Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

“Οι φωτογραφίες των 200, η σοσιαλδημοκρατία, – Τι είναι καινοτόμο και σύγχρονο σήμερα!”

Του Θανάση Κ. Βογιατζή

Τα φωτογραφικά ντοκουμέντα των 200 της Καισαριανής αποτύπωσαν απαράμιλλα τους δύο κόσμους που βρίσκονταν και τότε σε ανειρήνευτη σύγκρουση μεταξύ τους. Στη μία μεριά των φωτογραφιών ο αγωνιστής λαός, που πάλευε για τη λευτεριά του από τον κατακτητή και τα καπιταλιστικά δεσμά, ο λαός που υπέφερε από το αστικό κράτος και πριν και κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Και στην άλλη μεριά των φωτογραφιών ήταν οι εκτελεστές των 200, οι ναζί κατακτητές, το ελληνικό αστικό κράτος που παρέδωσε στους ναζί τους φυλακισμένους κομμουνιστές, εκ των οποίων ορισμένοι ήταν φυλακή ακόμα και πριν την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά.

Το αιώνιο σύνορο ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους προσπαθούν μάταια να κρύψουν όσοι νομίζουν ότι μπορούν να βάλουν τους 200 να υπογράψουν τώρα, 82 χρόνια μετά τη θυσία τους, αυτό που δεν δέχτηκαν να υπογράψουν τότε, δηλαδή τη δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ και της κομμουνιστικής ιδεολογίας! Αυτό έκαναν όσοι μίλησαν γενικά και αόριστα για «Ελληνες πατριώτες», ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Μητσοτάκης, για να μην πουν ότι ήταν κομμουνιστές.

Η δικτατορία του Μεταξά τούς παρέδωσε στους Γερμανούς κατακτητές, όταν έγινε η κατοχή στην Ελλάδα, πέρασαν από στρατόπεδα συγκέντρωσης, από βασανιστήρια, από την Γκεστάπο, από φυλακές και βρέθηκαν στο Χαϊδάρι και βεβαίως τελικά στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου εκτελέστηκαν ως κομμουνιστές.

Αυτοί δεν βγήκαν και δεν γλίτωσαν το τομάρι τους, όπως λένε κάποιοι άλλοι ότι έπρεπε να κάνουν, ακριβώς γιατί δεν υπέγραφαν δήλωση μετάνοιας. Και η δήλωση μετάνοιας τότε ισοδυναμούσε ότι έπαιρνες από τη φυλακή, από την εξορία, απολυτήριο. 

Πολλοί από τους 200 ήταν εργάτες, οργανωμένοι στα σωματεία τους, πρωτοπόροι στους αγώνες για ψωμί, δικαιώματα και ζωή με αξιοπρέπεια. Ηταν μέλη και στελέχη σε συνδικάτα, όπως των Οικοδόμων, του Επισιτισμού, των Λογιστών. Οι ήρωες της Καισαριανής δεν ήταν μονάδες. Ηταν συνδικαλιστές, αγωνιστές που τους ρίξανε στις φυλακές όχι μόνο οι ναζί, αλλά και οι ελληνικές κυβερνήσεις.  

Είναι η περίοδος που το ΚΚΕ μέσα στην πόλη του Βόλου σε συνθληκες διώξεων , υλοποίησης της πολιτικής του Ιδι΄πωνυμου απο σοσαιαλδημοκρατική κυβέρνηση, εξοριών, δικαστικών αποφάσεων απαγόρευσης της δράσης ταξικών σωματείων ακι φορέων, κερδίζει την εκλογική πλειοψηφία στις τότε βουλευτικές εκλογές : Σύμφωνα με στοιχεία του γραφείου επιθεωΡήσεως εργασίας , οι οργανωμένοι εργάτες έφθαναν τις 12.000. από αυτούς οι βιομηχανικοί εργάτες μαζί με τους εργάτες των μεγάλων  βιομηχανιών και τους εράτες μεταφορών είναι 4.500 άνδρες κι 4.700 γυναίκες. (ΒΙΒΛΙΟ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ-ΒΟΛΟΣ 1934, σελίδα 58). 

