Η Apple διεξάγει προκαταρκτικές συζητήσεις με Intel και Samsung για την κατασκευή των βασικών επεξεργαστών των συσκευών της (systemsonachip) σε αμερικανικό έδαφος, αναζητώντας εναλλακτική λύση πέρα από την TSMC. Η κίνηση έρχεται εν μέσω σοβαρών ελλείψεων στην αλυσίδα εφοδιασμού, που πλήττουν την παραγωγή iPhone, Mac και άλλων προϊόντων, λόγω της έκρηξης ζήτησης για AI υποδομές.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει το Bloomberg, η Apple έχει συζητήσει με την Intel τη χρήση των υπηρεσιών παραγωγής τσιπ της εταιρείας, ενώ στελέχη της έχουν επισκεφθεί υπό κατασκευή εργοστάσιο για προηγμένα τσιπ της Samsung στο Τέξας. Οι συνομιλίες παραμένουν σε πρώιμο στάδιο και δεν έχουν οδηγήσει σε παραγγελίες, με την Apple να εκφράζει επιφυλάξεις για την τεχνολογία εκτός της TSMC.
Η είδηση πυροδότησε άνοδο 12% στις μετοχές της Intel, φτάνοντας σε ιστορικό υψηλό στα 105,42 δολάρια, με ετήσια άνοδο άνω του 180% και κεφαλαιοποίηση 340 δισ. δολάρια. Η Apple ενισχύθηκε 0,8%, ενώ οι αγορές της Κορέας ήταν κλειστές. Εκπρόσωποι όλων των εταιρειών, οι οποίες αναφέρονται στο δημοσίευμα, αρνήθηκαν σχόλια.
Η εξάρτηση από την TSMC και οι ελλείψεις
Για πάνω από δεκαετία, η Apple σχεδιάζει τα SoC της (Aseries, Mseries) και τα αναθέτει στην TSMC για παραγωγή με κορυφαίες διεργασίες, όπως τα 3nm στην Ταϊβάν. Ωστόσο, η μαζική κατασκευή AI data centers έχει προκαλέσει ελλείψεις, περιορίζοντας την ανάπτυξη.
Στην πρόσφατη τηλεδιάσκεψη που ακολούθησε την ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων, ο CEO Τιμ Κουκ παραδέχτηκε ότι «έχουμε λιγότερη ευελιξία στην αλυσίδα εφοδιασμού από το κανονικό». Τα SoC αποτελούν την κύρια πηγή προβλημάτων, όχι η μνήμη, επηρεάζοντας βασικές συσκευές όπως iPhone 17 Pro, Mac mini, Mac Studio, ενώ η Apple εργάζεται να περιορίσει διαταραχές τροφοδοσίας σε AirPods και Apple Watch. Ο Κουκ εκτιμά ότι θα χρειαστούν μήνες για να επανέλθει ισορροπία προσφοράςζήτησης.
Οι γεωπολιτικοί και στρατηγικοί λόγοι
Η Apple εφαρμόζει πολιτική πολλαπλών προμηθευτών για βασικά εξαρτήματα, όπως οθόνες, για καλύτερες τιμές αλλά και προστασία από κρίσεις. Ο Κουκ έχει προειδοποιήσει από το 2022 για ρίσκο συγκέντρωσης 60% στην παραγωγή μικροτσίπ στην Ταϊβάν, λόγω κινεζικών απειλών. Η συνεργασία με TSMC στο εργοστάσιο του Φοίνιξ στην Αριζόνα θα δώσει 100 εκατ. επεξεργαστές το 2026 — μικρό ποσοστό των συνολικών αποστολών της εταιρείας.
Οι συζητήσεις με Intel και Samsung ξεκίνησαν πριν τις τρέχουσες ελλείψεις και προσφέρουν διπλό όφελος, σημειώνει το Bloomberg: ενίσχυση της αμερικανικής παραγωγής και βελτίωση των σχέσεων με την κυβέρνηση Τραμπ, που βλέπει την Intel ως εθνικό πρωταθλητή μετά και την τελευταία, μεταξύ τους, συμφωνία.
Το προφίλ Intel και Samsung
Για την Intel, υπό τον CEO ΛιπΜπου Ταν, η Apple θα ήταν τεράστια επιτυχία για την επιχείρηση foundry, μετά από τις προηγούμενες αποτυχίες. Η εταιρεία χρειάζεται εξωτερικούς πελάτες για την ανάκαμψή της. Η κορεατική Samsung, δεύτερη πίσω από την ταϊβανέζικη TSMC, έχει ιστορικό συνεργασίας με την Apple (έχοντας κατασκευάσει τους επεξεργαστές για πλαιαότερα μοντέλα iPhone) ενώ παράγει για αυτήν και περιφερειακά εξαρτήματα.
Την ίδια ώρα τόσο η Intel όσο και η Samsung ανταγωνίζονται την Apple στην αγορά των smartphone, αλλά ένα τέτοιο συμβόλαιο για τσιπ θα ήταν στρατηγικό.
Επιπλέον, η Apple έχει παρελθόν και με τις δύο: η Intel τροφοδοτούσε τους υπολογιστές Mac (από το 2006 έως το 2020) πριν αρχίσει να χρησιμοποιεί τα δικά της τσιπ, η Samsung από την πλευρά της παρήγαγε τους επεξεργαστές Aseries για παλαιότερα μοντέλα iPhone. Μια παράλληλη εξέλιξη είναι ότι η Samsung επεκτείνει ήδη την παραγωγή άλλων εξαρτημάτων για iPhone.
Προκλήσεις και προοπτικές
Όπως σημειώνει το Bloomberg, τόσο η Intel και η Samsung υστερούν σε κλίμακα και αξιοπιστία έναντι της TSMC, καθιστώντας δύσκολη την πλήρη μετάβαση. Η Apple μπορεί να χρησιμοποιήσει τις δύο ως συμπληρωματικές πηγές για λιγότερο κρίσιμα SoC ή για μελλοντικές διεργασίες. Η κίνηση ωστόσο αντανακλά την ευρύτερη τάση αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών να ανεξαρτητοποιηθούν από την παραγωγή μικροτσίπ της Ταϊβάν, εν μέσω εμπορικών και γεωπολιτικών εντάσεων.
Η στρατηγική του Κουκ, που έχτισε την παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού της Apple, συνεχίζεται με έμφαση στην ανθεκτικότητα. Αν οι συζητήσεις προχωρήσουν, θα ενισχύσουν την εθνική παραγωγή των ΗΠΑ και θα μειώσουν γεωπολιτικά ρίσκα, παρά τις τεχνολογικές προκλήσεις, καταλήγει το Bloomberg.














