Υπάρχουν ορισμένες φράσεις που, αν τις προσέξει κανείς, μοιάζουν να έχουν πολλαπλασιαστεί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.
«Σε καταλαβαίνω απόλυτα», «είναι απόλυτα λογικό να νιώθεις έτσι», «αυτό που λες έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον», «έχεις δίκιο να το βλέπεις από αυτή την οπτική».
Τις συναντάμε σε μηνύματα, σε αναρτήσεις στα social media, σε επαγγελματικά emails, ακόμα και σε συζητήσεις που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα ήταν πολύ πιο αυθόρμητες και λιγότερο προσεκτικά διατυπωμένες.
Καμία από αυτές τις εκφράσεις δεν είναι καινούργια. Ούτε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι όποιος τις χρησιμοποιεί έχει επηρεαστεί από το ChatGPT.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού: στον τρόπο με τον οποίο έχουν αρχίσει να συγκλίνουν οι εκφράσεις, ο τόνος και η δομή των απαντήσεων που δίνουμε ο ένας στον άλλον με εκείνες που παράγουν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Η αλλαγή δεν είναι θεαματική και δύσκολα μπορεί να μετρηθεί. Δεν υπάρχει, άλλωστε, κάποιος δείκτης που να δείχνει πόσοι άνθρωποι άρχισαν ξαφνικά να λένε «απόλυτα» ή «σε καταλαβαίνω».
Είναι όμως αρκετά εμφανής σε όποιον διαβάζει καθημερινά μεγάλο όγκο γραπτού λόγου. Η γλώσσα γίνεται πιο προσεκτική, οι απαντήσεις πιο ολοκληρωμένες και η διαφωνία πιο «ευγενικά συσκευασμένη».
Σαν να έχουμε όλοι, λίγο ή πολύ, αρχίσει να γράφουμε έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι η σωστή απάντηση είναι αυτή που δεν θα ενοχλήσει κανέναν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ChatGPT μας κάνει να μιλάμε σαν μηχανές. Ίσως, μάλιστα, να συμβαίνει κάτι πιο ενδιαφέρον: η τεχνητή νοημοσύνη έχει αρχίσει να επηρεάζει την ιδέα που έχουμε για το πώς πρέπει να επικοινωνούμε.
Η απάντηση που πρέπει να είναι πάντα σωστή
Για μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η επικοινωνία ήταν ατελής από τη φύση της.
Ένας άνθρωπος έλεγε κάτι πρόχειρα, ο άλλος δεν καταλάβαινε, ζητούσε διευκρινίσεις, θύμωνε, άλλαζε γνώμη ή απλώς δεν απαντούσε. Οι συζητήσεις είχαν παύσεις και αμηχανίες, τα μηνύματα ήταν συχνά σύντομα και οι άνθρωποι δεν είχαν τη δυνατότητα να ξαναγράψουν κάθε φράση μέχρι να πετύχουν ακριβώς τον τόνο που ήθελαν.
Η ψηφιακή επικοινωνία άλλαξε αρκετά από αυτά. Η τεχνητή νοημοσύνη έρχεται τώρα να προσθέσει ένα ακόμη επίπεδο.
Για πρώτη φορά μπορούμε να πάρουμε μια σκέψη όπως μας έρχεται και να ζητήσουμε από ένα σύστημα να τη μετατρέψει σε ένα κείμενο πιο ευγενικό, πιο σαφές, πιο επαγγελματικό ή πιο «ανθρώπινο».
Μπορούμε να γράψουμε «θέλω να διαφωνήσω χωρίς να φανώ επιθετικός» και να πάρουμε μια έτοιμη διατύπωση. Μπορούμε να εξηγήσουμε ότι έχουμε ενοχληθεί από κάποιον και να ζητήσουμε έναν τρόπο να το πούμε χωρίς να δημιουργηθεί ένταση.