Βλέποντας σήμερα τις φωτογραφίες των αγωνιστών αυτών, μου έρχεται στη μνήμη, η ιστορία, αρκετών κομμουνιστών του Βόλου, ανδρών και γυναικών που συνάντησα στις έρευνές μου, ξεφυλλίζοντας τα κιτρινισμένα φύλλα εφημερίδων και παλιών εντύπων, που θα μπορούσαν αν το έφερνε η ζωή να βρίσκονται αυτοί ή αυτές στην θέση κάποιου από τους 200. Εϊναι κάποιοι από την αλύγιστη γενιά του Μεσοπολέμου, που πήραν μέρος στους σκληρούς ταξικούς αγώνες στις 15 Φλεβάρη του 1921 ενάντια στον πόλεμο (Μικρασιάτικη εκστρατεία) και την φτώχια που είχαν σταχ έρια τους για 24 ώρες την πόλη του Βόλου και τους εκπροσώπους της αστικής τάξης κρυμμένους και τα συνθήματα ηυπέρ των Σοβιέτ να καλύπτουν τους άδειους δρόμους, όπως και στην ταξική εξέγερση της 2ας του Ιούνη του ’36, ντόπιοι και πρόσφυγες, ξεπερνώντας διαχωριστικές γαραμμές και συντρίβοντας τα ιδεολογήματα της “εθνικής μεγάλης ιδέας”  έθεσαν το καθήκον της ταξικής δράσης της, κόντρα και στο συμβιβασμένο τμήμα μιας εξαγορασμένης κάστας εργατικής αριστοκρατίας, για τις δικές τους ανάγκες, κόντρα σε πολιτικούς  Μεσσίεςκαι ψευδεπίγραφους διαχωρισμούς που ‘ηθελε να επιβάλλει ο επιβαλλόμενος  ¨εθνικός διχασμός” που οδηγούσε στην ουρά ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και νέων πολέμων. 

Οι αρχές του 20ού αιώνα είναι εποχή ιδιαίτερα σκληρή για τον εργατικό πληθυσμό της πόλης: εργασία 12 με 14 ώρες στα εργοστάσια, κακοπληρωμένη εργασία γυναικών και νέων, ανήλικα αγόρια και κορίτσια με πενιχρά μεροκάματα σε δύσκολες και επικίνδυνες για την υγεία τους συνθήκες εργασίας, χωρίς ασφάλιση και μισθούς πείνας και όλη αυτή αδιαλλαξία των εργοδοτών να ονομάζεται καινοτόμο και σύγχρονο περιβάλλον. 

Σε αυτούς τους «φτωχούς των πόλεων» θα προστεθούν οι στρατιές των προσφύγων που θα φτάσουν στο λιμάνι του Βόλου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι πρόσφυγες, άνθρωποι σε ανάγκη οι περισσότεροι, θα αποτελέσουν το φθηνό εργατικό δυναμικό των μεγάλων βιομηχανικών κλάδων του Βόλου (σιδηροβιομηχανία, υφαντουργία, πολεμική βιομηχανία, καπνεργασία, ), συμβάλλοντας στη μεγάλη ανάπτυξη αυτών των επιχειρήσεων και την δημιουργία τεράστιων κερδών για τους ιδιοκτήτες τους. 

ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Μου  έρχεται στο μυαλό, η ζωή, ενός εργαζόμενου κοριτσιού, η ιστορία της 16χρονης Συραγώς Μπεφάνη. 

Ο δημοσιογράφος Άθως Τριγκώνης, σε άρθρο του στον “Ταχυδρόμο” του Δεκέμβρη 1930, περιέγραφε τα “εργαζόμενα κορίτσια”: “Τα περισσότερα από τα εργαζόμενα κορίτσια ανήκουν στην εργατική τάξη και κάνουν χειρωνακτική δουλειά. […] Στο Βόλο είναι πολλά εργοστάσια που χρησιμοποιούν όλο κορίτσια. Γεννηθήκανε από γονείς εργάτες, μέσα συχνά στη φτώχεια, στη στέρηση και την κακομοιριά. [,,,] Από μικρά 10 ή 12 ετών μπαίνουν σε ένα εργοστάσιο ή σε κάποιο άλλο κατάστημα, κι αρχίζουν τη δουλειά, την πραγματικά κουραστική δουλειά, που δεν αποδίδει παρά δέκα ή είκοσι δραχμές μονάχα την ημέρα. […] Ναι, λοιπόν πηγαίνετε να δείτε αυτά τα κορίτσια, αυτά που σχολνάνε απ’ τα εργοστάσια, τις καπναποθήκες, τα μαγαζιά. Σα μέλισσες που σκορπάνε από την κυψέλη τους, ξεχύνονται στους δρόμους βουίζοντας όπως αυτές, ωχρές οι περισσότερες,κακοντυμένες,πηγαίνουν βιαστικά για τα σπίτια των, δυο δυο, τρεις τρεις μαζί”.

