Η συζήτηση γύρω από τη συνεπιμέλεια στην Ελλάδα δεν είναι μόνο νομική. Αγγίζει οικογενειακές ισορροπίες που ήδη έχουν δοκιμαστεί από μια διάσταση ή ένα διαζύγιο, και επεκτείνεται σε ζητήματα καθημερινότητας, επικοινωνίας και, συχνά, συναισθηματικής απόστασης ανάμεσα στους γονείς.
Το θεσμικό πλαίσιο που εισήγαγε ο Ν. 4800/2021 ήρθε να αναδιαμορφώσει αυτή την πραγματικότητα, χωρίς όμως να μπορεί να την ομογενοποιήσει.
Η μεταρρύθμιση αυτή ήρθε σε ένα πεδίο όπου για δεκαετίες η δικαστική πρακτική είχε διαμορφώσει ένα πιο «μονογονεϊκό» μοντέλο άσκησης της επιμέλειας, με τον έναν γονέα να έχει τον κύριο ρόλο και τον άλλο να διατηρεί κυρίως δικαίωμα επικοινωνίας.
Με τον συγκεκριμένο νόμο, ο Έλληνας νομοθέτης επιχείρησε να μετατοπίσει το κέντρο βάρους από το μοντέλο της αποκλειστικής επιμέλειας προς μια λογική από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας.
Η γονική μέριμνα, όπως ορίζεται στο ισχύον δίκαιο, εξακολουθεί να ανήκει και στους δύο γονείς. Η αλλαγή εντοπίζεται κυρίως στο τι συμβαίνει όταν οι γονείς δεν ζουν πλέον μαζί. Εκεί, ο κανόνας πλέον είναι η κοινή άσκηση, εκτός εάν ειδικές περιστάσεις επιβάλλουν διαφορετική ρύθμιση.
Στην πράξη, όμως, η μετάβαση από το παλαιό στο νέο μοντέλο δεν ήταν και δεν παραμένει ομοιόμορφη, καθώς κάθε οικογενειακή περίπτωση φέρει διαφορετικές ισορροπίες, συναισθηματικά φορτία και επίπεδα συνεργασίας.
Στο επίκεντρο αυτής της μεταρρύθμισης βρίσκεται η έννοια του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Πρόκειται για μια νομική έννοια που, στην πράξη, αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο σε κάθε οικογένεια. Δεν περιορίζεται σε τυπικές ρυθμίσεις χρόνου ή σε μαθηματική κατανομή ημερών μεταξύ των γονέων, αλλά συνδέεται με τη σταθερότητα του περιβάλλοντος του παιδιού, τη συναισθηματική του ασφάλεια και τη δυνατότητα διατήρησης ουσιαστικών δεσμών και με τους δύο γονείς.
Σε πολλές περιπτώσεις, η καθημερινότητα ενός παιδιού μετά τον χωρισμό περιλαμβάνει συνεχή προσαρμογή σε δύο διαφορετικά σπίτια, διαφορετικές ρουτίνες και νέες ισορροπίες, κάτι που καθιστά την έννοια της σταθερότητας ιδιαίτερα κρίσιμη.
Η συνεπιμέλεια, όπως προβλέπεται στο ισχύον πλαίσιο, δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την απόλυτη ισοκατανομή του χρόνου.
Μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές, από εναλλασσόμενη κατοικία έως πιο ευέλικτα σχήματα επικοινωνίας και λήψης αποφάσεων. Το ζητούμενο δεν είναι η αριθμητική ισότητα, αλλά η διατήρηση της ενεργούς παρουσίας και των δύο γονέων στη ζωή του παιδιού.
Παράλληλα, ο νόμος αναγνωρίζει ότι η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας προϋποθέτει ένα ελάχιστο επίπεδο συνεργασίας. Όταν η επικοινωνία μεταξύ των γονέων είναι ιδιαίτερα συγκρουσιακή ή όταν η συνεννόηση καθίσταται πρακτικά αδύνατη, τα δικαστήρια εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να αναθέσουν την άσκηση της επιμέλειας στον έναν γονέα, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα επικοινωνίας του άλλου.
Η επιλογή αυτή δεν λειτουργεί τιμωρητικά, αλλά ως εργαλείο προστασίας του παιδιού από ένα περιβάλλον έντασης.
Η πραγματικότητα των οικογενειακών διαφορών συχνά φέρνει στο προσκήνιο δυσκολίες επικοινωνίας που δεν σχετίζονται μόνο με νομικά ζητήματα, αλλά με βαθύτερες συναισθηματικές ρήξεις που προϋπήρχαν ή αναδύθηκαν μετά τον χωρισμό.
Στην πράξη, η εφαρμογή του νέου πλαισίου έχει αναδείξει τη δυσκολία μετάβασης από μια θεωρητική νομική ρύθμιση σε μια βιωμένη οικογενειακή πραγματικότητα.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η συνεπιμέλεια απαιτεί επαναπροσδιορισμό ρόλων, συνήθειας και επικοινωνίας, σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες έχουν ήδη διαταραχθεί από τον χωρισμό.
Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο οι νομικές ρυθμίσεις να συναντούν στην πράξη αντιστάσεις που σχετίζονται λιγότερο με το δίκαιο και περισσότερο με την ανθρώπινη δυσκολία της συνύπαρξης μετά τη ρήξη.
Τα δικαστήρια, καλούμενα να εφαρμόσουν το νέο πλαίσιο, δεν λειτουργούν με ενιαίο και μηχανιστικό τρόπο. Αντίθετα, αξιολογούν κάθε υπόθεση ξεχωριστά, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τα τυπικά στοιχεία, αλλά και τη συνολική εικόνα της οικογενειακής δυναμικής.
Η προσέγγιση αυτή οδηγεί σε ένα σύστημα όπου η συνεπιμέλεια δεν είναι δεδομένη, αλλά ούτε και εξαιρείται εκ των προτέρων. Διαμορφώνεται, κατά περίπτωση, μέσα από τη δικαστική κρίση και τα πραγματικά δεδομένα κάθε οικογένειας.
Το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο, ακολουθώντας μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση, επιχειρεί να ενισχύσει την αρχή της συνευθύνης των γονέων μετά τη διάσταση.
Η μετάβαση αυτή, ωστόσο, δεν είναι απλή νομοθετική προσαρμογή. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η κοινωνία τη γονεϊκότητα μετά τον χωρισμό: όχι ως διακοπή, αλλά ως μετασχηματισμό μιας σχέσης που συνεχίζει να υπάρχει μέσα από το παιδί.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η νομική ρύθμιση των σχέσεων, αλλά και η σταδιακή διαμόρφωση μιας κουλτούρας συνεργασίας που, στην πράξη, παραμένει υπό διαμόρφωση.















