Ένα σοβαρό ζήτημα άνισης μεταχείρισης έχει ανακύψει τα τελευταία χρόνια σχετικά με την αναγνώριση πλασματικών ετών για τη συνταξιοδοτική εξέλιξη των δημοσίων υπαλλήλων.
Το 2016 δόθηκε η δυνατότητα υποβολής αίτησης για αναγνώριση πλασματικών ετών με βάση το τότε ισχύον ασφαλιστικό πλαίσιο. Ένα μέρος των δημοσίων υπαλλήλων προχώρησε στην αίτηση, ενώ ένα άλλο μέρος δεν το έπραξε, είτε λόγω ελλιπούς ενημέρωσης είτε επειδή δεν έγινε αντιληπτή η σημασία της επιλογής αυτής για το μελλοντικό κόστος εξαγοράς.
Σήμερα έχει διαμορφωθεί μια σαφής διαφοροποίηση μεταξύ υπαλλήλων με ίδια πραγματικά χρόνια υπηρεσίας και ίδια επαγγελματική πορεία. Όσοι είχαν υποβάλει αίτηση τότε έχουν τη δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικών ετών με σημαντικά χαμηλότερο κόστος, ενώ όσοι δεν είχαν υποβάλει καλούνται να καταβάλουν πολλαπλάσια ποσά για την ίδια ακριβώς αναγνώριση.
Η ανισότητα αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη ότι όσοι δημόσιοι υπάλληλοι υπέβαλαν αίτηση έως τις 31/12/2016 κατοχύρωσαν δικαίωμα εξαγοράς με εισφορά 6,67% επί των αποδοχών τους, ενώ όσοι υποβάλλουν αίτηση σήμερα καλούνται να καταβάλουν εισφορά 20%. Ως αποτέλεσμα, το κόστος αναγνώρισης του ίδιου ασφαλιστικού χρόνου έχει αυξηθεί δραματικά, δημιουργώντας σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ ασφαλισμένων με τα ίδια χαρακτηριστικά και την ίδια υπηρεσιακή πορεία.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα de facto σύστημα δύο ταχυτήτων, στο οποίο η οικονομική επιβάρυνση δεν συνδέεται με την εργασία, την προσφορά ή τα ασφαλιστικά δικαιώματα, αλλά με μια διοικητική επιλογή ή παράλειψη που έγινε πριν από αρκετά χρόνια.
Το αποτέλεσμα είναι υπάλληλοι με απολύτως ίδια υπηρεσιακή και ασφαλιστική πορεία να αντιμετωπίζουν σήμερα διαφορετικούς όρους για τον ίδιο ασφαλιστικό χρόνο, γεγονός που εγείρει σοβαρά ζητήματα ισονομίας και δίκαιης μεταχείρισης.
Η ανάγκη για μια δίκαιη και ενιαία αντιμετώπιση του ζητήματος είναι προφανής, ώστε να μην δημιουργούνται ανισότητες μεταξύ εργαζομένων που έχουν προσφέρει με τον ίδιο τρόπο στο Δημόσιο.
Σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η πλήρης εξίσωση των όρων, θα μπορούσε να εξεταστεί ως ελάχιστη μεταβατική λύση η αναγνώριση ευνοϊκότερου καθεστώτος για έναν περιορισμένο αριθμό ετών (ενδεικτικά τριών ή τεσσάρων ετών), με τις ίδιες εισφορές, ώστε να αμβλυνθούν οι υπάρχουσες ανισότητες.
Παράλληλα, παραμένουν ανοιχτά και άλλα ζητήματα που αφορούν την αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας, όπως η στρατιωτική θητεία, η οποία δεν αντιμετωπίζεται με ενιαίο τρόπο σε όλες τις περιπτώσεις.
Το ζήτημα αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για συνολική επανεξέταση του πλαισίου, με στόχο την αποκατάσταση της ισονομίας και την εφαρμογή ενιαίων κανόνων για όλους τους ασφαλισμένους.
Τονίζεται ότι η επίλυση των παραπάνω ζητημάτων είναι εφικτή μέσω ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ, με τη θέσπιση νομοθετικών ή μεταβατικών ρυθμίσεων που θα αποκαθιστούν την ισότιμη μεταχείριση όλων των ασφαλισμένων.
Φροξυλιάς Βάιος
Εκπαιδευτικός