Η Συραγώ  Μπεφάνη γεννήθηκε το 1911 ή το 1912. Η οικογένειά της ήταν από το χωριού του Βενέτου και ήρθε στο βόλο για καλύτερη τύχη, όπου έπιασε δουλιά στο Μεταξουργείο.

 Σύμφωνα με μαρτυρίες στο ταξικό εργατικό κίνημα και στο ΚΚΕ εντάχθηκε το 1927. Η Συραγώ, ξεπερνώντας τις προκαταλήψεις της εποχής, ανέπτυξε πλούσια πολιτική και συνδικαλιστική δράση, συνελήφθη πολλές φορές, βασανίσθηκε τα χρόνια εκείνη και αναδείχθηκε σε σημαίνων εργατικό στέλεχος του ταξικού εργατικού κινήματος και του επαναστατικού κινήματος, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ. 

Το 1936 και μετά την Μεταξική δικτατορία η Συραγώ Μπεφάνη συνελήφθη πάλι και φυλακίσθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Εκεί όμως αρρώστησε από φυματίωση. Την περίοδο της Κατοχής συνέχισε την δράση της παρά την αρρώστια της, που την ταλαιπωρούσε. Συνελήφθη από τις αρχές Κατοχής με την κατηγορία «της κομμουνιστικής δράσεως», από τους Ιταλούς. Άνοιξη του 1944 η οργνάνωση του Βόλου του ΚΚΕ, μαζί με τον εφεδρικο ΕΛΑΣ πραγματοπο΄πιησαν επιχείρηση, απελευθέρωσαν ητην Συραγώειδοποίησαν 

 Η οικογένεια, πήγε πάλι το Βένετο, όπου παρέμειναν μέχρι την ΑπελΕυθέρωση, ενώ η Συραγώ, στο πλαίσιο του 54ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ δραστηριοποιήθηκε στο τομέα της Επιμελητείας. Όμως η φυματίωση, την έριξε πάλι κάτω και έτσι νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του ΕΛΑΣ Πηλίου, στην περιοχή του Πουρίου. Όταν ο Βόλος απελευθερώθηκε η Συραγώ μεταφέρθηκε στο Βόλο και νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείου του ΕΛΑΣ, που αυτός δημιούργησε το κτίριο Περβανά, σημερινή νομαρχία Μαγνησίας. Πέθανε το 1945…λίγες μόνον ημέρες μετά την Απελευθέρωση.

ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ 200

Εϊναι ακόμη ο δάσκαλος  Τάσος Τσαλίκης από την Αργαλαστή, ένας από τους 200 της Καισαριανής, ένα από τα έξη παιδιά της οικογένειας του Γιάννη και Ζωής Τσαλίκη. Είχε άλλα 4 αδέρφια  : την Χαϊδούλα, την Μαρία, την Κατίνα και τον Αποστόλη.

Τις διδασκαλικές του σπουδές έκανε στο τριτάξιο Διδασκαλείο της Λαμίας όπου εγγράφηκε το 1928 και αποφοίτησε το 1931. Εκεί ήρθε σε επαφή με τις σοσιαλιστικές και μαρξιστικές ιδέες και με τις ιδεολογικές και παιδαγωγικές κληρονομιές και κατακτήσεις του «Παιδαγωγικού Ομίλου». Την ίδια εποχή (1929) εμφανίζεται και η «αριστερή Παράταξη» των δασκάλων που εξελίσσεται σε μια δυναμική παράταξη με μεγάλη επιρροή στους κόλπους της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας (ΔΟΕ). Από τα χρόνια του Διδασκαλείου ο Τσαλίκης οργανώθηκε στην ΟΚΝΕ και ανέπτυξε δράση οργανώνοντας μαθητικά συσσίτια και άλλες εκδηλώσεις. Συνελήφθη το 1937 στην Αργαλαστή και εξορίσθηκε στην Ανάφη και μετά στην Ακροναυπλία. Τον Αύγουστο του ’43 μεταφέρθηκε στο Χαϊδάρι.

