Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

CSIS: Οι ΗΠΑ θα χρειαστούν χρόνια για να αναπληρώσουν τα οπλικά αποθέματα μετά τον πόλεμο με το Ιράν



Αμερικανικές στρατιωτικές βιομηχανίες θα χρειαστούν τουλάχιστον τρία χρόνια για να αναπληρώσουν τα αποθέματα τριών βασικών οπλικών συστημάτων που χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα στον πόλεμο με το Ιράν, σύμφωνα με ανάλυση που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τετάρτη, εντείνοντας τις ανησυχίες ότι οι αμερικανικές δυνάμεις θα είχαν περιορισμένη στρατιωτική ισχύ σε μια μελλοντική σύγκρουση με την Κίνα.

Τα οπλικά συστήματα είναι οι πύραυλοι cruise Tomahawk, που χρησιμοποιούνται για πλήγματα βαθιά μέσα σε εχθρικό έδαφος, καθώς και οι πύραυλοι αναχαίτισης Patriot και THAAD, που χρησιμοποιούνται για άμυνα απέναντι σε εισερχόμενους πυραύλους και drones, όπως υπογραμμίζει το Associated Press.

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν επαρκή πυρομαχικά για κάθε πιθανό σενάριο στον πόλεμο με το Ιράν, όμως τα μειωμένα αποθέματα έχουν δημιουργήσει ένα παράθυρο ευαλωτότητας για μια πιθανή σύγκρουση στον Δυτικό Ειρηνικό», αναφέρει η νέα έκθεση του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), σύμφωνα με το Associated Press. «Ο χρόνος που απαιτείται για την αναπλήρωση αυτών των αποθεμάτων έχει πλέον καταστεί μείζον ζήτημα».

Η Κίνα έχει θέσει ως στόχο να διασφαλίσει ότι ο στρατός της θα είναι σε θέση να καταλάβει την Ταϊβάν διά της βίας, εάν χρειαστεί, έως το 2027, στόχο που οι ειδικοί θεωρούν περισσότερο φιλόδοξη επιδίωξη παρά αυστηρή προθεσμία.

Ωστόσο, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ προειδοποίησε αυτόν τον μήνα ότι εάν η Ουάσινγκτον χειριστεί λανθασμένα τις σχέσεις της με την Ταϊβάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε σύγκρουση ή ακόμη και σε ανοιχτό πόλεμο.

Η κυβέρνηση Τραμπ αυξάνει τη χρηματοδότηση, αλλά η παραγωγή απαιτεί χρόνο

Η ανάλυση του think tank της Ουάσινγκτον λαμβάνει υπόψη την ιστορική πρόταση αμυντικού προϋπολογισμού ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων για το 2027 από τη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση Τραμπ, η οποία επιταχύνει σημαντικά τις δαπάνες για προηγμένα πυρομαχικά, μια τάση που είχε ξεκινήσει επί της κυβέρνησης Μπάιντεν. Παρότι υπάρχει διακομματική συναίνεση στο Κογκρέσο για την ενίσχυση των αποθεμάτων, «το πρόβλημα σήμερα δεν είναι τα χρήματα αλλά ο χρόνος», αναφέρει η έκθεση.

«Απαιτείται χρόνος για την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας και για την κατασκευή αυτών των σύνθετων συστημάτων», σημειώνεται στην έκθεση, η οποία προσθέτει ότι το «παράθυρο ευαλωτότητας» θα διαρκέσει «για αρκετά χρόνια, έως ότου τα αποθέματα επανέλθουν στα προηγούμενα επίπεδα, και ακόμη περισσότερα χρόνια μέχρι να φτάσουν στα επίπεδα που επιθυμούν οι στρατιωτικοί σχεδιαστές».

Παρότι τα αποθέματα πυρομαχικών παραμένουν απόρρητα, το CSIS υποστηρίζει ότι υπάρχουν επαρκή δημόσια διαθέσιμα στοιχεία στα έγγραφα του προϋπολογισμού του Πενταγώνου ώστε να εκτιμηθούν τα χρονοδιαγράμματα παραγωγής.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ έχουν επιμείνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ικανές να διεξαγάγουν οποιονδήποτε πόλεμο. Παράλληλα, έχουν πιέσει τις αμυντικές βιομηχανίες να επιταχύνουν την παραγωγή πυρομαχικών, με τον Χέγκσεθ να δηλώνει τον περασμένο μήνα στους νομοθέτες ότι οι αμυντικές δαπάνες επί Τραμπ θα βοηθήσουν τους κατασκευαστές να διπλασιάσουν ή ακόμη και να τριπλασιάσουν τις παραγωγικές τους δυνατότητες.

Ο επικεφαλής εκπρόσωπος του Πενταγώνου, Σον Παρνέλ, δήλωσε ότι ο αμερικανικός στρατός «διαθέτει όλα όσα χρειάζεται για να επιχειρήσει στον χρόνο και στον τόπο που θα επιλέξει ο πρόεδρος».

Ωστόσο, ορισμένοι στρατιωτικοί αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις. Αξιωματούχοι του Πενταγώνου «γνώριζαν την πραγματική κατάσταση των στρατιωτικών αποθεμάτων μας και ελπίζω ότι ενημέρωσαν, λέγοντας: “Αν εμπλακούμε σε αυτή τη σύγκρουση, ακόμη και με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις, τα αποθέματά μας θα μειωθούν σε κρίσιμο επίπεδο”», δήλωσε η Βιρτζίνια Μπέργκερ, ανώτερη αναλύτρια αμυντικής πολιτικής στην οργάνωση Project On Government Oversight και πρώην αξιωματικός των Πεζοναυτών.