Η δυνατότητα αυτή είναι αναμφίβολα χρήσιμη. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί μια νέα προσδοκία. Πως κάθε επικοινωνία μπορεί και πρέπει να είναι σωστά διατυπωμένη.
Αυτό είναι κάτι που βλέπουμε ήδη στην καθημερινότητα. Ένα απλό «οκ» μπορεί να θεωρηθεί απότομο. Ένα «θα το δω» μπορεί να χρειάζεται περισσότερη ευγένεια. Μια διαφωνία πρέπει να ξεκινά με μια αναγνώριση της άποψης του άλλου και να ολοκληρώνεται με μια πρόταση συνεννόησης. Δεν αρκεί πλέον να πεις αυτό που σκέφτεσαι. Πρέπει να το πεις με τον σωστό τρόπο.
Και κάπου εδώ η γλώσσα της τεχνητής νοημοσύνης αρχίζει να συναντά τη γλώσσα της καθημερινότητας.
Το «σε καταλαβαίνω» που δεν σημαίνει πάντα ότι καταλαβαίνω
Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η έκφραση «σε καταλαβαίνω απόλυτα». Πρόκειται για μια φράση που χρησιμοποιείται πλέον πολύ συχνά, ακόμη και σε καταστάσεις όπου είναι προφανές ότι ο ένας άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει πραγματικά τι βιώνει ο άλλος.
Κάποιος μιλά για μια δύσκολη σχέση, για την απώλεια μιας δουλειάς ή για ένα προσωπικό πρόβλημα και η πρώτη αντίδραση είναι να του πούμε ότι τον καταλαβαίνουμε. Συχνά δεν το κάνουμε από αδιαφορία ή προσποίηση. Το αντίθετο. Θέλουμε να δείξουμε ότι ακούμε και ότι παίρνουμε στα σοβαρά όσα μας λέει.
Η τεχνητή νοημοσύνη, όμως, έχει κάνει αυτή τη μορφή επικοινωνίας σχεδόν βιομηχανική. Τα συστήματα AI είναι εξαιρετικά αποτελεσματικά στο να αναγνωρίζουν το συναίσθημα μιας κατάστασης και να απαντούν με τρόπο που δείχνει κατανόηση. Το κάνουν επειδή έχουν σχεδιαστεί για να είναι χρήσιμα και υποστηρικτικά, όχι επειδή έχουν προσωπική εμπειρία αυτού που περιγράφουμε.
Όταν, λοιπόν, αρχίζουμε να υιοθετούμε τον ίδιο τρόπο απάντησης, υπάρχει ο κίνδυνος να μπερδέψουμε την ενσυναίσθηση με τη σωστή διατύπωση της ενσυναίσθησης. Το «σε καταλαβαίνω» μπορεί να είναι μια ουσιαστική δήλωση ενδιαφέροντος. Μπορεί, όμως, να είναι και μια εύκολη φράση που χρησιμοποιούμε επειδή δεν ξέρουμε τι άλλο να πούμε.
Η διαφορά βρίσκεται στο τι ακολουθεί μετά.
Το «απόλυτα» ως νέα γλωσσική συνήθεια
Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται σε λέξεις που χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο ως ενισχυτές. Το «απόλυτα» είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική. Απόλυτα σωστό, απόλυτα λογικό, απόλυτα κατανοητό, απόλυτα φυσιολογικό. Η λέξη εμφανίζεται τόσο συχνά ώστε σε αρκετές περιπτώσεις μοιάζει να έχει χάσει μέρος της αρχικής της σημασίας.
Ακολουθεί το «τέλεια», που έχει μετατραπεί σε έναν τρόπο να επιβεβαιώνουμε σχεδόν οποιαδήποτε πρακτική συνεννόηση. «Θα σου στείλω το αρχείο το απόγευμα». «Τέλεια». «Να βρεθούμε στις οκτώ;». «Τέλεια». «Θα μιλήσουμε αύριο». «Τέλεια».
