Μισόν αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Αμερικανός ζωγράφος γνωρίζει μια απροσδόκητη πολιτισμική αναγέννηση χάρη στη Generation Z.
- Η Generation Z ανακαλύπτει τα έργα του Ρόθκο στα social media, μετατρέποντάς τον σε ψηφιακό σύμβολο. Δημιουργοί περιεχομένου στο TikTok και το Instagram χτίζουν αισθητικές περσόνες γύρω από τις χρωματικές του παλέτες, συγκεντρώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες προβολές.
- Η έλξη της νέας γενιάς προς τον καλλιτέχνη εξηγείται ως αντίδραση στην ψηφιακή υπερδιέγερση και την ψυχική πίεση. Οι πίνακές του λειτουργούν σαν χώροι παύσης και περισυλλογής, προσφέροντας μια σχεδόν διαλογιστική εμπειρία.
- Η φράση του ίδιου του Ρόθκο, «ένας πίνακας είναι μια εμπειρία», αποκτά νέο νόημα στην ψηφιακή εποχή. Επιμελητές εκτιμούν πως η διάδοση στα social media λειτουργεί θετικά, οδηγώντας το κοινό στην αναζήτηση της φυσικής επαφής.
- Παράλληλα με την ψηφιακή του αναβίωση, το έργο του Ρόθκο επιστρέφει δυναμικά σε φυσικούς εκθεσιακούς χώρους. Στη Φλωρεντία, τα έργα του συνομιλούν με εκείνα του Fra Angelico, αποκαλύπτοντας τη βαθιά πνευματική τους διάσταση.
Για δεκαετίες ο Μαρκ Ρόθκο υπήρξε ένα από τα πιο διχαστικά ονόματα της μοντέρνας τέχνης. Για κάποιους, οι τεράστιοι καμβάδες του με τις αιωρούμενες χρωματικές επιφάνειες αποτέλεσαν μια από τις πιο ριζοσπαστικές στροφές της αφηρημένης ζωγραφικής του 20ού αιώνα· για άλλους, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια σειρά «απλών χρωμάτων» που θα μπορούσε να ζωγραφίσει «ακόμη και ένα παιδί».
Ωστόσο, σχεδόν μισό αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Αμερικανός ζωγράφος, όπως αναφέρει το εκτενές ρεπορτάζ του BBC, γνωρίζει μια απροσδόκητη πολιτισμική αναγέννηση χάρη στη Generation Z, η οποία ανακαλύπτει τα έργα του μέσα από το TikTok, το Instagram και τις αισθητικές κοινότητες των social media, μετατρέποντας τον άλλοτε «δύσκολο» καλλιτέχνη σε ένα είδος ψηφιακού συμβόλου εσωτερικής ηρεμίας και υπαρξιακής μελαγχολίας.
Ένα είδος «οπτικής αποτοξίνωσης»
Την ώρα που οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης κατακλύζονται καθημερινά από υπερκορεσμένες εικόνες, αδιάκοπα βίντεο και επιθετικά αισθητικά trends, οι πίνακες του Ρόθκο μοιάζουν να λειτουργούν για πολλούς νέους σαν ένα είδος «οπτικής αποτοξίνωσης». Τα βίντεο που σχετίζονται με το έργο του συγκεντρώνουν πλέον εκατοντάδες χιλιάδες προβολές, ενώ δημιουργοί περιεχομένου χτίζουν ολόκληρες αισθητικές περσόνες γύρω από τις χρωματικές παλέτες του.
Κάποιοι συνδυάζουν ρούχα εμπνευσμένα από συγκεκριμένους πίνακες, άλλοι αντιστοιχίζουν έργα του με διαφορετικούς τύπους προσωπικότητας, ενώ αρκετοί συγκρίνουν τις συνθέσεις του με τη μουσική ατμόσφαιρα των Cocteau Twins, οι οποίοι επίσης γνωρίζουν μια εντυπωσιακή αναβίωση ανάμεσα στη νεότερη γενιά.
Ένας δημιουργός στο TikTok περιέγραψε χαρακτηριστικά έναν πίνακα του Ρόθκο ως ιδανικό για «κάποιον που ξυπνά νωρίς, πίνει νερό με εσπεριδοειδή και έχει τη ζωή του σε τάξη – ή τουλάχιστον έτσι δείχνει». Ένας άλλος συνόψισε το νέο κύμα λατρείας προς τον ζωγράφο με τη φράση: «Ιδανικό ραντεβού: εγώ, ο Ρόθκο και κανείς να μη λέει “κι εγώ θα μπορούσα να το κάνω αυτό”».
Γιατί ο Ρόθκο «μιλάει» στην Γενιά Ζ;
Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί ένας ζωγράφος που συχνά κατηγορήθηκε για ψυχρότητα ή απουσία νοήματος καταφέρνει να αγγίζει τόσο έντονα μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στον αλγόριθμο και την αδιάκοπη ροή εικόνων. Ίσως επειδή η Generation Z βιώνει μια εποχή συνεχούς υπερδιέγερσης: πολέμοι, οικονομική αβεβαιότητα, ψηφιακή εξάντληση, κλιματική αγωνία και αδιάκοπη έκθεση στην πληροφορία συνθέτουν ένα τοπίο διαρκούς ψυχικής πίεσης.
«Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι πίνακες του Ρόθκο μοιάζουν σχεδόν αντισυμβατικοί. Δεν προσφέρουν εύκολες αφηγήσεις, δεν επιβάλλουν μήνυμα, δεν ζητούν γρήγορη κατανάλωση. Αντίθετα, λειτουργούν σαν χώροι παύσης και περισυλλογής. Οι μεγάλες επιφάνειες χρώματος, οι σκοτεινές αποχρώσεις του μπορντό, του μαύρου ή του βαθύ κόκκινου, η αίσθηση απροσδιόριστου βάθους δημιουργούν μια σχεδόν διαλογιστική εμπειρία, ακόμη κι όταν προβάλλονται μέσα από μια οθόνη κινητού», σημειώνει το BBC.
Πουθενά αυτή η εμπειρία δεν γίνεται πιο έντονη από το περίφημο Rothko Chapel στο Houston. Ο χώρος δημιουργήθηκε το 1964 έπειτα από παραγγελία των Γάλλων συλλεκτών τέχνης Τζον και Ντομινίκ ντε Μενίλ και αποτελείται από ένα οκταγωνικό δωμάτιο χωρίς παράθυρα, στο οποίο εκτίθενται 14 μεγάλης κλίμακας έργα του Ρόθκο. Δεν υπάρχουν περισπασμοί, ούτε η δυνατότητα μιας γρήγορης φωτογραφίας και αποχώρησης. Ο επισκέπτης καλείται ουσιαστικά να παραμείνει μόνος απέναντι στα έργα.
Σύμφωνα με την Κάρολιν Κινγκ, υπεύθυνη επισκεπτών του Chapel, «όταν μένουμε χωρίς τίποτα άλλο γύρω μας, μπορούμε να καθίσουμε μαζί με το μυστήριο, τη σύγχυση και την αμηχανία· μπορούμε να αφήσουμε τον εαυτό μας να προκληθεί από το sublime». Η ίδια παρατηρεί πως πολλοί νέοι επισκέπτες δείχνουν ιδιαίτερα ανοιχτοί σε αυτή την εμπειρία. «Βλέπω κάποιους να μπαίνουν και να φεύγουν αμέσως. Δεν είναι έτοιμοι για αυτή τη σύγκρουση. Αλλά υπάρχουν πολλοί νέοι που καταλαβαίνουν ότι έχουν ανάγκη από κάτι τέτοιο».
Ο ίδιος ο Ρόθκο είχε πει κάποτε πως «ένας πίνακας δεν είναι εικόνα μιας εμπειρίας· είναι μια εμπειρία». Η φράση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, σε μια εποχή όπου το μεγαλύτερο μέρος του κοινού γνωρίζει τα έργα τέχνης πρώτα μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες και όχι από φυσική επαφή. Τα έργα του Ρόθκο βασίζονται σε λεπτές στρώσεις χρώματος, σε σχεδόν αδιόρατες τονικές μεταβάσεις και σε μια υλικότητα που δύσκολα αποτυπώνεται σε φωτογραφίες ή βίντεο.
Παρ’ όλα αυτά, η Νατάλια Σιντλίνα, επιμελήτρια διεθνούς τέχνης στην Tate Modern, θεωρεί πως η εξάπλωση των έργων του στα social media λειτουργεί τελικά θετικά. Η Tate φιλοξενεί αυτή την περίοδο τα περίφημα «Seagram Murals», μια σειρά από εννέα έργα με βαθιές αποχρώσεις μπορντό και καφέ που δημιουργήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Όπως εξηγεί η Σιντλίνα, ο Ρόθκο σπάνια εξηγούσε στο κοινό τι «έπρεπε» να αισθανθεί μπροστά στους πίνακές του. «Δεν έδινε οδηγίες», λέει. «Και αυτό ταιριάζει πολύ σε ένα σύγχρονο κοινό που δεν θέλει να του λένε πώς να κοιτάξει ή τι να νιώσει».
Παράλληλα με την ψηφιακή αναγέννηση, το έργο του Ρόθκο επιστρέφει δυναμικά και στους φυσικούς εκθεσιακούς χώρους. Στη Florence διοργανώνονται αυτή την περίοδο εκθέσεις αφιερωμένες στον ζωγράφο σε τρεις διαφορετικούς πολιτιστικούς χώρους: τη Biblioteca Medicea Laurenziana, το Palazzo Strozzi και το Museo di San Marco.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, τέλος, η έκθεση στο Museo di San Marco, όπου τα έργα του Ρόθκο συνομιλούν με εκείνα του αναγεννησιακού ζωγράφου Fra Angelico, σε μια επιμελητική ιδέα που υπογράφουν ο γιος του ζωγράφου, Κρίστοφερ Ρόθκο, και η Έλενα Γκέουνα.















