«Από την αρχή στη ζωή μου παίζω σε μια ταινία. Πάντα μετέτρεπα τον εαυτό μου σε ρόλο, είναι το καταφύγιό μου» εξήγησε μεταξύ άλλων ο Λάκης Λαζόπουλος.
Καλεσμένος στην εκπομπή «Στούντιο στις 3» ήταν την Πέμπτη (03.09.2026) ο Λάκης Λαζόπουλος. Τον ηθοποιό υποδέχτηκε η Νάσυ Ζαμπέτογλου και ο Θανάσης Αναγνωστόπουλος, οι οποίοι τον ρώτησαν για τα παιδικά του χρόνια, για την απόφασή του να γίνει ηθοποιός και για την επιτυχία του στο θέατρο.
«Έχουμε καιρό (να βρεθούμε). Δεν ήρθα ποτέ εγώ στην ΕΡΤ. Γιατί η πόρτα της ΕΡΤ ξέρετε, είναι κλειστή για μένα. Και ευτυχώς που μετακινηθήκατε και [γελά] μπορούμε να βρεθούμε», είπε ο Λάκης Λαζόπουλος με τον Θανάση Αναγνωστόπουλο να του απαντά: «Να ξέρεις ότι προσπαθήσαμε». «Το ξέρω ότι προσπαθήσατε, αλλά η πόρτα της ΕΡΤ είναι πάντα κλειστή για μένα», του είπε ο Λάκης Λαζόπουλος.
Στη συνέχεια ωστόσο, η συζήτηση εξελίχθηκε και ο ηθοποιός μίλησε για την δουλειά του αλλά και τα παιδικά του χρόνια στην Λάρισα: «Ονειρευόμουν πάντα να γίνω ηθοποιός. Πάντα να γράφω. Πάντα να είμαι σε ένα μέρος που να περνάω καλά με τους ανθρώπους, ε, με παρέες, με τη δουλειά που κάνω. Δηλαδή τώρα ας πούμε το θέατρο που θα κουραζόμουν πολύ, είπα στοπ. ΟΚ, αν έρθει κάτι που μ’ αρέσει θα το κάνω, αλλά όχι σεζόν. Δεν μπορώ άλλο να πηγαίνω. Θέλω να φεύγω κιόλας, να πάω εκδρομές. Το να περνάω καλά σημαίνει να μπορώ να περνάω ώρες με τους ανθρώπους που αγαπάω, με τους φίλους μου, να γελάω, να μπορώ να ακούω τους ανθρώπους και αυτό θέλει, θέλει χρόνο.
Γκάζι μου δίνει ο κόσμος που του αρέσει. Δηλαδή αν έβγαινα ας πούμε ξέρω ‘γώ μια φορά στις δεκαπέντε μέρες που κατάφερνα να κάνω μια βόλτα έξω και έβλεπα αυτό που γινόταν, ήθελα να τους κάνω χαρούμενους. Σαν παιδί δεν είχα καμία σχέση με αυτό που είμαι τώρα. Στην προηγούμενη ζωή μου ήμουν κάμερα, μ’ αρέσει να παρακολουθώ. Ήμουν έτσι λίγο αδιάφορος, αλλά μετά μπορούσα να σου περιγράψω ακριβώς και τύπο να, έκλεβα τις φωνές. Μου άρεσε πάρα πολύ εγώ όταν διηγούμαι κάτι και όταν διηγούμαι κάτι, τρελαίνομαι και θέλω να το πω με τη φωνή αυτή που το άκουγα.
Δεν νομίζω ότι ήμουν εγωμανής. Το λέω γιατί εγώ τον εγωισμό τον θεωρώ ας πούμε τρομερό ελάττωμα. Δεν το θεωρώ κινητήριο δύναμη, δεν το θεωρώ. Δηλαδή ο εγωισμός νομίζω ότι είναι το σκαμπό που χρειάζεται ένας κοντός για να διακριθεί. Ξέρεις πως είναι κάποιοι που κάπνιζαν το πούρο ότι και καλά ας πούμε κάποιος είμαι, έχω λεφτά και έχουν μια μούρη που προσαρμόζεται σε σχέση με το πούρο που έχουν. Ξαφνικά δηλαδή αλλάζει η μούρη τους με το που έρχεται το πούρο», είπε.
Για την υποκριτική, ανέφερε: «Όταν μπήκα στη νομική σχολή και όχι στη θεατρική. Πήγα, έδωσα κρυφά στο Θέατρο Τεχνών του Κουν και ήρθα εδώ στα ξαδέρφια μου στην Αθήνα. Το πρώτο θεατρικό μου το έγραψα όταν ήμουνα πρώτη γυμνασίου, εγώ ήμουνα άφαντος. Αλλά έγραψα μια έκθεση τότε για τη γιορτή της μητέρας – έναν διάλογο μιας μάνας με ένα παιδί που πάνε με το τρένο και μιλάν για τον πατέρα και για τη σχέση τους. Ο φιλόλογος το διάβασε σε όλο το σχολείο, αλλά ποτέ δεν αποκάλυψα ότι θα γίνω ηθοποιός».
«Δεν μιλούσα σε κανέναν. Και όχι από αγένεια και ασέβεια. Ντρεπόμουν ότι δεν θα θέλει κανείς να μου μιλήσει, ούτε έχει την όρεξή μου, ρε παιδί μου. Είναι κάτι που δεν το έχω ξεπεράσει με τα χρόνια. Δεν μου είναι εύκολο να θεωρήσω ότι παρεμβαίνω, μπαίνω ξαφνικά στη ζωή του άλλου και χάνω το χρόνο του».
Στη συνέχεια εξομολογήθηκε: «Φοβόμουν προφανώς την αποτυχία. Γιατί πάντα ήταν στο κεφάλι μου. Όταν μεγαλώνεις σε μία φτωχή οικογένεια, η έννοια της αποτυχίας είναι το ίδιο όνειρο με την επιτυχία. Τώρα βγαίνει εύκολα, αν παρατηρείς, αν εκτιμάς, αν αγαπάς, αν θες να περάσουν καλά οι άνθρωποι, αν γουστάρεις αυτό που κάνεις, αυτά όλα συνωμοτούν και σου δίνουν την ευκαιρία να το κάνεις. Αν το κάνεις με πίεση και αν κλέβεις λίγο εικόνες και σκέφτεσαι κάτι άλλο και θέλεις να δεις κάτι άλλο και να ζηλέψεις τον άλλον, τότε δε λειτουργεί αυτό».
Τέλος, ο Λάκης Λαζόπουλος, εξήγησε: «Από την αρχή στη ζωή μου παίζω σε μια ταινία. Οπότε στην ταινία αυτή πάντα αισθανόμουνα δύσκολα. Πάντα μετέτρεπα τον εαυτό μου σε ρόλο. Αμέσως. Είναι το καταφύγιό μου. Δηλαδή και στο σπίτι μας που γινόταν καμιά φορά καυγάδες, κάτι έλεγε ξέρω ‘γώ η μάνα μου, νευρίαζε τον πατέρα μου, οπότε ο πατέρας μου όταν ήταν να γυρίσει το τραπέζι όρθιο και να φύγουν όλα, απλώς τα χέρια του πήγαιναν κάτω από το τραπέζι, οπότε είχα εκπαιδευτεί και αμέσως γκρέμιζα έναν τοίχο από την κουζίνα και έβλεπα ότι μας βλέπουνε στη σκηνή και ότι αυτό είναι μια σκηνή θεάτρου και τώρα θα γελάσουν».















