Όταν η SpaceX εισαχθεί στο σήμερα στο χρηματιστήριο, το όνομά της θα βρίσκεται παντού – εκτός από τον δείκτη S&P 500. Οι διαχειριστές του δείκτη ανακοίνωσαν την περασμένη εβδομάδα ότι δεν θα κάνουν εξαιρέσεις στα κριτήρια εισαγωγής του για τη SpaceX. Και σωστά έπραξαν.
Τα κριτήρια επιλογής της Επιτροπής Δεικτών των ΗΠΑ της S&P έχουν συμβάλει καθοριστικά ώστε ο S&P 500 να εξελιχθεί στον πιο ευρέως παρακολουθούμενο χρηματιστηριακό δείκτη παγκοσμίως, με περίπου 20 τρισεκατομμύρια δολάρια να επενδύονται ή να χρησιμοποιούνται ως σημείο αναφοράς βάσει αυτού. Η επιτροπή θα ήταν παράλογο να εγκαταλείψει τώρα αυτή την προσέγγιση, καθώς μια εξαίρεση για τη SpaceX θα δημιουργούσε προηγούμενο.
Οι εταιρείες OpenAI και Anthropic πιθανότατα θα ζητήσουν παρόμοια μεταχείριση όταν εισαχθούν στο χρηματιστήριο αργότερα μέσα στη χρονιά, όπως και άλλες ταχέως αναπτυσσόμενες τεχνολογικές εταιρείες που θα ακολουθήσουν. Πλέον, όλες θα πρέπει να περιμένουν τουλάχιστον έναν χρόνο πριν αποκτήσουν δικαίωμα ένταξης σε αυτό το «κλειστό κλαμπ».
Η επιμονή της επιτροπής αναδεικνύει ένα από τα μεγάλα παράδοξα των χρηματοοικονομικών αγορών: ο S&P 500 θεωρείται το απόλυτο σύμβολο της παθητικής επένδυσης, αλλά στην πραγματικότητα διαχειρίζεται ενεργητικά. Η επιτροπή έχει τον τελικό λόγο για το ποια εταιρεία εισέρχεται στον δείκτη και πότε, ακόμη κι αν πληροί όλα τα τυπικά κριτήρια.
Αυτό τον διαφοροποιεί από άλλους δείκτες αγοράς, όπως ο Russell 1000 ή ο συνολικός δείκτης αγοράς της S&P, όπου η ένταξη είναι σχεδόν αυτόματη και βασίζεται κυρίως στη χρηματιστηριακή αξία. Υπό αυτή την έννοια, η επιλογή μετοχών στον S&P 500 μοιάζει περισσότερο με την παραδοσιακή διαχείριση χαρτοφυλακίου ή με τους λεγόμενους «παραγοντικούς» δείκτες (factor indexes), οι οποίοι επιλέγουν εταιρείες βάσει χαρακτηριστικών όπως η αξία, η ποιότητα ή η δυναμική των τιμών.
Η SpaceX αποκλείεται προσωρινά εξαιτίας κάποιου συνδυασμού τριών προϋποθέσεων: ενός ελάχιστου ποσοστού μετοχών που πρέπει να είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμο, της απαίτησης να είναι εισηγμένη για τουλάχιστον έναν χρόνο και της ανάγκης να εμφανίζει κέρδη τόσο στο τελευταίο τρίμηνο όσο και στο τελευταίο οικονομικό έτος. Οι δύο τελευταίες προϋποθέσεις έχουν συμβάλει πολύ περισσότερο απ’ όσο φαντάζεται κανείς στις εξαιρετικές επιδόσεις του S&P 500.
Καταρχάς, οι νεοεισηγμένες εταιρείες συχνά αποτελούν βάρος για τους επενδυτές. Ο δείκτης Renaissance IPO Index, ο οποίος παρακολουθεί την απόδοση των αμερικανικών μετοχών κατά τα τρία πρώτα χρόνια διαπραγμάτευσής τους, έχει ελάχιστη επικάλυψη με τον S&P 500. Από το 2009 έως σήμερα έχει υποαποδώσει κατά περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες ετησίως σε σχέση με τον S&P 500, ενώ παρουσίασε σχεδόν διπλάσια μεταβλητότητα.
