Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η μάχη της βιοτεχνολογίας: Πώς οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να μείνουν πίσω από την Κίνα


Η τεχνητή νοημοσύνη μεταμορφώνει τη βιομηχανική και ιατρική βιοτεχνολογία. Τα μοντέλα μηχανικής μάθησης βοηθούν πλέον στον εντοπισμό νέων ιών, γονιδιακών θεραπειών και υποψήφιων φαρμάκων σε ένα κλάσμα του χρόνου που απαιτούνταν παλαιότερα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα βρίσκονται σε έναν αγώνα δρόμου για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και, προς το παρόν, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προηγούνται. Η «αλυσίδα» της αμερικανικής τεχνητής νοημοσύνης – από τα κέντρα δεδομένων και τα προηγμένα μικροτσίπ έως την έρευνα αιχμής – παραμένει πιο εξελιγμένη από την κινεζική.

Ωστόσο, αυτό το εύθραυστο προβάδισμα στην τεχνητή νοημοσύνη δεν πρόκειται να μεταφραστεί σε ουσιαστικό πλεονέκτημα στη βιοτεχνολογία, εάν οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίσουν μια σειρά από άλλες αδυναμίες τους. Η «βιοτεχνολογική αλυσίδα» της Κίνας – από την έρευνα και την παραγωγή έως τις δοκιμές – είναι πολύ πιο ολοκληρωμένη, επιτρέποντας στη χώρα να καινοτομεί και να εμπορευματοποιεί νέες τεχνολογίες πολύ ταχύτερα.

Αν οι ΗΠΑ χάσουν αυτή την κούρσα, κινδυνεύουν να βρεθούν σε επικίνδυνη εξάρτηση από τον βασικό γεωπολιτικό τους αντίπαλο.

Αρκεί να εξετάσει κανείς το σύστημα δοκιμών νέων φαρμάκων. Στις ΗΠΑ, η διαδικασία από την ανακάλυψη ενός φαρμάκου έως την έγκρισή του διαρκεί κατά μέσο όρο 10 έως 15 χρόνια, με τις κλινικές δοκιμές και την αξιολόγηση από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος αυτής της περιόδου. Υπάρχουν διαδικασίες ταχείας έγκρισης που μπορούν να μειώσουν τον τελικό χρόνο αξιολόγησης σε έξι έως δέκα μήνες για φάρμακα υψηλής προτεραιότητας, όμως πρόκειται για εξαιρετικές περιπτώσεις.

Και το FDA αποτελεί μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Η Ουάσιγκτον αποδυναμώνει πλέον και την ερευνητική βάση που τροφοδοτεί ολόκληρη την αλυσίδα ανάπτυξης νέων θεραπειών. Αφού το Κογκρέσο απέρριψε πρόταση για περικοπή κατά 40% της χρηματοδότησης των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας (NIH), η κυβέρνηση επανήλθε με αίτημα για νέα μείωση κατά 13% στον προϋπολογισμό του 2027. Η αβεβαιότητα που δημιουργείται ωθεί ήδη πολλούς νέους επιστήμονες να εγκαταλείψουν τον χώρο της έρευνας, στερώντας από τη χώρα το επιστημονικό δυναμικό στο οποίο θα βασιστούν οι ανακαλύψεις των επόμενων δεκαετιών.

Στην Κίνα συμβαίνει το αντίθετο. Από το 2015, η Εθνική Υπηρεσία Ιατρικών Προϊόντων έχει αναμορφώσει το κανονιστικό της πλαίσιο, ευθυγραμμίζοντάς το με τα διεθνή πρότυπα και θεσπίζοντας διαδικασίες ταχείας αξιολόγησης, οι οποίες μείωσαν τον χρόνο εξέτασης από περίπου 200 εργάσιμες ημέρες σε 130 για φάρμακα προτεραιότητας και σε μόλις 70 ημέρες για επείγουσες θεραπείες που έχουν ήδη εγκριθεί στο εξωτερικό.

Τα αποτελέσματα είναι εμφανή. Η Κίνα ενέκρινε 48 πρωτοποριακά φάρμακα το 2024, υπερδιπλάσια από όσα δύο χρόνια νωρίτερα. Οι ταχύτερες εγκρίσεις, το εκτεταμένο και κεντρικά οργανωμένο δίκτυο νοσοκομείων και το χαμηλότερο λειτουργικό κόστος έχουν μετατρέψει τη χώρα στον κορυφαίο προορισμό για κλινικές δοκιμές. Σήμερα φιλοξενεί περισσότερες από 7.100 κλινικές μελέτες, ξεπερνώντας τις ΗΠΑ – μια εξέλιξη που μέχρι πριν από λίγα χρόνια φάνταζε αδιανόητη. Οι δυτικές φαρμακευτικές εταιρείες δεν διεξάγουν απλώς τις δοκιμές τους στην Κίνα. Ολοένα και συχνότερα αποκτούν άδειες εκμετάλλευσης για νέα φάρμακα που έχουν αναπτυχθεί από κινεζικές βιοτεχνολογικές επιχειρήσεις.

