Βαθαίνει η αντιπαράθεση μεταξύ του κοινωνικού δικτύου Χ και του γαλλικού δικαστικού συστήματος, καθώς ο δισεκατομμυριούχος μάνατζερ του αμερικανικού τεχνολογικού γίγαντα, Ίλον Μασκ, αγνόησε την πρόσκληση της Εισαγγελίας του Παρισιού να καταθέσει στο πλαίσιο μακροχρόνιας έρευνας που διενεργούν οι γαλλικές αρχές για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο.
Οι New York Times κάνουν λόγο για ψηφιακό ρήγμα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. «Οι Γάλλοι εισαγγελείς ερευνούν το Χ από τον Ιανουάριο του 2025 και έχουν μιλήσει για επτά πιθανές κατηγορίες βάσει της γαλλικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για συνέργεια στην κοινοποίηση εικόνων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, για την παραγωγή περιεχομένου που αρνείται τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και για δόλια συλλογή προσωπικών δεδομένων», μεταδίδει από το Παρίσι η ανταποκρίτρια της εφημερίδας, Κάθριν Πόρτερ.
Τον περασμένο Φεβρουάριο δυνάμεις της γαλλικής αστυνομίας εισεβαλαν στις εγκαταστάσεις του Χ στο Παρίσι και την ίδια ημέρα η Εισαγγελία κάλεσε τον Μασκ σε συνάντηση με τον αρμόδιο ανακριτή για να καταθέσει για τις πιθανές κατηγορίες. Ανάλογες προσκλήσεις είναι συνήθεις στο πλαίσιο των ποινικών ερευνών στη Γαλλία.
«Πολιτική επίθεση»
«Άτομα με τις αρμοδιότητες και τη γνώση επί του αντικειμένου, όπως ο κ. Μασκ, μπορούν να εκθέσουν τις απόψεις τους για τα γεγονότα και να ενημερώσουν για τα μέτρα συμμόρφωσης με τη νομοθεσία που σχεδιάζουν να εφαρμόσουν», είχε αναφέρει το Φεβρουάριο η γαλλική Εισαγγελία.
Ο διάσημος μάνατζερ έχοντας και τη στήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης φάνηκε ωστόσο ότι εξαρχής ότι δεν θα συνεργαζόταν με τις γαλλικές αρχές, καθώς κατήγγειλε με σφοδρότητα τη διεξαγόμενη έρευνα ως «πολιτική επίθεση» εναντίον του.
Από την πλευρά της η Εισαγγελία του Παρισιού δεν ανακοίνωσε καμία άμεση νομική συνέπεια για τη μη ανταπόκριση του επιχειρηματία στην κλήση της. Ο ίδιος Μασκ δεν απάντησε σε αίτημα των ΝΥΤ για να σχολιάσει τις εξελίξεις.
Βαριές κατηγορίες
Αφορμή της έρευνας ήταν αρχικά οι ανησυχίες της Γαλλίας σχετικά με τον αλγόριθμο του δικτύου X, με την ψηφιακή διαδικασία που οργανώνει δεδομένα στην ψηφιακή πλατφόρμα δηλαδή. Στη συνέχεια η έρευνα επεκτάθηκε σε κατηγορίες που διατυπώθηκαν ότι το Grok, η εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης του X, διέδιδε ισχυρισμούς άρνησης του εβραϊκού Ολοκαυτώματος και άλλων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, ενώ διευκόλυνε και σεξουαλικά «deepfakes».
Παρείχε δηλαδή το Grok στους χρήστες τη δυνατότητα να σεξουαλικοποιήσουν εικόνες γυναικών και παιδιών με απλές εντολές κειμένου, όπως «βάλε την σε μπικίνι» ή «βγάλε τα ρούχα της».
Σε ανακοίνωσή της τον Ιανουάριο του 2026 η εταιρεία του Ίλον Μασκ σημείωνε ότι είχε περιορίσει τη δυνατότητα δημιουργίας εικόνων στην εφαρμογή Grok προκειμένου να αποτρέψει την ηλεκτρονική διακίνηση σεξουαλικοποιημένων εικόνων από κακόβουλους χρήστες.
Μετά την αστυνομική επιδρομή του Φεβρουαρίου το γραφείο του Χ που είναι αρμόδιο για το χειρισμό των σχέσεων της εταιρείας με ξένες κυβερνήσεις αρνήθηκε δημοσίως και κατηγορηματικά «οποιαδήποτε αδικοπραγία εκ μέρους της επιχείρησης», υποστηρίζοντας ότι η διενεργούμενη έρευνα «διαστρεβλώνει τη γαλλική νομοθεσία, παρακάμπτει τις κείμενες διατάξεις και θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία του λόγου».
