του Max Boot*
Το «μυστικό συστατικό» της αμερικανικής ισχύος μετά το 1945 ήταν το εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών της χώρας. Η Σοβιετική Ένωση είχε καθεστώτα-δορυφόρους στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά ελάχιστους πραγματικούς συμμάχους. Η Ρωσία σήμερα δεν διαθέτει καν κράτη-δορυφόρους, με εξαίρεση τη Λευκορωσία, ενώ διατηρεί μια ολοένα και πιο θερμή αλλά ακόμη επιφυλακτική σχέση με την Κίνα. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, έχει στενές σχέσεις μόνο με λίγες χώρες, με τη Βόρεια Κορέα να αποτελεί τον μοναδικό του επίσημο σύμμαχο βάσει συνθήκης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, διαθέτουν 51 επίσημους συμμάχους βάσει συνθηκών σε όλο τον κόσμο. Αυτό αποτελεί πλεονέκτημα για την Αμερική. Ωστόσο, τα «καλά νέα» για τους αντιπάλους των ΗΠΑ είναι ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται αποφασισμένος να κάνει στις αμερικανικές συμμαχίες ό,τι έχει ήδη κάνει και στο Ανατολική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου.
Ας κάνουμε μια περιήγηση σε όλο τον κόσμο για να δούμε τις επιπτώσεις και τις αναταράξεις που προκαλεί με τη σκληρή, «κατεδαφιστική» διπλωματική του προσέγγιση.
Ξεκινώντας από την Ευρώπη, ο Τραμπ προκάλεσε πιθανώς ανεπανόρθωτη ζημιά στη διατλαντική συμμαχία όταν απείλησε να προσαρτήσει τη Γροιλανδία. Τον Ιανουάριο, η Δανία, σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, ετοιμαζόταν ακόμη και να αντιμετωπίσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ σε περίπτωση εισβολής στη Γροιλανδία. Αφού τελικά υπαναχώρησε, ο Τραμπ προχωρά πλέον σε νέες απαιτήσεις – όπως η διασφάλιση πρόσβασης αμερικανικών στρατευμάτων στη Γροιλανδία ακόμη και αν αυτή αποκτήσει ανεξαρτησία – τις οποίες οι τοπικές αρχές θεωρούν σοβαρή παραβίαση της κυριαρχίας τους.
Ο Τραμπ έχει επίσης εντείνει τις επιθέσεις του κατά του ΝΑΤΟ, κατηγορώντας το ότι δεν στηρίζει επαρκώς τον ριψοκίνδυνο πόλεμο που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά του Ιράν. Εστιάζει σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, οι οποίες έχουν μπλοκάρει τη χρήση των βάσεών τους, ενώ αγνοεί κράτη-μέλη όπως η Βρετανία και η Γερμανία που παραμένουν βασικοί κόμβοι της αμερικανικής πολεμικής προσπάθειας. Μάλιστα έχει ζητήσει από χώρες του ΝΑΤΟ να συμβάλουν στο άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ – μια αποστολή που ακόμη και το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ δεν έχει επιχειρήσει να αναλάβει. Στα τέλη Μαρτίου, ο Τραμπ είχε δηλώσει για το ΝΑΤΟ: «Γιατί να είμαστε εκεί για αυτούς, αν εκείνοι δεν είναι εκεί για εμάς;».
Από τότε, η κυβέρνησή του έχει ανακοινώσει σχέδια για απόσυρση 5.000 στρατιωτών από τη Γερμανία και ακύρωση της ανάπτυξης μιας ταξιαρχίας στην Πολωνία, αν και στη συνέχεια ο Τραμπ δήλωσε ότι θα στείλει περαιτέρω δυνάμεις στην Πολωνία, πιθανόν μεταφέροντάς τες από τη Γερμανία.
Υπάρχουν επίσης αναφορές ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να μειώσει σημαντικά τον αριθμό αμερικανικών πολεμικών αεροσκαφών και πλοίων που θα δεσμεύονταν στην Ευρώπη σε περίπτωση κρίσης. Ο Τραμπ έχει μπλοκάρει νέα αμερικανική βοήθεια προς την Ουκρανία και δεν έχει καταδικάσει τις πρόσφατες επιθέσεις drones του Βλαντίμιρ Πούτιν εναντίον Ουκρανών αμάχων. Ούτε έχει καταδικάσει τον Πούτιν για τη φερόμενη υποστήριξή του σε ιρανικές επιθέσεις κατά αμερικανικών δυνάμεων.
Με αυτά τα δεδομένα, πώς μπορεί κανείς να έχει εμπιστοσύνη ότι, αν η Ρωσία ξεκινούσε έναν πόλεμο με το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ θα έσπευδαν να το υπερασπιστούν;
Ο Τραμπ δεν επικρίνει τους συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία τόσο όσο τους Ευρωπαίους εταίρους, ωστόσο υπονομεύει και τη δική τους ασφάλεια. Όλοι οι σύμμαχοι της Αμερικής στην περιοχή αντιμετωπίζουν απειλές από την Κίνα, γεγονός που τους κάνει να αναρωτιούνται πώς να ερμηνεύσουν το γεγονός ότι ο Τραμπ, στην πρόσφατη σύνοδο με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, τον αποκάλεσε «σπουδαίο ηγέτη» και δήλωσε ότι «είναι τιμή μου να είμαι φίλος σου». Όπως σημείωσε πρόσφατα ο Ρίτσαρντ Χάας του Council on Foreign Relations, οι ΗΠΑ πλέον διατηρούν θερμότερες σχέσεις με την Κίνα απ’ ό,τι με τον Καναδά.
