Την πτώση των επιδόσεων των Ελλήνων μαθητών στην PISA 2025, αλλά και τη διαδρομή των εκπαιδευτικών ανισοτήτων στη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αναδεικνύει ανακοίνωση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), με βάση τα αποτελέσματα της διεθνούς αξιολόγησης και τα ευρήματα του ευρωπαϊκού ερευνητικού έργου LINEup.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της PISA 2025, που ανακοινώθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2026, το 49,5% των 15χρονων μαθητών στην Ελλάδα δεν κατακτά το βασικό επίπεδο επάρκειας στα Μαθηματικά, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 43,8% στην κατανόηση κειμένου και 40,9% στις φυσικές επιστήμες.
Η μέση επίδοση της Ελλάδας διαμορφώθηκε στις 424 μονάδες στα Μαθηματικά, στις 423 μονάδες στην κατανόηση κειμένου και στις 434 μονάδες στις φυσικές επιστήμες, χαμηλότερα από τους αντίστοιχους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Σε σχέση με το 2022, η επίδοση μειώθηκε κατά 6 μονάδες στα Μαθηματικά, κατά 16 μονάδες στην κατανόηση κειμένου και κατά 7 μονάδες στις φυσικές επιστήμες.
Όπως σημειώνει το ΚΕΠΕ, η μικρότερη απόσταση της Ελλάδας από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ δεν αποτελεί λόγο εφησυχασμού, καθώς συνδέεται και με την ταχύτερη μείωση των επιδόσεων σε πολλές άλλες χώρες.
Η PISA αποτυπώνει τις επιδόσεις των 15χρονων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και επιτρέπει διεθνείς συγκρίσεις. Το ευρωπαϊκό έργο LINEup, στο οποίο συμμετέχει το ΚΕΠΕ μαζί με 13 ακόμη εταίρους από έξι ευρωπαϊκές χώρες, εξετάζει διαφορετική διάσταση, παρακολουθώντας την πορεία των ίδιων μαθητών σε βάθος χρόνου.
Στο πλαίσιο της έρευνας, η ομάδα του ΚΕΠΕ, με αξιοποίηση ανωνυμοποιημένων διοικητικών δεδομένων του MySchool και σχολικών βαθμών, παρακολούθησε τις ίδιες μαθήτριες και τους ίδιους μαθητές στη Γλώσσα και στα Μαθηματικά από την Α΄ Γυμνασίου έως τη Γ΄ Λυκείου, για πέντε διαδοχικές κοόρτες.
Τα πρώτα ευρήματα δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικές ανισότητες δεν έχουν ενιαία μορφή. Τα κορίτσια έχουν υψηλότερους βαθμούς από τα αγόρια και στα δύο μαθήματα, με τη διαφορά να είναι μεγαλύτερη και πιο επίμονη στη Γλώσσα. Στα Μαθηματικά η διαφορά είναι μικρότερη και περιορίζεται κατά την πρόοδο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Διαφορετική εξέλιξη καταγράφεται μεταξύ Ελλήνων και μη Ελλήνων μαθητών. Μέχρι το τέλος του Λυκείου, το αρχικό χάσμα στους βαθμούς έχει περιοριστεί περίπου στο μισό, τόσο στη Γλώσσα όσο και στα Μαθηματικά.
Οι μεγαλύτερες διαφορές συνδέονται, σύμφωνα με την ανάλυση του ΚΕΠΕ, με το οικογενειακό υπόβαθρο, όπως αυτό προσεγγίζεται μέσω του επαγγέλματος του πατέρα. Στην αρχή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η διαφορά στους βαθμούς μεταξύ των δύο άκρων των επαγγελματικών κατηγοριών, δηλαδή των ανώτερων επαγγελματικών στελεχών και των ανέργων, είναι περίπου διπλάσια από την αντίστοιχη διαφορά μεταξύ Ελλήνων και μη Ελλήνων μαθητών.
