Στο Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου οδηγήθηκε ένας άνδρας αλβανικής καταγωγής, ο οποίος κατηγορούνταν για κακοποίηση ζώου, κλοπή κατ’ εξακολούθηση και παράνομη παραμονή στη χώρα.
Το ιστορικό
Το βράδυ της Παρασκευής η παθούσα επέστρεψε στο σπίτι της, στην περιοχή της Νέας Αγχιάλου, όπου διαπίστωσε ότι είχε πέσει θύμα διάρρηξης. Το εσωτερικό της κατοικίας ήταν άνω-κάτω, με ντουλάπες και συρτάρια ανοιγμένα, ενώ το παράθυρο του μπάνιου ήταν σπασμένο. Από την οικία έλειπαν ένας φορητός υπολογιστής, ένα τάμπλετ, διάφορα κοσμήματα και τρία ρολόγια.
Την επόμενη ημέρα αστυνομικοί μετέβησαν στο σημείο για την καταγραφή του περιστατικού. Η ιδιοκτήτρια είχε συνδέσει το τάμπλετ και τον φορητό υπολογιστή με το κινητό της τηλέφωνο, με αποτέλεσμα οι δύο συσκευές να εκπέμπουν σήμα από την περιοχή της Στυλίδας. Άμεσα ενημερώθηκαν οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές, οι οποίες εντόπισαν τα κλεμμένα αντικείμενα μέσα σε Ι.Χ. αυτοκίνητο, το οποίο, σύμφωνα με τη δικογραφία, είχε επίσης δηλωθεί ως κλεμμένο. Ο οδηγός του οχήματος συνελήφθη.
Η ακροαματική διαδικασία
Κατά την κατάθεσή της, η παθούσα ανέφερε ότι η αξία των αντικειμένων που έχουν διαπιστωμένα αφαιρεθεί ανέρχεται μέχρι στιγμής σε περίπου 2.500 ευρώ, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το ποσό ενδέχεται να αυξηθεί, καθώς δεν έχει καταφέρει να ολοκληρώσει την καταγραφή των αντικειμένων μέσα στο σπίτι, διότι δεν υπήρξε ο κατάλληλος χρόνος προκειμένου μπορέσει να βάλει τάξη, στο χάος που δημιουργήθηκε κατά την διάρρηξη στην οικία της.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι ο 13χρονος σκύλος της υπέστη κακοποίηση κατά τη διάρκεια της διάρρηξης, καθώς διαπιστώθηκε τραυματισμός στο πόδι του, γεγονός που, όπως ανέφερε, πιστοποιήθηκε και από κτηνίατρο.
Ως μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο αδελφός του κατηγορούμενου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο αδελφός του δεν έχει επισκεφθεί ποτέ τον Βόλο και δεν έχει διαπράξει κλοπή.
Απολογούμενος, ο κατηγορούμενος, ο οποίος σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας έχει απασχολήσει κατ’ επανάληψη τις αστυνομικές αρχές, χρησιμοποιώντας περίπου 15 διαφορετικά στοιχεία ταυτότητας, υποστήριξε ότι εισήλθε νόμιμα στην Ελλάδα με το καθεστώς της τρίμηνης βίζας. Όπως ανέφερε, μετά τη λήξη της δεν επέστρεψε στην Αλβανία και από το 2021 παρέμεινε στη χώρα χωρίς να έχει εκδώσει τα απαιτούμενα έγγραφα νόμιμης παραμονής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος εμφανίζονταν για σύντομα χρονικά διαστήματα για εργασία στο Άγιο Όρος, δίνοντας ψεύδη στοιχεία προκειμένου να διαφεύγει τον έλεγχο των Αρχών.
Για την υπόθεση της διάρρηξης ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στη Γλύφα, όπου τον είχαν καλέσει φίλοι για μπάνιο, στην επιστροφή και κατά την αναμονή προκειμένου να μεταβεί με το πλοίο προς την Ιστιαία, περιοχή όπου δηλώνεται ο τόπος κατοικίας του. Εκεί, όπως είπε, γνώρισε έναν συμπατριώτη του, ο οποίος προσφέρθηκε να τον μεταφέρει με το αυτοκίνητό του ώστε να μην πληρώσει ταξί. Σύμφωνα με τον ίδιο, κατά την αναμονή τους σταμάτησαν για καφέ.
Όταν εμφανίστηκαν οι αστυνομικοί και καθώς δεν είχε νόμιμα έγραφα διαμονής, από τον φόβο του άνοιξε και μπήκε στο εν λόγω όχημα. Το όχημα ήταν παρκαρισμένο σε τοίχο και δεν υπήρχε η δυνατότητα να ανοίξει και να εισέλθει στην θέση του συνοδηγού. Ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης του οχήματος μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία της αστυνομίας διέφυγε με τους καφέδες και είχε σαν αποτέλεσμα να συλληφθεί ο ίδιος.
Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στο παρελθόν έχει καταδικαστεί και εκτίσει δύο φορές ποινές φυλάκισης, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι πλέον έχει αλλάξει ζωή, έχει δημιουργήσει οικογένεια και δεν έχει σχέση με τις πράξεις που του αποδίδονται.
Η ποινή
Το δικαστήριο έκρινε αθώο τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της κακοποίησης ζώου, καθώς δεν προέκυψαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Αντίθετα, τον έκρινε ένοχο για την κατηγορία της κλοπής κατ’ εξακολούθηση και για την παράνομη παραμονή στη χώρα.
Η έδρα επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 34 μηνών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, διατάσσοντας την άμεση και ολική έκτιση της ποινής χωρίς μετατροπή, χωρίς αναστολή, ενώ αποφάσισε η έφεση να μην έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Μαριαρένα Οικονομοπούλου















