Δύο εκτελεστές εξαφανίζουν όπλα, κινητά και ίχνη, αλλά αφήνουν πίσω τους το σημαντικότερο στοιχείο: τα ίδια τους τα πρόσωπα. Ήταν πράγματι ένα απίστευτο λάθος ή μήπως εμπιστεύτηκαν τον λάθος άνθρωπο;
Οι τελευταίες αποκαλύψεις για τη δολοφονία του Βαγγέλη Ζαμπούνη δημιουργούν ίσως περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντούν.
Και επειδή πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή εγκληματική υπόθεση, πρέπει να είμαστε απολύτως ξεκάθαροι: όσα ακολουθούν αποτελούν ερωτήματα και προβληματισμούς που προκύπτουν από την αλληλουχία των γεγονότων και από όσα έχουν δημοσιοποιηθεί. Δεν αποτελούν καταγγελία ούτε ισχυρισμό ότι γνωρίζουμε τι πραγματικά συνέβη πίσω από τη δολοφονία.
Υπάρχουν όμως συμπτώσεις που είναι τόσο εντυπωσιακές, ώστε δικαιολογημένα προκαλούν ερωτήματα.
Η εκτέλεση και το σπίτι
Μετά την εκτέλεση του Βαγγέλη Ζαμπούνη, οι δύο φερόμενοι δράστες εμφανίζονται σε συγκεκριμένο σπίτι.
Κατεβαίνουν στο υπόγειο και επί περίπου δύο ώρες φέρονται να καταστρέφουν όπλα και άλλα αντικείμενα που θα μπορούσαν να τους συνδέσουν με το έγκλημα.
Σε συνομιλία που περιλαμβάνεται στο υλικό ακούγεται αναφορά ότι τα είχαν «καθαρίσει όλα»: τηλέφωνα και άλλα στοιχεία.
Άρα δεν μιλάμε για ανθρώπους που φαίνεται να ενεργούν εντελώς απερίσκεπτα.
Αντιθέτως, μετά από μια εξαιρετικά οργανωμένη δολοφονία φαίνεται να ακολουθεί συστηματική προσπάθεια εξαφάνισης των αποδεικτικών στοιχείων.
Και όμως, την ίδια στιγμή συμβαίνει κάτι σχεδόν αδιανόητο.
Οι ίδιοι καταγράφονται από τις κάμερες του σπιτιού.
Και δεν καταγράφονται απλώς ως δύο ακαθόριστες φιγούρες.
Ο ένας περνά μπροστά από την κάμερα και το πρόσωπό του αποτυπώνεται καθαρά.
Αυτό ακριβώς το υλικό φέρεται να αποτέλεσε κρίσιμο στοιχείο για την ταυτοποίησή του.
Τόσο προσεκτικοί με τα όπλα, τόσο απρόσεκτοι με τις κάμερες;
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Είναι δυνατόν άνθρωποι που μόλις έχουν πραγματοποιήσει μια τέτοια εκτέλεση, που γνωρίζουν ότι πρέπει να εξαφανίσουν όπλα, κινητά και κάθε πιθανό ίχνος τους, να κυκλοφορούν επί ώρες μπροστά σε κάμερες ασφαλείας αφήνοντας τα πρόσωπά τους καταγεγραμμένα;
Μπορεί ασφαλώς να συνέβη.
Αλλά υπάρχει και μια δεύτερη πιθανότητα που δεν μπορεί να μη γεννά προβληματισμό:
Μήπως απλώς δεν γνώριζαν ότι καταγράφονταν;
Και εάν δεν γνώριζαν, τότε το πραγματικό ερώτημα αλλάζει.
Ποιος τους υπέδειξε αυτό το σπίτι;
Ποιος τους έκανε να πιστέψουν ότι μπορούσαν να πάνε εκεί μετά τη δολοφονία;
Ποιος γνώριζε τον συγκεκριμένο χώρο;
Και κυρίως:
Ποιος γνώριζε ότι υπήρχαν κάμερες και ότι όλα όσα θα έκαναν θα παρέμεναν καταγεγραμμένα;
Μήπως το πραγματικό λάθος ήταν η εμπιστοσύνη;
Ίσως λοιπόν το μεγαλύτερο λάθος των φερόμενων εκτελεστών να μην ήταν ότι ξέχασαν έναν σκληρό δίσκο.
Ίσως ήταν κάτι πολύ απλούστερο.
Ίσως εμπιστεύτηκαν τον λάθος άνθρωπο.
Εμπιστεύτηκαν κάποιον που τους έδωσε έναν χώρο τον οποίο θεωρούσαν ασφαλή.
Έναν χώρο όπου μπορούσαν να καταστρέψουν τα όπλα και τα τηλέφωνα, να εξαφανίσουν τα ίχνη τους και στη συνέχεια να φύγουν.
Εάν πράγματι αγνοούσαν τις κάμερες, τότε η επιλογή αυτού του σπιτιού αποκτά εντελώς διαφορετική σημασία.
Και τρεις ημέρες αργότερα εμφανίζεται η Αστυνομία
Υπάρχει όμως και μία ακόμη εντυπωσιακή παράμετρος.
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, μόλις τρεις ημέρες μετά τη δολοφονία Ζαμπούνη, η Αστυνομία πραγματοποιεί έρευνα στο συγκεκριμένο σπίτι στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης, της δολοφονίας του Γιάννη Σκαφτούρου. Αυτό αναφέρθηκε σε ρεπορτάζ.
Οι αστυνομικοί κατάσχουν τον σκληρό δίσκο του συστήματος ασφαλείας.
Και μέσα σε αυτόν βρίσκεται καταγεγραμμένο το υλικό που φέρεται να αποκαλύπτει τους ανθρώπους που συνδέονται με τη δολοφονία Ζαμπούνη.