Το ΚΕΠΕ επισημαίνει, παράλληλα, ότι η συρρίκνωση ενός χάσματος δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και βελτίωση των επιδόσεων. Στη Γλώσσα, οι διαφορές περιορίζονται κυρίως επειδή οι ομάδες με τις υψηλότερες επιδόσεις υποχωρούν όσο προχωρά η εκπαίδευση. Στα Μαθηματικά, αντίθετα, οι ομάδες με τις χαμηλότερες επιδόσεις βελτιώνονται ταχύτερα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μεταβολή των διαφορών μεταξύ Γυμνασίου και Λυκείου. Στο Γυμνάσιο, οι περισσότερες διαφορές στους βαθμούς εμφανίζονται μεταξύ μαθητών και μαθητριών ακόμη και μέσα στην ίδια τάξη. Στο Λύκειο, οι διαφορές μεταξύ σχολείων γίνονται αισθητά μεγαλύτερες.
Στη Γλώσσα, το μερίδιο των διαφορών στους βαθμούς που εντοπίζεται μεταξύ σχολείων περίπου διπλασιάζεται από την αρχή έως το τέλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το εύρημα, όπως διευκρινίζεται, δεν επιτρέπει από μόνο του αιτιώδες συμπέρασμα για την επίδραση ενός συγκεκριμένου τύπου σχολείου, δείχνει όμως ότι η εικόνα των εκπαιδευτικών ανισοτήτων μεταβάλλεται σημαντικά κατά τη σχολική διαδρομή.
Το ΚΕΠΕ υπογραμμίζει ότι τα δεδομένα της PISA και του MySchool δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα. Η PISA βασίζεται σε κοινά τυποποιημένα τεστ, ενώ η ανάλυση του ΚΕΠΕ στους σχολικούς βαθμούς, οι οποίοι εμπεριέχουν και άλλα στοιχεία της σχολικής παρουσίας των μαθητών, όπως η συμμετοχή στο μάθημα.
Από διαφορετική οπτική, ωστόσο, τα δύο είδη δεδομένων αναδεικνύουν το ερώτημα για το τι κρύβεται πίσω από τον μέσο όρο. Στην PISA, όπως σημειώνει το ΚΕΠΕ, η απόκλιση στις φυσικές επιστήμες μεταξύ των περισσότερο και λιγότερο κοινωνικοοικονομικά ευνοημένων μαθητών παραμένει μεγάλη και δεν έχει περιοριστεί ουσιαστικά την τελευταία δεκαετία.
Ανάγκη για διαχρονικά εκπαιδευτικά δεδομένα
Στο πλαίσιο του LINEup χαρτογραφήθηκαν περισσότερες από 100 διαχρονικές βάσεις εκπαιδευτικών δεδομένων σε 24 ευρωπαϊκές χώρες, στο πλαίσιο ευρύτερης επισκόπησης 32 χωρών. Η χαρτογράφηση ανέδειξε σημαντικές διαφορές στη διαθεσιμότητα, την πρόσβαση και το περιεχόμενο των δεδομένων, με την Ελλάδα να υστερεί, σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, τόσο στη διαθεσιμότητα όσο και στην πρόσβαση σε αυτά.
Όπως επισημαίνει το ΚΕΠΕ, η PISA προσφέρει το πλεονέκτημα της διεθνούς συγκρισιμότητας, ενώ τα εθνικά διαχρονικά δεδομένα επιτρέπουν να εντοπιστεί πότε εμφανίζονται, διευρύνονται ή περιορίζονται οι εκπαιδευτικές ανισότητες.
Η εκ των υστέρων εναρμόνιση των υφιστάμενων εθνικών βάσεων δεδομένων είναι, ωστόσο, μόνο εν μέρει δυνατή, καθώς τα δεδομένα έχουν συλλεχθεί για διαφορετικούς σκοπούς, με διαφορετικούς ορισμούς, μεταβλητές και τρόπους μέτρησης.
Με βάση τα ευρήματα, το ΚΕΠΕ αναδεικνύει ως αναγκαία τη συστηματικότερη συλλογή διαχρονικών εκπαιδευτικών δεδομένων και τη βελτίωση της πρόσβασης σε αυτά για ερευνητικούς σκοπούς. Στόχος, όπως προκύπτει από την ανακοίνωση, είναι η συμπλήρωση της διεθνούς εικόνας που παρέχει η PISA με τη δυνατότητα παρακολούθησης της εκπαιδευτικής πορείας των ίδιων μαθητών στον χρόνο, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα τα σημεία στα οποία δημιουργούνται και εξελίσσονται οι ανισότητες.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ















