Μετά τη δημοσίευση και την έναρξη ισχύος από 29/6/2026 του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026), πολλοί δήμαρχοι της χώρας προχώρησαν στην έκδοση αποφάσεων ορισμού αντιδημάρχων, διατηρώντας όχι μόνο τον ανώτατο αριθμό των αντιδημάρχων που προβλέπει ο νέος Κώδικας, αλλά και τις πρόσθετες θέσεις αντιδημάρχων που είχαν προβλεφθεί με το άρθρο 30 παρ. 2 του ν. 5056/2023 λόγω της κατάργησης δημοτικών νομικών προσώπων.
Η πρακτική αυτή στηρίζεται στην ερμηνευτική παραδοχή ότι η μεταβατική διάταξη του άρθρου 183 του νέου Κώδικα διατηρεί μέχρι τη λήξη της τρέχουσας αυτοδιοικητικής περιόδου όχι μόνο τον συνολικό αριθμό των αντιδημάρχων, αλλά και τις ειδικές νομοθετικές προσαυξήσεις που είχαν θεσπισθεί με προγενέστερες διατάξεις, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες έχουν ήδη καταργηθεί με το άρθρο 773 του ίδιου νόμου.
Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αυτονόητη ούτε απαλλαγμένη από σοβαρές δογματικές δυσχέρειες. Αντιθέτως, η συστηματική ερμηνεία των άρθρων 110, 183 και 773 του ν. 5314/2026, σε συνδυασμό με τις γενικές αρχές του διαχρονικού δικαίου και της αρχής της νομιμότητας, αναδεικνύει ουσιώδη ερμηνευτικά ζητήματα ως προς το αν είναι επιτρεπτή η συνέχιση εφαρμογής μιας διάταξης της οποίας η νομοθετική ισχύς έχει ήδη ρητώς καταργηθεί.
Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν, χωρίς ν’ αποτελούν θέσφατο και να διεκδικούν το αλάθητο, επιχειρούν να αναδείξουν τον προβληματισμό και να συμβάλουν στον επιστημονικό διάλογο, προσεγγίζοντας το ζήτημα υπό το πρίσμα της διάκρισης μεταξύ της μεταβατικής διατήρησης ενός έννομου αποτελέσματος και της ανεπίτρεπτης αναβίωσης καταργημένης νομοθετικής βάσης.
Η θέση που παρατηρείται σε ορισμένους δήμους, σύμφωνα με την οποία μετά την έναρξη ισχύος του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026) εξακολουθεί να εφαρμόζεται η προσαύξηση του αριθμού των αντιδημάρχων που προβλεπόταν στο άρθρο 30 παρ. 2 του ν. 5056/2023, δεν είναι, κατά την άποψή μου, η ερμηνευτικά ορθότερη.
Η άποψη αυτή φαίνεται να στηρίζεται στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 183 του νέου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία μέχρι τη λήξη της τρέχουσας αυτοδιοικητικής περιόδου «ο ανώτατος αριθμός των αντιδημάρχων, συμπεριλαμβανομένων των άμισθων αντιδημάρχων του άρθρου 59 του ν. 3852/2010, όπως αυτό καταργείται με το άρθρο 773, διατηρείται αμετάβλητος». Η ερμηνεία αυτή, όμως, παραβλέπει μία κρίσιμη διάκριση μεταξύ της διατήρησης ενός έννομου αποτελέσματος και της αναβίωσης μιας καταργημένης νομοθετικής βάσης.
Το άρθρο 30 παρ. 2 του ν. 5056/2023 δεν τροποποίησε το άρθρο 59 του ν. 3852/2010 ούτε ενσωματώθηκε στο κανονιστικό του περιεχόμενο. Ο νομοθέτης δεν προσέθεσε νέα παράγραφο στο άρθρο 59 ούτε αντικατέστησε το προβλεπόμενο από αυτό ανώτατο όριο αντιδημάρχων. Αντιθέτως, θέσπισε μία αυτοτελή και ειδική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία, για κάθε καταργούμενο νομικό πρόσωπο συγκεκριμένων προϋποθέσεων, «αυξάνεται ο αριθμός των αντιδημάρχων που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 59». Η διάταξη αυτή χρησιμοποιεί το άρθρο 59 αποκλειστικά ως σημείο αναφοράς του βασικού αριθμού αντιδημάρχων, χωρίς να μεταβάλλει το ίδιο το άρθρο 59. Η διάκριση αυτή αποκτά καθοριστική σημασία μετά την έναρξη ισχύος του νέου Κώδικα.
Με το άρθρο 773 παρ. Β περ. 16 του ν. 5314/2026 καταργούνται ρητώς τα άρθρα 1 έως 26 και 29 έως 35 του ν. 5056/2023, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το άρθρο 30. Η ειδική νομοθετική βάση της επίμαχης προσαύξησης εξέλιπε, συνεπώς, πλήρως από την έννομη τάξη.