Μετά τη συνάντηση με τον Σι, ο Τραμπ άσκησε κριτική στην Ταϊβάν επειδή κυριαρχεί στην παραγωγή προηγμένων μικροτσίπ και προκάλεσε αμφιβολίες για αν οι ΗΠΑ θα την υπερασπιστούν. «Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε αυτή τη στιγμή είναι ένας πόλεμος που βρίσκεται 9.500 μίλια μακριά», είπε, διογκώνοντας μάλιστα την πραγματική απόσταση κατά μερικές χιλιάδες μίλια, ενώ την ίδια ώρα διεξάγει πόλεμο κατά του Ιράν, που βρίσκεται 6.300 μίλια μακριά. Στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι μια αμερικανική πώληση όπλων ύψους 14 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν θα «παγώσει» και θα χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στο Πεκίνο.
Η ικανότητα των ΗΠΑ να αποτρέψουν μια κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν είχε ήδη αποδυναμωθεί λόγω της επικίνδυνης μείωσης των προηγμένων πυρομαχικών που χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο κατά του Ιράν. Οι δηλώσεις του Τραμπ για την Ταϊβάν αυξάνουν περαιτέρω τον κίνδυνο πολέμου και αφήνουν συμμάχους όπως η Ιαπωνία, η Αυστραλία και η Νότια Κορέα να αναρωτιούνται αν θα τους εγκαταλείψει επίσης. Οι χώρες αυτές βρίσκονται επίσης αντιμέτωπες με δραστική μείωση στην προμήθεια πετρελαίου τους, μετά το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν.
Ο Τραμπ έχει διατηρήσει στενότερες σχέσεις με ηγέτες του Κόλπου παρά με δημοκρατικούς συμμάχους των ΗΠΑ, κάτι που αποδίδεται εν μέρει και στους προσοδοφόρους επιχειρηματικούς του δεσμούς: τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν επενδύσει 500 εκατ. δολάρια στην κρυπτοεταιρεία του, το Κατάρ του έχει προσφέρει ένα αεροσκάφος αξίας 400 εκατ. δολαρίων, ενώ μια σαουδαραβική εταιρεία έχει συνεργαστεί με τον Όμιλο Τραμπ σε αναπτυξιακά έργα αξίας εκατομμυρίων.
Ωστόσο, ο πόλεμος με το Ιράν θέτει σε κίνδυνο και τις σχέσεις των ΗΠΑ με τις χώρες του Κόλπου. Η σύγκρουση έχει προκαλέσει σοβαρές ζημιές στις οικονομίες της περιοχής λόγω του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ και των ιρανικών επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές, ενώ πλέον ο Τραμπ αφήνει να εννοηθεί ότι θα καταλήξει σε συμφωνία με την Τεχεράνη που θα την αφήνει να παραμένει διαρκής απειλή για τους γείτονές της.
Εν τω μεταξύ, ο Τραμπ δήλωσε ότι αν το Ομάν, σύμμαχος των ΗΠΑ, συνεργαστεί με το Ιράν για την επιβολή «διοδίων» στο Στενό του Ορμούζ, θα τους «ανατινάξει».
Παράλληλα, εξέπληξε τους συμμάχους των ΗΠΑ ζητώντας «υποχρεωτικά» από το Πακιστάν, την Τουρκία, την Αίγυπτο, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ να ενταχθούν στις Συμφωνίες του Αβραάμ με το Ισραήλ. «Πιστεύω ότι μας το οφείλουν, για να είμαι ειλικρινής», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ.
Ακόμη κι αν αφήσει κανείς στην άκρη το γεγονός ότι η Τουρκία, η Αίγυπτος και η Ιορδανία διατηρούν ήδη διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, τι ακριβώς εννοεί ο Τραμπ; Πιστεύει ότι τα κράτη του Κόλπου του «οφείλουν χάρη» για την έναρξη ενός καταστροφικού πολέμου που δεν ζήτησαν;
Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ ή το Πακιστάν να ενταχθούν στις Συμφωνίες του Αβραάμ, εκτός αν το Ισραήλ χαράξει μια πορεία προς την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους – κάτι που απορρίπτεται κατηγορηματικά από την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Είναι καλό που οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν τόσο στενή σχέση με το Ισραήλ, καθώς με την πορεία που έχουν πάρει τα πράγματα, τελικά μπορεί να είναι και ο μοναδικός σύμμαχος που θα έχει απομείνει.
*Ο Max Boot είναι αρθρογράφος της Washington Post και ανώτερος ερευνητής στο Council on Foreign Relations. Υπήρξε φιναλίστ για το Βραβείο Πούλιτζερ στη βιογραφία και είναι συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του μπεστ σέλερ των New York Times «Reagan: His Life and Legend», το οποίο συμπεριλήφθηκε στα 10 καλύτερα βιβλία του 2024 από τους New York Times.
Πηγή: The Washington Post
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.














