Σε δήλωσή του ο βουλευτής Μαγνησίας του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος, αναφέρει:
Είναι θετικό να ενισχύεται το εισόδημα των εργαζομένων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Όμως, η πραγματική οικονομική άνεση δεν κρίνεται μόνο από το ύψος του μισθού, αλλά από το τι μπορείς να αγοράσεις με αυτόν.
Το ζήτημα δεν είναι ο ονομαστικός μισθός, αλλά ο πραγματικός μισθός, δηλαδή η αγοραστική του δύναμη.
Και εδώ βρίσκεται το βασικό πρόβλημα: η κυβέρνηση αποφεύγει να δώσει την μάχη κατά της ακρίβειας. Από τη μία αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα με επιδόματα και αυξήσεις, από την άλλη αφήνει το κόστος ζωής να ανεβαίνει, με αποτέλεσμα οι πολίτες να παίρνουν περισσότερα, αλλά τελικά να τους μένουν λιγότερα.
Πρόκειται για την έκτη αύξηση, όμως η χώρα παραμένει στις τελευταίες θέσεις στην αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη. Αυτό δείχνει ότι κάτι δεν λειτουργεί.
Τις αυξήσεις αυτές δεν τις δίνει η κυβέρνηση, αλλά οι επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων που ήδη πιέζονται από υψηλό μη μισθολογικό κόστος, την ακριβή ενέργεια, τα υψηλά ενοίκια, τις αυξημένες τιμές πρώτων υλών και την χαμηλή κατανάλωση.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να στηριχθούν με αντισταθμιστικά μέτρα και στοχευμένες παρεμβάσεις για την μείωση του μη μισθολογικού κόστους, με ελαφρύνσεις σε φόρους και εισφορές, ουσιαστική μείωση του ενεργειακού κόστους, ρυθμίσεις οφειλών που να δίνουν πραγματική ανάσα και καλύτερη πρόσβαση των μικρών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση.
Αν δεν υπάρξουν άμεσα αντισταθμιστικά μέτρα, η αγορά θα αντιδράσει με τρόπους που τελικά θα επιβαρύνουν ξανά τον εργαζόμενο, είτε με αυξήσεις τιμών, όπου αυτό είναι εφικτό, είτε με μείωση προσωπικού, είτε με λουκέτα σε πιο αδύναμες επιχειρήσεις.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι σαφώς στην σωστή κατεύθυνση, όμως από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται μια συνολική πολιτική που να ενισχύει πραγματικά την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Διαφορετικά, οι αυξήσεις θα μένουν στα χαρτιά και δεν θα φαίνονται στην καθημερινότητα.