Οι ανησυχίες για τη μείωση των στρατιωτικών αποθεμάτων κυριάρχησαν στις πρόσφατες ακροάσεις στο Κογκρέσο.

Για τους Δημοκρατικούς, η κατάσταση των αποθεμάτων πυρομαχικών αποτελεί σοβαρό επιχείρημα κατά του πολέμου με το Ιράν, τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε χωρίς την έγκριση των μελών του Κογκρέσου.

Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα οφείλεται στην αποστολή συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας Patriot στην Ουκρανία μετά τη ρωσική εισβολή το 2022, αν και τα συγκεκριμένα συστήματα χρησιμοποιούνται επίσης από αρκετούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι ρίζες της σημερινής κατάστασης ανάγονται στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, σύμφωνα με τον Μαρκ Κάνσιαν, απόστρατο συνταγματάρχη των Πεζοναυτών και ανώτερο σύμβουλο του CSIS, ο οποίος συνυπογράφει τη μελέτη μαζί με τον ερευνητή Κρις Χ. Παρκ.

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στα τέλη του 1991, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεώρησαν ότι οι μελλοντικοί πόλεμοι θα ήταν σύντομοι και περιφερειακοί, χωρίς μεγάλη ανάγκη για μεγάλες ποσότητες προηγμένων οπλικών συστημάτων, δήλωσε ο Κάνσιαν σε συνέντευξή του.

Το Πεντάγωνο παρήγγειλε σχετικά περιορισμένους αριθμούς των συγκεκριμένων όπλων, θεωρώντας ότι ο στρατός δεν θα χρειαζόταν μεγάλες ποσότητες. Οι αμυντικές βιομηχανίες προσαρμόστηκαν αναλόγως, βασιζόμενες σε περιορισμένη παραγωγική βάση για την κατασκευή τους.

Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία έδειξε ότι οι σύγχρονες συγκρούσεις μπορούν να είναι παρατεταμένες και να απαιτούν μεγάλα αποθέματα προηγμένων οπλικών συστημάτων, δήλωσε ο Μαρκ Κάνσιαν.

Την ίδια στιγμή, Αμερικανοί στρατιωτικοί σχεδιαστές πραγματοποιούσαν ασκήσεις προσομοίωσης πιθανών συγκρούσεων στον δυτικό Ειρηνικό.

«Η αντίληψη άρχισε να αλλάζει, αλλά χρειάζεται χρόνος για να δημιουργηθούν αποθέματα», είπε ο Κάνσιαν, προσθέτοντας ότι μέρος της πρόκλησης είναι η επιτάχυνση ενός περίπλοκου δικτύου εφοδιαστικών αλυσίδων και υπεργολάβων που παράγουν εξαιρετικά εξειδικευμένα εξαρτήματα.

Πόσος χρόνος θα χρειαστεί για την αναπλήρωση κρίσιμων αποθεμάτων

Οι ΗΠΑ εκτόξευσαν περισσότερους από 1.000 πυραύλους Tomahawk κατά του Ιράν και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του CSIS, η πλήρης αναπλήρωση των προπολεμικών αποθεμάτων μπορεί να διαρκέσει έως τα τέλη του 2030.

Λιγότεροι από 200 Tomahawk κατασκευάζονται ετησίως, λόγω των περιορισμένων παραγγελιών στο παρελθόν. Ωστόσο, η Raytheon έχει στόχο να αυξήσει την παραγωγική της δυνατότητα σε περισσότερους από 1.000 πυραύλους τον χρόνο.

Για τα περιζήτητα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, η αντικατάσταση έως και 290 αναχαιτιστικών THAAD που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρριψη ιρανικών drones και πυραύλων μπορεί να διαρκέσει έως τα τέλη του 2029. Η αναπλήρωση περισσότερων από 1.000 αναχαιτιστικών Patriot εκτιμάται ότι θα ολοκληρωθεί στα μέσα του 2029.

Το CSIS επισημαίνει ότι οι παραδόσεις Patriot δημιουργούν δίλημμα για τις ΗΠΑ, καθώς πρέπει ταυτόχρονα να αναπληρώσουν τα δικά τους αποθέματα, να βοηθήσουν την Ουκρανία απέναντι στις ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις και να καλύψουν τις ανάγκες άλλων 17 χωρών που χρησιμοποιούν το ίδιο σύστημα.

Στο μεταξύ, το CSIS σημειώνει ότι μια πιθανή σύγκρουση με την Κίνα δεν είναι «εντελώς ζοφερή» προοπτική, καθώς ο αμερικανικός στρατός επέδειξε πρόσφατα τις δυνατότητές του κατά του Ιράν, της Βενεζουέλας και των ανταρτών Χούθι στην Υεμένη.

«Η Κίνα γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν διαθέτει πρόσφατη πολεμική εμπειρία και ότι η επίδοσή της στον τελευταίο της πόλεμο, εναντίον του Βιετνάμ το 1979, ήταν κακή», αναφέρει η έκθεση. «Αυτή η διαφορά εμπειρίας μπορεί να διατηρήσει την αποτροπή έως ότου αποκατασταθούν τα αποθέματα πυρομαχικών».

 

Πηγή: skai.gr



Πηγή: www.skai.gr