Δεν πρόκειται για κάτι που δημιούργησε το ChatGPT. Οι λέξεις αυτές υπήρχαν πάντα. Η τεχνητή νοημοσύνη, όμως, τις χρησιμοποιεί με έναν τρόπο που έχει γίνει αναγνωρίσιμος και, μέσα από την καθημερινή χρήση της, μπορεί να συμβάλλει στη διάδοσή τους.
Το ίδιο συμβαίνει με εκφράσεις όπως «είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση» ή «υπάρχει μια σημαντική διάσταση στο ζήτημα». Φράσεις που μπορούν να είναι απολύτως χρήσιμες σε ένα άρθρο ή σε μια σοβαρή συζήτηση, αλλά όταν χρησιμοποιούνται συνεχώς δημιουργούν την αίσθηση ενός κοινού γλωσσικού καλουπιού.
Και το πρόβλημα δεν είναι ότι μιλάμε όλοι με τις ίδιες λέξεις. Είναι ότι αρχίζουμε να οργανώνουμε τις απαντήσεις μας με παρόμοιο τρόπο.
Η διαφωνία που πρέπει πρώτα να ζητήσει συγγνώμη
Ίσως εδώ βρίσκεται η πιο ουσιαστική αλλαγή. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ενισχύσει ένα μοντέλο επικοινωνίας στο οποίο η διαφωνία θεωρείται κάτι που πρέπει να παρουσιαστεί προσεκτικά.
«Καταλαβαίνω την άποψή σου, ωστόσο θα μπορούσε κανείς να εξετάσει και μια διαφορετική οπτική».
Σε μια επαγγελματική συζήτηση, αυτό μπορεί να είναι απολύτως χρήσιμο. Στην προσωπική ζωή, όμως, η πραγματική διαφωνία σπάνια είναι τόσο τακτοποιημένη.
Ένας φίλος μπορεί να σου πει ότι κάνεις λάθος. Ένας άνθρωπος που σε αγαπά μπορεί να σου επισημάνει κάτι που δεν θέλεις να ακούσεις. Κάποιος μπορεί να διαφωνήσει μαζί σου χωρίς να έχει προηγουμένως αναγνωρίσει ότι «κατανοεί την οπτική σου».
Η διαφωνία δεν είναι απαραίτητα αποτυχία επικοινωνίας. Είναι συχνά ο λόγος για τον οποίο δύο άνθρωποι συζητούν.
Παρόλα αυτά, ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μάθει να επικοινωνούμε ψηφιακά μας ωθεί όλο και περισσότερο να λειαίνουμε τις γωνίες. Η άποψη πρέπει να είναι τεκμηριωμένη, ο τόνος προσεκτικός, η διατύπωση ευγενική και το τέλος της συζήτησης συμφιλιωτικό.
Η πραγματική ζωή, φυσικά, είναι πολύ πιο ακατάστατη.
Όταν γράφουμε σαν να μας διαβάζει κάποιος τρίτος
Υπάρχει και μια άλλη αλλαγή που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Πολλοί άνθρωποι έχουν αρχίσει να γράφουν τα προσωπικά τους μηνύματα με έναν τρόπο που θυμίζει περισσότερο κείμενο προς δημοσίευση παρά αυθόρμητη συνομιλία.
Οι προτάσεις είναι πιο ολοκληρωμένες, οι σκέψεις πιο οργανωμένες και οι λέξεις πιο προσεκτικά επιλεγμένες. Ακόμη και ένα μήνυμα προς έναν φίλο μπορεί να ξαναγραφτεί, να διορθωθεί και να ελεγχθεί πριν σταλεί.
Η AI δεν δημιούργησε αυτή την ανάγκη. Τα social media και η διαρκής έκθεση στον δημόσιο χώρο την είχαν ήδη ενισχύσει. Η τεχνητή νοημοσύνη, όμως, έκανε κάτι διαφορετικό: έδωσε σε όλους πρόσβαση σε έναν μηχανισμό που μπορεί να βελτιώνει τη διατύπωση σχεδόν χωρίς όριο.
