Σε υψηλούς τόνους εξελίσσεται η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ του πρώην Περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κώστα Αγοραστού και της σημερινής περιφερειακής αρχής, με αφορμή το σύστημα πρόγνωσης πλημμυρών που παρουσιάστηκε πρόσφατα.
Ο κ. Αγοραστός, με ανάρτησή του, υποστηρίζει ότι το έργο αποτελεί προϊόν σχεδιασμού και υλοποίησης της προηγούμενης διοίκησης (2011–2023), κάνοντας λόγο για «οικειοποίηση» από τη σημερινή Περιφέρεια. Όπως αναφέρει, πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σύστημα παρακολούθησης μετεωρολογικών και υδρολογικών δεδομένων, το οποίο είχε ήδη δρομολογηθεί και σε μεγάλο βαθμό αναπτυχθεί πριν την αλλαγή διοίκησης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ήδη από το 2022 και το 2023 είχαν γίνει κρίσιμα βήματα, όπως η δημοπράτηση και συμβασιοποίηση του έργου, η εγκατάσταση μετεωρολογικών σταθμών και η συνεργασία με επιστημονικούς φορείς, όπως το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών. Υποστηρίζει μάλιστα ότι «υπήρχε ήδη ένα επιχειρησιακό εργαλείο σε λειτουργία» πριν από τις πρόσφατες εξελίξεις.
Ο πρώην Περιφερειάρχης κατηγορεί τη σημερινή διοίκηση ότι παρουσιάζει ως νέα καινοτομία μια ήδη υπάρχουσα υποδομή, σημειώνοντας ότι «δεν έχουμε απλώς υπερβολή, αλλά κανονική οικειοποίηση έργου», ενώ θέτει και πολιτικά ερωτήματα για τη στάση της νυν αρχής κατά την περίοδο σχεδιασμού των έργων.
Από την πλευρά της, η Περιφέρεια Θεσσαλίας απαντά σε διαφορετικό τόνο, επιχειρώντας να διαχωρίσει σαφώς τις δύο φάσεις. Όπως επισημαίνεται, την περίοδο 2022–2023 υλοποιήθηκε μια περιορισμένη παρέμβαση που αφορούσε κυρίως προμήθεια εξοπλισμού και επέκταση του δικτύου μετρήσεων στη λεκάνη του Ενιπέα, χωρίς να συνιστά ολοκληρωμένο σύστημα πρόγνωσης πλημμυρών σε περιφερειακό επίπεδο.
Αντίθετα, σύμφωνα με τη σημερινή διοίκηση, το σύστημα που αναπτύσσεται από το 2025 αποτελεί μια συνολική και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση, η οποία συνδυάζει δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, αξιοποιεί τεχνητή νοημοσύνη και παρέχει επιχειρησιακές προβλέψεις τόσο βραχυπρόθεσμα (έως 12 ώρες) όσο και σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.
Στην ανακοίνωση της Περιφέρειας δίνεται έμφαση στο γεγονός ότι «η ουσιαστική καινοτομία δεν είναι η ύπαρξη μεμονωμένων σταθμών, αλλά η διασύνδεση και η επιχειρησιακή αξιοποίηση των δεδομένων», ενώ τίθενται και κρίσιμα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα του παλαιότερου συστήματος κατά τη διάρκεια των καταστροφικών καιρικών φαινομένων Daniel και Elias.
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει τη διαφορετική προσέγγιση των δύο πλευρών: από τη μία, η προηγούμενη διοίκηση κάνει λόγο για συνέχεια έργων που ήδη είχαν θεμελιωθεί, και από την άλλη, η σημερινή Περιφέρεια υποστηρίζει ότι προχωρά ένα νέο, ολοκληρωμένο μοντέλο πολιτικής προστασίας, με έμφαση στην επιχειρησιακή αξιοποίηση και την πρόληψη.
Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό, με πολιτικές και τεχνικές προεκτάσεις, σε μια περίοδο όπου η θωράκιση της Θεσσαλίας απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα αποτελεί κεντρική προτεραιότητα.