Ζήτημα αρχών
Το γραφείο του Εισαγγελέα του Παρισιού εξέδωσε ανακοίνωση τη Δευτέρα στην οποία σημειώνεται ότι «η απουσία του κ. Μασκ δεν θα εμποδίσει τη συνέχιση της έρευνας». Ανέφερε επίσης ότι η δικαστική εξουσία στη χώρα είναι ανεξάρτητη, καθώς «το γαλλικό Σύνταγμα εγγυάται τη διάκριση των εξουσιών».
«Η υπόθεση βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ευρύτερης διαμάχης μεταξύ των αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σχετικά με το βαθμό στον οποίο αυτές οι εταιρείες θα πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνες για το περιεχόμενο στις πλατφόρμες τους», γράφει η Κάθριν Πόρτερ στους ΝΥΤ. Και εξηγεί ότι «η ΕΕ έχει θεσπίσει σαρωτικούς ψηφιακούς κανονισμούς, απειλώντας τις εταιρείες τεχνολογίας με πρόστιμα εάν δεν εποπτεύουν τις πλατφόρμες τους για παραπληροφόρηση και κυρίως για τη διάδοση παράνομου περιεχομένου και ρητορικής μίσους».
Βάσει του νέου Νόμου περί Ψηφιακών Υπηρεσιών τον περασμένο Δεκέμβριο η ΕΕ επέβαλε το πρώτο πρόστιμο πρόστιμο ύψους 140 εκατ. δολαρίων στο X, ενώ λίγο αργότερα οι Βρυξέλλες ξεκίνησαν έρευνα σχετικά με τη διάδοση σεξουαλικών εικόνων που δημιουργήθηκαν μέσω της εφαρμογής Grok.
«Οι γαλλικές αρχές έχουν δείξει μια σπάνια προθυμία να διώκουν κορυφαία στελέχη του τεχνολογικού κλάδου, θεωρώντας τα προσωπικά υπεύθυνα για τη συμπεριφορά των χρηστών της πλατφόρμας», γράφει η ανταποκρίτρια της αμερικανικής εφημερίδας.
Η Κάθριν Πόρτερ υπογραμμίζει ότι το κλίμα μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ αναφορικά με τα ψηφιακά θέματα είναι ιδιαίτερα τεταμένο μετά την ιδιαίτερα επιθετική στάση που τηρεί η κυβέρνηση Τραμπ εναντίον των Ευρωπαίων που συνδέει με την προσπάθεια ρύθμισης των αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών.
Περί ελευθερίας
«Η διαμάχη αντανακλά μια διατλαντική διαφωνία σχετικά με το πώς και το εάν θα πρέπει να ρυθμίζονται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι Ευρωπαίοι λένε ότι οι κινήσεις τους αποτελούν μια προσπάθεια προστασίας των χρηστών από το καταχρηστικό περιεχόμενο. Ειδικότερα στη Γαλλία υπάρχουν ποινικές κυρώσεις για τη διαδικτυακή ρητορική μίσους, για την άρνηση του Ολοκαυτώματος και την εξύμνηση της τρομοκρατίας», σημειώνει η ανταποκρίτρια των ΝΥΤ.
Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί ότι τα πρόστιμα συνιστούν «άδικη αρπαγή χρημάτων από αμερικανικές εταιρείες» και εκτιμά ότι οι ρυθμιστικοί κανόνες στη λειτουργία των ψηφιακών μέσων συνιστούν «επίθεση στην ελευθερία του λόγου». Οι ΗΠΑ έχουν πολύ λίγους νομικούς περιορισμούς στην έκφραση λόγου και το υπουργείο Δικαιοσύνης απέρριψε αίτημα των γαλλικών αρχών να συνδράμει η αμερικανική κυβέρνηση στις έρευνες κατά του Χ.
Παρατηρεί κανείς ότι η αμερικανική αντίληψη περί ελευθερίας είναι χαλαρή σε κάποιες περιπτώσεις διαδικτυακής ασυδοσίας από τους πολίτες, αλλά δεν καλύπτει την προάσπιση του συνόλου των ατομικών δικαιωμάτων, όπως δείχνει ο τρόπος δράσης των ομοσπονδιακών πρακτόρων της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) στη Μινεάπολη, φέρ’ ειπείν.
Επί του προκειμένου δημιουργείται η εντύπωση ότι στις ΗΠΑ προστατεύεται σε απόλυτο βαθμό το δικαίωμα να πλουτίζει κανείς ελεύθερα, ακόμα και εις βάρος της κοινωνίας ή της δημόσιας υγείας, δεδομένου ότι οι ειδικοί θεωρούν ότι οι καταχρήσεις μέσω κοινωνικών δικτύων επηρεάζουν την ψυχική υγεία των ανηλίκων ή και ενηλίκων πλην ευάλωτων πολιτών.