Μπορεί πράγματι να πρόκειται για εξαιρετική αστυνομική έρευνα σε συνδυασμό με ένα τεράστιο λάθος των δραστών.
Όμως η χρονική αλληλουχία είναι τέτοια που εύλογα προκαλεί απορίες.
Τρεις ημέρες.
Οι εκτελεστές χρησιμοποιούν έναν συγκεκριμένο χώρο αμέσως μετά την εκτέλεση Ζαμπούνη, θεωρώντας προφανώς ότι μπορούν να κινηθούν εκεί με ασφάλεια και να καταστρέψουν τα στοιχεία, λίγες ημέρες αργότερα το καταγραφικό βρίσκεται στα χέρια των Αρχών.
Και τώρα εμφανίζεται και το «καρφί»
Τα ερωτήματα, μάλιστα, δεν περιορίζονται πλέον σε έναν θεωρητικό προβληματισμό γύρω από το συγκεκριμένο βίντεο.
Στον σημερινό Τύπο εμφανίζονται ήδη δημοσιεύματα που χρησιμοποιούν ακόμη πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις.
Το Μακελειό, αναφερόμενο στην υπόθεση, κάνει λόγο ακόμη και για «το “καρφί” που τους έδωσε όλους».
Αυτό φυσικά δεν αποτελεί απόδειξη ότι υπήρξε πληροφοριοδότης, ούτε πολύ περισσότερο αποδεικνύει ποιος θα μπορούσε να ήταν ή ποιον ρόλο είχε.
Αλλά από τη στιγμή που το ερώτημα τίθεται πλέον δημόσια, αξίζει να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα:
Εάν πράγματι υπήρξε “καρφί”, ποιο ήταν;
Ήταν κάποιος που γνώριζε τις κινήσεις των δραστών;
Κάποιος που γνώριζε πού θα πήγαιναν μετά τη δολοφονία;
Κάποιος που τους έστειλε ο ίδιος εκεί;
Κάποιος που γνώριζε το συγκεκριμένο σπίτι;
Και μήπως η απάντηση βρίσκεται ακριβώς στον χώρο όπου οι ίδιοι πίστεψαν ότι μπορούσαν με ασφάλεια να εξαφανίσουν τα ίχνη τους;
Δεν γνωρίζουμε.
Και θα ήταν ανεύθυνο να παρουσιάσουμε οποιοδήποτε τέτοιο σενάριο ως γεγονός.
Όμως οι συμπτώσεις παραμένουν.
Ο εκτελεστής είναι αναλώσιμος
Υπάρχει τέλος μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζει διαχρονικά το οργανωμένο έγκλημα.
Αυτός που τραβά τη σκανδάλη δεν είναι απαραίτητα αυτός που σχεδιάζει.
Δεν είναι απαραίτητα αυτός που γνωρίζει ολόκληρη την αλυσίδα.
Ο εκτελεστής εκτελεί μια εντολή.
Και όταν η αποστολή ολοκληρωθεί, μπορεί να μετατραπεί από πολύτιμο συνεργάτη σε επικίνδυνο μάρτυρα.
Με απλά λόγια, ο εκτελεστής είναι αναλώσιμος.
Και εδώ γεννιέται ίσως το πιο σκοτεινό ερώτημα αυτής της ιστορίας:
Υπάρχει περίπτωση οι δύο άνθρωποι να χρησιμοποιήθηκαν για να βγει από τη μέση ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους του ελληνικού οργανωμένου εγκλήματος και στη συνέχεια να αφέθηκαν εκτεθειμένοι;
Δεν έχουμε κανένα στοιχείο που να μας επιτρέπει να το ισχυριστούμε.
Έχουμε όμως μια αλληλουχία γεγονότων που επιτρέπει να θέσουμε το ερώτημα.
Δύο άνθρωποι πραγματοποιούν μια εξαιρετικά οργανωμένη εκτέλεση.
Πηγαίνουν σε συγκεκριμένο σπίτι.
Καταστρέφουν επί ώρες τα στοιχεία που μπορούν να τους προδώσουν.
Δεν φαίνεται όμως να αντιλαμβάνονται ότι καταγράφονται.
Ο ένας αφήνει καθαρά το πρόσωπό του στην κάμερα.
Τρεις ημέρες αργότερα η Αστυνομία βρίσκεται στο ίδιο σπίτι για άλλη υπόθεση – αυτό αναφέρθηκε σε ρεπορτάζ από δημοσιογράφο ο οποίος ήταν και ο πρώτος που είχε στην κατοχή του τα βίντεο της ΔΑΟΕ – και παίρνει τον σκληρό δίσκο.
Και σήμερα εμφανίζονται δημοσιεύματα που μιλούν ακόμη και για «καρφί».
Μπορεί όλα αυτά να αποτελούν μια σειρά συμπτώσεων.
Μπορεί να πρόκειται για ένα μοιραίο λάθος δύο ανθρώπων που πίστεψαν ότι είχαν εξαφανίσει κάθε ίχνος.
Υπάρχει όμως και ένα ερώτημα που αξίζει να μείνει ανοιχτό:
Μήπως δεν τους πρόδωσε η απροσεξία τους;
Μήπως τους πρόδωσε η εμπιστοσύνη τους;
Γιατί στις μεγάλες υποθέσεις του οργανωμένου εγκλήματος το σημαντικότερο πρόσωπο δεν είναι πάντοτε εκείνος που πατά τη σκανδάλη.
Μερικές φορές είναι εκείνος που, όταν τελειώσει η δουλειά, του λέει πού να πάει.
Άγγελος Αγραφιώτης
Σύμβουλος Διαχείρισης Κρίσεων