Η εκτέλεσή ΤΩΝ 200 δεν ήταν ένα τυφλό αντίποινο των κατοχικών αρχών. Ηταν ταξική επιλογή. Οι ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους στόχευσαν συνειδητά την οργανωμένη πρωτοπορία της εργατικής τάξης, τους κομμουνιστές που αποτελούσαν την καρδιά και την ψυχή της οργάνωσης του εργατικού – λαϊκού κινήματος ενάντια στην κατοχή, την πείνα, την τρομοκρατία και την εκμετάλλευση.

Εϊναι οι γυναίκες εκείνες που τον Απρίλη του 1912 στα μεγάλα Κλωστο”Υφαντουργεία της πόλης του Μουρτζούκου και του Παπαγεωργίου, διεκδικούν απεργώντας την κατάργηση της   12ωρης εργασίας  στην οποία δούλευαν μέχρι τότε. Και θα νικήσουν. 

Ηταν εκείνοι που πριν ακόμη την Κατοχή βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή των εργατικών διεκδικήσεων, στις απεργίες, στις συγκρούσεις με την εργοδοσία και το κράτος της εκμετάλλευσης. Για αυτό βρέθηκαν στο στόχαστρο από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Για αυτό οδηγήθηκαν στις φυλακές και τις εξορίες, για να παραδοθούν τελικά από το αστικό κράτος στους ναζί κατακτητές.

ΕΪΝΑΙ ΑΥΤΟΊ ΠΟΥ την πρωτομαγια του 1941 κάνουν την πρώτη παράνομη σύσκεψη ταξικών συνδικαλιστών και δίνουν την κατεύθυνση της δημιουργίας επιτροπών αγώνα σε όλα τα εργοστάσια του Βόλου για να  αντιμετωπίσουν τους κινδύνους από την ανεργία με  την ανάληψη της εξουσίας από τις αρχές Κατοχής. Σε όλους τους κλάδους, κερδίζουν και αλλάζουν τους συσχετισμούς δύναμης, απλώνοντας τον φόβο και τον πανικό στην αστική τάξη και τους πολιτικούς εκπροσώπους της μέσα στην πόλη τους Βόλου,η οποία επιλέγει, Έτσι στην πράξη καταρρίπτεται  τοαφήγημα της “εθνικής ενότητας¨” αφού ίδρυσε και   χρηματοδότησε την δημιουργία των γνωστών ΕΑΣΑΔ (Η ντόπια έκφραση των Ταγμάτων ασφαλείας) για να κτυπήσει, να ματώσει και να τρομοκρατήσει το λαό της πόλης….

Αφού μόνιμο  μέλημα της άρχουσας τάξης, για να εξασφαλίζει την εξουσία της, ως εκμεταλλεύτριας τάξης της πλειοψηφίας του λαού, είναι η ιδεολογική και πολιτική χειραγώγηση της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων. Κυρίαρχη θέση, στο ιδεολογικό και πολιτικό της οπλοστάσιο κατέχει η θεωρία της «εθνικής ενότητας», της «κοινωνικής συνοχής», της «κοινωνικής συναίνεσης», της «εθνικής ομοψυχίας» χάριν του εθνικού συμφέροντος.

Η συγκάλυψη των ταξικών κοινωνικών αντιθέσεων και η παρεμπόδιση των εργαζομένων να αποκτήσουν συνείδηση των συμφερόντων τους. Να συνειδητοποιήσουν ότι κάτω από την έννοια του έθνους υπάρχουν ασυμβίβαστα ταξικά συμφέροντα και όχι επιμέρους διαφορές, ήταν και είναι ένα από τα πιο ισχυρά ιδεολογικά όπλα της αστικής τάξης και των κομμάτων της, για να κρατάνε στο μαντρί της εκμετάλλευσης τους εργαζόμενους.

Πηγή www.thenewspaper.gr