Η Κίνα κυριαρχεί επίσης στην παραγωγή δραστικών φαρμακευτικών ουσιών, από τις οποίες εξαρτάται μεγάλο μέρος του κόσμου. Οι ΗΠΑ βασίζονται στην Κίνα για το 44% των φαρμακευτικών εισαγωγών τους σε βάρος, ενώ για περίπου 100 δραστικές ουσίες δεν υπάρχει καμία εναλλακτική πηγή προμήθειας.

Μια κινεζική επικράτηση στη βιοτεχνολογία θα είχε σοβαρές συνέπειες. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας της Covid-19, οι ΗΠΑ, χάρη στον συνδυασμό δημόσιας πολιτικής και ιδιωτικών επενδύσεων, παρήγαγαν το πρώτο και αποτελεσματικότερο εμβόλιο. Στην επόμενη πανδημία, όμως, η Κίνα ενδέχεται να φτάσει πρώτη στον τερματισμό. Οι κινεζικές εταιρείες θα μπορούσαν επίσης να ηγηθούν στην ανάπτυξη θεραπειών για τις πιο θανατηφόρες ασθένειες που πλήττουν εκατομμύρια Αμερικανούς, όπως οι καρδιοπάθειες και ο καρκίνος. Παράλληλα, το Πεκίνο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα σωτήρια φάρμακα ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης, επιβάλλοντας περιορισμούς στις εξαγωγές τους, όπως έκανε πέρυσι με τα κρίσιμα ορυκτά.

Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διατηρούν την πρωτοκαθεδρία στις βιοϊατρικές επιστήμες. Στη θεμελιώδη έρευνα και σε αρκετές τεχνολογίες αιχμής η θέση τους παραμένει ισχυρή, ενώ το μικρό προβάδισμά τους στην τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει αυτά τα πλεονεκτήματα. Ωστόσο, η σημερινή υπεροχή δεν αποτελεί εγγύηση για το αύριο. Έκθεση του Δεκεμβρίου 2025 της Εθνικής Επιτροπής για τις Αναδυόμενες Βιοτεχνολογίες, η οποία συστάθηκε από το Κογκρέσο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Κίνα έχει ήδη αρχίσει να ξεπερνά τις ΗΠΑ σε ορισμένους τομείς της βιοφαρμακευτικής καινοτομίας.

Η διατήρηση της πρωτοπορίας δεν προϋποθέτει αντιγραφή του κινεζικού μοντέλου. Οι λύσεις βρίσκονται στις επιλογές που μπορεί να κάνει η ίδια η Ουάσιγκτον.

Η ομοσπονδιακή χρηματοδότηση της έρευνας πρέπει να αποκατασταθεί και να διατηρηθεί, ιδίως για τα προγράμματα του NIH που αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία η βιομηχανία αναπτύσσει νέα προϊόντα. Η εγχώρια παραγωγική ικανότητα στη βιοτεχνολογία πρέπει να ενισχυθεί, ώστε οι αλυσίδες εφοδιασμού να μην αποτελούν ευάλωτο σημείο που μπορεί να μετατραπεί σε μέσο εκβιασμού. Η διαδικασία από την επιστημονική ανακάλυψη έως την έγκριση ενός νέου φαρμάκου πρέπει να γίνει ταχύτερη, χωρίς όμως να υπονομεύεται η ασφάλεια που αποτελεί θεμέλιο της εμπιστοσύνης των πολιτών. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον οφείλει να συνεργαστεί στενότερα με τους συμμάχους της στην Ευρώπη και την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού για τη διαμόρφωση κοινών προτύπων, την προστασία των δεδομένων και τη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού, καθώς καμία δημοκρατική χώρα δεν μπορεί μόνη της να ανταγωνιστεί το μέγεθος των κινεζικών επενδύσεων. Τέλος, οι ΗΠΑ πρέπει να διατηρήσουν τους επιστήμονες που αποτελούν την κινητήρια δύναμη της καινοτομίας, πολλοί από τους οποίους εγκαταλείπουν την έρευνα ή μεταναστεύουν σε χώρες που προσφέρουν σταθερότερη και γενναιότερη χρηματοδότηση, όπως η Κίνα. Μια χώρα που χάνει τους επιστήμονές της δεν μπορεί να περιμένει ότι θα διατηρήσει την επιστημονική της υπεροχή.

Εκείνος που θα καταφέρει να μεταφέρει ταχύτερα μια επιστημονική ανακάλυψη από το εργαστήριο στον ασθενή, σε μεγάλη κλίμακα και χωρίς να εξαρτάται από έναν στρατηγικό αντίπαλο, θα κερδίσει την κούρσα της βιοτεχνολογίας. Με την πορεία που ακολουθούν σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν φαίνεται να είναι αυτή η χώρα. Εξακολουθούν όμως να έχουν τη δυνατότητα να γίνουν, αρκεί η Ουάσιγκτον να αντιληφθεί εγκαίρως τον αγώνα στον οποίο συμμετέχει, όσο η γραμμή του τερματισμού βρίσκεται ακόμη μπροστά.

Πηγή: skai.gr



Πηγή: www.skai.gr