Οι άνθρωποι τείνουν συστηματικά να υποτιμούν το πόσο συχνά συμβαίνουν αποτυχίες και αρνητικά γεγονότα στον κόσμο, σύμφωνα με νέα εκτενή ψυχολογική μελέτη.
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Journal of Personality & Social Psychology και οι ερευνητές περιγράφουν το φαινόμενο αυτό ως το «κενό της αποτυχίας» (failure gap). Η έρευνα υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι διαμορφώνουν μια πιο «ροζ» εικόνα της πραγματικότητας, όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και σε κοινωνικά ζητήματα όπως η εγκληματικότητα, η υγεία, η εκπαίδευση και η οικονομία. Το αποτέλεσμα είναι μια συστηματική υποεκτίμηση τού, πόσο συχνά τα πράγματα δεν εξελίσσονται θετικά.
Ένα εκτεταμένο ερευνητικό πρόγραμμα
Η επιστημονική ομάδα, με επικεφαλής τη Lauren Eskreis-Winkler, πραγματοποίησε ένα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα με τη συμμετοχή περίπου 3.000 ατόμων. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω διαδικτυακών πειραμάτων, πραγματικών στατιστικών στοιχείων και ανάλυσης ειδησεογραφικού υλικού.
Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να εκτιμήσουν πόσο συχνά συμβαίνουν αποτυχίες σε πάνω από 30 διαφορετικούς τομείς, από κοινωνικά προβλήματα και οικονομικές δυσκολίες έως καθημερινές εμπειρίες όπως αποτυχημένες αγορές ή διακοπές σχέσεων. Στη συνέχεια, οι εκτιμήσεις τους συγκρίθηκαν με επίσημα δεδομένα.
Μελέτη: Η πληροφορία που δεν φτάνει ποτέ ισορροπημένα
Ένα βασικό εύρημα της μελέτης είναι ότι οι αποτυχίες δεν εκφράζονται επαρκώς στον δημόσιο λόγο. Μέσα από ανάλυση περίπου 2,4 εκατομμυρίων δημοσιευμάτων, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα αρνητικά γεγονότα αναφέρονται λιγότερο συχνά από τα θετικά.
Παρόμοια μοτίβα εντοπίστηκαν και στα social media, αλλά και στις online αξιολογήσεις προϊόντων και υπηρεσιών. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό συμβαίνει επειδή οι αποτυχίες είναι πολύ λιγότερο «ορατές» στην καθημερινή πληροφόρηση, είτε γιατί δεν δημοσιοποιούνται εύκολα είτε γιατί κοινωνικά δεν ενθαρρύνεται η ανάδειξή τους με τον ίδιο τρόπο όπως οι επιτυχίες. Έτσι, η εικόνα που διαμορφώνουμε για τον κόσμο καταλήγει συχνά να είναι πιο «φιλτραρισμένη» και αισιόδοξη από την πραγματική.
Όταν αλλάζει η πληροφόρηση
Σε πειράματα όπου οι συμμετέχοντες εκτέθηκαν σε πιο ρεαλιστικές, ή εσκεμμένα διαστρεβλωμένες πληροφορίες, οι εκτιμήσεις τους άλλαζαν αντίστοιχα. Όταν η αποτυχία υποεκπροσωπούνταν, οι άνθρωποι την υποτιμούσαν ακόμη περισσότερο. Όταν όμως η πληροφόρηση αντανακλούσε την πραγματικότητα, το «κενό» μειωνόταν αισθητά.
Ενδιαφέρον εύρημα αποτελεί επίσης το ότι σε περιπτώσεις όπου η κοινωνική συζήτηση γύρω από αρνητικά φαινόμενα αυξήθηκε -όπως μετά το κίνημα MeToo– οι αντιλήψεις των ανθρώπων έγιναν πιο ακριβείς.
Επιπτώσεις σε πολιτική και κοινωνία
Η μελέτη δείχνει ότι η υποτίμηση της αποτυχίας δεν είναι απλώς γνωστικό λάθος, αλλά έχει πραγματικές συνέπειες. Όταν οι συμμετέχοντες ενημερώνονταν για τα πραγματικά ποσοστά αποτυχιών, εμφανίζονταν λιγότερο υπέρ τιμωρητικών πολιτικών και πιο ανοιχτοί σε παρεμβάσεις πρόληψης και υποστήριξης.
Σε εργασιακά περιβάλλοντα και ζητήματα πολιτικής, η σωστή αντίληψη των δεδομένων οδήγησε επίσης σε μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι σε κοινωνικά θέματα, όπως η γονική άδεια και η μείωση του στίγματος.
Ένα ευρύτερο ερώτημα
Παρότι τα ευρήματα είναι ισχυρά, οι ερευνητές σημειώνουν ότι το φαινόμενο μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τον πολιτισμό και το κοινωνικό πλαίσιο, καθώς το δείγμα προέρχεται κυρίως από δυτικές χώρες.
Η έρευνα, πάντως, καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: η εικόνα που έχουμε για το πόσο συχνά «αποτυγχάνουν» τα πράγματα στον κόσμο είναι συστηματικά στρεβλή και αυτό επηρεάζει περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε και αποφασίζουμε.