Η κερδοφορία έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε ο Kenneth French, οι λιγότερο κερδοφόρες μεγάλες αμερικανικές εταιρείες (το κατώτερο 30%) έχουν υποαποδώσει κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως έναντι των πιο κερδοφόρων (το ανώτερο 30%) από το 1963 έως σήμερα, συμπεριλαμβανομένων των μερισμάτων. Παράλληλα, οι μετοχές τους ήταν περίπου 20% πιο ευμετάβλητες.
Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να υποθέσει ότι οι ζημιογόνες εταιρείες, όπως η SpaceX, εμφανίζουν ακόμη χειρότερες επιδόσεις. Ορισμένα στοιχεία πράγματι οδηγούν προς αυτό το συμπέρασμα, αν και η εικόνα περιπλέκεται από τη χρηματιστηριακή φρενίτιδα της περιόδου της πανδημίας.
Η Goldman Sachs παρακολουθεί ένα «καλάθι» μη κερδοφόρων τεχνολογικών εταιρειών. Από το 2014 έως το 2019, ο S&P 500 ξεπέρασε αυτό το καλάθι κατά περίπου 40% σωρευτικά. Ωστόσο, το 2020 το καλάθι εκτινάχθηκε κατά 300%, καθώς οι επενδυτές απογείωσαν μετοχές όπως η Zoom, η Peloton και η Carvana. Στις αρχές του 2021 οι αποδόσεις τους είχαν ξεπεράσει με άνεση εκείνες του S&P 500.
Η κατάσταση όμως δεν κράτησε πολύ. Οι τιμές αυτών των μετοχών κατέρρευσαν στη συνέχεια και μέχρι το 2024 ο S&P 500 είχε ανακτήσει το προβάδισμα, προσφέροντας διπλάσια απόδοση σε σχέση με το καλάθι των ζημιογόνων τεχνολογικών εταιρειών κατά την προηγούμενη δεκαετία.
Παρ’ όλα αυτά, ο ενθουσιασμός φαίνεται να επιστρέφει: το ίδιο καλάθι μη κερδοφόρων τεχνολογικών εταιρειών έχει ενισχυθεί κατά 150% από τον Απρίλιο του περασμένου έτους.
Και εδώ ακριβώς έρχεται η SpaceX, τροφοδοτώντας εκ νέου την όρεξη των επενδυτών για πολλά υποσχόμενες αλλά ακόμη μη κερδοφόρες επιχειρήσεις.
Αν η ιστορία των νεοεισηγμένων και ζημιογόνων εταιρειών αποτελεί αξιόπιστο οδηγό, η απουσία της SpaceX από τον S&P 500 δεν θα βλάψει τον δείκτη, ίσως μάλιστα τον ωφελήσει. Το τι θα συμβεί βραχυπρόθεσμα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο θα διαρκέσει αυτή η νέα αγάπη της αγοράς για τις μη κερδοφόρες τεχνολογικές εταιρείες.
Αν η SpaceX εξελιχθεί μακροπρόθεσμα σε μια εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση, όπως πολλοί προβλέπουν, θα ενταχθεί αργότερα στον S&P 500 προς όφελος τόσο του δείκτη όσο και των επενδυτών. Τα κέρδη, όμως, δεν είναι ποτέ εγγυημένα, όσο αναπόφευκτα κι αν μοιάζουν για εταιρείες που βρίσκονται στην αιχμή μιας τεχνολογικής επανάστασης.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι μετά την εισαγωγή της SpaceX, οι διαφορές απόδοσης μεταξύ του S&P 500 και άλλων ευρύτερων χρηματιστηριακών δεικτών θα γίνουν πιο αισθητές από ποτέ. Με αποτίμηση 1,8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, η παρουσία της σε δείκτες όπως ο Russell 1000 και ο Nasdaq-100 θα είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Είτε τελικά η SpaceX αποδειχθεί θρίαμβος είτε απογοήτευση για τους επενδυτές, είναι πιθανό ο S&P 500 να αποδειχθεί ευγνώμων που δεν εγκατέλειψε τις αρχές του για χάρη μιας «καυτής» δημόσιας εγγραφής.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.