Έτσι, σταδιακά, δεν ζητάμε μόνο από την AI να γράφει καλύτερα για εμάς. Αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι πρέπει και εμείς να γράφουμε καλύτερα.
Το αποτέλεσμα είναι μια γλώσσα πιο καθαρή, αλλά ίσως λιγότερο προσωπική. Πιο ευγενική, αλλά όχι πάντα πιο ειλικρινής. Πιο ολοκληρωμένη, αλλά μερικές φορές χωρίς τον αυθορμητισμό που έκανε μια κουβέντα να μοιάζει πραγματική.
Μήπως το πρόβλημα δεν είναι ότι μιλάμε σαν το ChatGPT, αλλά ότι θέλουμε να μιλάμε τέλεια;
Είναι εύκολο να κατηγορήσει κανείς την τεχνητή νοημοσύνη για αυτή την αλλαγή. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Η AI δεν έφερε από μόνη της στη ζωή μας την ανάγκη να είμαστε διαρκώς ευγενικοί, κατανοητοί, ψύχραιμοι και σωστά διατυπωμένοι. Αυτή η ανάγκη υπήρχε ήδη και ενισχυόταν από τα social media, την επαγγελματική κουλτούρα και την επιθυμία να παρουσιάζουμε προς τα έξω μια ελεγχόμενη εικόνα του εαυτού μας.
Η τεχνητή νοημοσύνη απλώς έδωσε σε αυτή την τάση ένα νέο εργαλείο.
Μας επιτρέπει να διορθώνουμε κάθε αδέξια φράση, να βρίσκουμε μια πιο κομψή διατύπωση, να αποφεύγουμε μια δύσκολη κουβέντα και να παρουσιάζουμε μια πιο ολοκληρωμένη εκδοχή όσων θέλουμε να πούμε. Όσο περισσότερο το κάνουμε, τόσο περισσότερο συνηθίζουμε στην ιδέα ότι η επικοινωνία πρέπει να είναι έτσι.
Το θέμα, τελικά, δεν είναι αν θα αρχίσουμε όλοι να μιλάμε σαν το ChatGPT. Αυτό, σε κάποιον βαθμό, έχει ήδη συμβεί. Το θέμα είναι τι θα χαθεί στην πορεία, αν συνηθίσουμε να περνάμε κάθε σκέψη από ένα φίλτρο πριν την πούμε ή την γράψουμε.
Στην πραγματική ζωή, οι άνθρωποι δεν μιλούν πάντα σωστά. Μπερδεύονται, λένε κάτι που δεν εννοούν ακριβώς, αλλάζουν γνώμη στη μέση μιας κουβέντας, κάνουν παύσεις και πολλές φορές δεν βρίσκουν καν τις λέξεις που χρειάζονται. Μπορεί να μην είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος επικοινωνίας, αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε μεταξύ μας.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μας βοηθήσει να γράψουμε ένα καλύτερο email ή να βρούμε έναν πιο ήπιο τρόπο για να πούμε κάτι δύσκολο. Αυτό είναι χρήσιμο. Δεν χρειάζεται, όμως, να μετατρέψει και την καθημερινή μας επικοινωνία σε μια διαρκή προσπάθεια να βρούμε την «σωστή» απάντηση.
Γιατί στην καθημερινότητα δεν υπάρχει πάντα σωστή απάντηση. Υπάρχει αυτό που θέλουμε να πούμε, αυτό που τελικά λέμε και ο τρόπος με τον οποίο το ακούει ο άλλος. Και κάπου ανάμεσα σε αυτά τα τρία βρίσκεται όλη η αμηχανία, η ένταση, το χιούμορ και η παρεξήγηση που κάνουν μια συζήτηση πραγματική.
Αυτό, τουλάχιστον, δεν χρειάζεται να το διορθώσει κανένα ChatGPT.