Το άρθρο 183 δεν προβλέπει, ούτε ρητώς ούτε εμμέσως, ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικές προσαυξήσεις που είχαν θεσπισθεί με καταργούμενες διατάξεις. Η μεταβατική αυτή διάταξη δεν μνημονεύει το άρθρο 30 του ν. 5056/2023 ούτε οποιαδήποτε άλλη ειδική εξαίρεση. Αν ο νομοθέτης επιθυμούσε να διατηρήσει και μετά την κατάργηση του άρθρου 30 την πρόσθετη αυτή προσαύξηση, θα όφειλε να το ορίσει ρητώς. Η απλή αναφορά στη διατήρηση του «ανώτατου αριθμού των αντιδημάρχων» δεν αρκεί για να συναχθεί ότι εξακολουθεί να ισχύει μία αυτοτελής διάταξη, η οποία έχει ήδη καταργηθεί. Η αντίθετη ερμηνεία οδηγεί, στην πραγματικότητα, όχι σε εφαρμογή του άρθρου 183, αλλά σε έμμεση αναβίωση του άρθρου 30 του ν. 5056/2023. Πρόκειται όμως για δύο διαφορετικά νομικά φαινόμενα.
Άλλο είναι η μεταβατική διατήρηση ενός έννομου αποτελέσματος που προβλέπεται από τον ίδιο τον νέο νόμο και άλλο η συνέχιση εφαρμογής μιας ειδικής νομοθετικής διάταξης, της οποίας η ισχύς έχει ρητώς λήξει. Η πρώτη περίπτωση είναι θεμιτή όταν ο ίδιος ο νομοθέτης το προβλέπει. Η δεύτερη, όμως, προϋποθέτει σαφή νομοθετική βούληση. Στο δημόσιο δίκαιο, όπου δεσπόζει η αρχή της νομιμότητας, η διατήρηση καταργημένης νομοθετικής ρύθμισης δεν μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά ούτε να θεμελιωθεί σε διασταλτική ερμηνεία μεταβατικών διατάξεων.
Η διαφορά αυτή συνδέεται με μία θεμελιώδη αρχή του διαχρονικού δικαίου. Οι μεταβατικές διατάξεις δύνανται να διατηρούν ορισμένα έννομα αποτελέσματα του προϊσχύσαντος δικαίου, όχι όμως να αναβιώνουν αυτοδικαίως καταργημένους κανόνες δικαίου. Η αναβίωση καταργημένης νομοθετικής βάσης αποτελεί εξαιρετικό φαινόμενο και προϋποθέτει ρητή νομοθετική πρόβλεψη. Ελλείψει τέτοιας πρόβλεψης, η διοίκηση δεν δύναται να συνεχίσει να εφαρμόζει διάταξη που έχει ήδη εξέλθει της έννομης τάξης.
Περαιτέρω, η ίδια η διατύπωση του άρθρου 183 ενισχύει την ανωτέρω προβληματική. Η διάταξη αναφέρεται αποκλειστικά στο άρθρο 59 του ν. 3852/2010, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στις ειδικές προσαυξήσεις του άρθρου 30 του ν. 5056/2023. Μάλιστα, το άρθρο 183 παραπέμπει στο άρθρο 59 «όπως αυτό καταργείται με το άρθρο 773», ενώ από το ίδιο το άρθρο 773 δεν προκύπτει ρητή κατάργηση του άρθρου 59, γεγονός που συνιστά εμφανή νομοτεχνική ανακολουθία του νέου Κώδικα. Αντιθέτως, το άρθρο 30 του ν. 5056/2023 περιλαμβάνεται ρητώς στις καταργούμενες διατάξεις. Η διαφοροποίηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ερμηνευτικά αδιάφορη.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η άποψη ότι οι πρόσθετοι αντιδήμαρχοι (συνήθως δύο) εξακολουθούν να διατηρούνται αποκλειστικά βάσει του άρθρου 183 δεν είναι η μόνη δυνατή ούτε, κατά τη γνώμη μου, η ορθότερη. Η ερμηνεία αυτή προϋποθέτει ότι το άρθρο 183 διατήρησε μεταβατικά το κανονιστικό αποτέλεσμα μιας διάταξης που ο ίδιος ο νομοθέτης κατήργησε ρητώς, χωρίς όμως να προβλέψει ρητά τη μεταβατική επιβίωσή της. Μία τέτοια προσέγγιση υπερβαίνει τα όρια της στενής ερμηνείας των μεταβατικών διατάξεων και οδηγεί, ουσιαστικά, σε αναβίωση καταργημένης νομοθετικής βάσης, αποτέλεσμα που δεν συμβιβάζεται ούτε με την αρχή της νομιμότητας ούτε με τις γενικές αρχές του διαχρονικού δικαίου.
Κατά συνέπεια, η ορθότερη, κατά την άποψή μου, ερμηνεία του νέου Κώδικα είναι ότι, από την έναρξη ισχύος του ν. 5314/2026, η προσαύξηση του αριθμού των αντιδημάρχων που προβλεπόταν στο άρθρο 30 παρ. 2 του ν. 5056/2023 δεν μπορεί πλέον να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα για τον ορισμό επιπλέον αντιδημάρχων, εφόσον η διάταξη αυτή έχει ρητώς καταργηθεί και ο νέος Κώδικας δεν περιέχει σαφή μεταβατική διάταξη που να διατηρεί την ισχύ της ή τα ειδικά κανονιστικά αποτελέσματά της μέχρι τη λήξη της τρέχουσας αυτοδιοικητικής περιόδου.
Καρδίτσα 2/7/2026
Κώστας Γκατζιώνης
Δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος του Δήμου Σοφάδων














