Τα νέα από το Βελεστίνο και τον Δήμο Ρήγα Φεραίο

Η συγγραφέας Μαργαρίτα Παπανδρέου: Πώς περιέγραψε σε βιβλίο της τη στιγμή της σύλληψης του Ανδρέα από τη χούντα το 1967


Πέθανε σε ηλικία 103 ετών η Μαργαρίτα Παπανδρέου. Ήταν συγγραφέας και σύζυγος του πρώην πρωθυπουργού της Ελλάδας Ανδρέα Παπανδρέου από το 1951 έως το 1989.

Έγραψε δύο παιδικά βιβλία, μελέτες και άρθρα για τον φεμινισμό και την ειρήνη καθώς και ένα βιβλίο για την ελληνική δικτατορία, το «Εφιάλτης στην Αθήνα». Το 2015 η Μαργαρίτα Παπανδρέου δημοσίευσε και το βιβλίο «Έρωτας και Εξουσία» που όπως γράφει ο γιός της, Νίκος Παπανδρέου, στον πρόλογο: «Τούτο το βιβλίο είναι η αφήγηση ενός μεγάλου έρωτα μιας Αμερικανίδας από το Σικάγο για τον άντρα που γνώρισε πριν από πολλά χρόνια σε μια αίθουσα αναμονής ενός οδοντιάτρου στη Μιννεσότα το 1948. Αφηγείται επίσης τον βίο και το έργο της ίδιας από πρώτο χέρι, τις πλούσιες πολιτικές της δραστηριότητες αλλά και τις περίπλοκες καταστάσεις -τόσο σε προσωπικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο- που πυροδότησε το πολύκροτο διαζύγιο από τον άνθρωπο στον οποίο είχε αφιερωθεί εξολοκλήρου επί τέσσερις δεκαετίες…»

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στο βιβλίο της «Εφιάλτης στην Αθήνα» η Μαργαρίτα Παπανδρέου αφηγείται τα ταραγμένα, πολιτικά χρόνια της δεκαετίας του ’60 που έζησε από κοντά, στο πλευρό του Ανδρέα. Ως μητέρα, χρειάστηκε να σταθεί βράχος στα τέσσερα παιδιά της μετά τη βίαιη σύλληψη του πατέρα τους τα ξημερώματα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου του 1967, και, ταυτόχρονα, να παλέψει για την απελευθέρωση του Ανδρέα ως τον Δεκέμβρη του ’67, όταν η οικογένεια πλέον έφυγε εξόριστη στη Σουηδία (όπου το 1968 ιδρύθηκε το ΠΑΚ) και αργότερα, στο Τορόντο του Καναδά.

Το βιβλίο «Εφιάλτης στην Αθήνα» εκδόθηκε το 1975 από τις εκδόσεις Καστανιώτης (Επιμ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος) και σήμερα είναι εξαντλημένο. Εκδόθηκε στις ΗΠΑ το 1970 από τον Prentice-Hal με τον τίτλο «Nightmare in Athens». Διαβάστε παρακάτω ένα απόσπασμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ, σελ. 13-20

Ἡ Νύχτα τοῦ Πραξικοπήματος

ΜΙΑ ΤΟΥΦΕΚΙΑ ἔσχισε τὴ νύχτα. Διόλου συνηθισμένος θόρυβος γιὰ τὸ ἥσυχο δασωμένο προάστιο τῆς Ἀθήνας ποὺ ζούσαμε. Ἀλλὰ, ἦταν καιρὸς τώρα ποὺ τίποτα ἀπ’ ὅσα συνέβαιναν δὲν ἦταν συνηθισμένο. Πετάχτηκα ὄρθια στὸ κρεβάτι καὶ ἄκουσα βιαστικὰ βήματα ν’ ἀνεβαίνουν τὰ μαρμάρινα σκαλιὰ ποὺ πήγαιναν στὸ δεύτερο πάτωμα. Ἦταν ὁ Μανώλης, ὁ νυχτερινὸς φύλακας, ποὺ φώναξε: «Κύριε Ὑπουργέ, κύριε Ὑπουργέ, στὴν πόρτα εἶναι ὁπλισμένοι ἄντρες! Τί νὰ κάνω;». Χτυποῦσε τὴν πόρτα τῆς κρεβατοκάμαράς μας. Ὁ Ἀνδρέας κι ἐγὼ πετάξαμε τὰ σεντόνια καὶ τιναχτήκαμε ἀπὸ τὸ κρεβάτι σὰν ἐλατήρια. Ἔριξα πάνω μου μιὰ ρόμπα. Ὁ Ἀνδρέας ἔβαλε τὸ σόρτς του κι ἕνα ἄσπρο τσαλακωμένο πουκάμισο ποὺ φοροῦσε τὸ ἀπόγευμα. Ἤμασταν παγιδευμένοι καὶ τὸ ξέραμε.

Δίπλα στὸ κρεβάτι μου ὑπῆρχε ἕνα ἠλεκτρικὸ κουδούνι γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Πέτρου ἕνα τετράγωνο μακριά. Σὲ περίπτωση κινδύνου ἔπρεπε νὰ χτυπήσω παρατεταμένα τὸ κουδούνι σὰ σύνθημα γιὰ ν’ ἀνοίξει τὸ γουώκι-τώκι καὶ νὰ τοῦ δώσουμε ὁδηγίες. Τὸ εἴχαμε δοκιμάσει μέχρι ποὺ δούλευε τέλεια. Ἔσκυψα καὶ πάτησα τὸ κουδούνι δυνατὰ καὶ παρατεταμένα. Ὕστερα ἅπλωσα τὸ χέρι μου στὸ ράφι κάτω ἀπὸ τὸ κομοδίνο, γιὰ νὰ πιάσω τὸ γουώκι-τώκι. Δὲν ἦταν ἐκεῖ. Στὸ μεταξύ, εἶχε ξυπνήσει ὁ Γιώργος, ὁ δεκατετράχρονος γιός μας, καὶ εἶχε ἔρθει στὴν κρεβατοκάμαρά μας.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Γιὰ τὸ Θεό, Γιώργο», φώναξα. «Ποῦ εἶναι τὸ γουώκι-τώκι;». Ἡ πρώτη μου σκέψη ἦταν πὼς τὸ εἶχαν πάρει τὰ παιδιά. Καὶ ἦταν ἀλήθεια. Ὁ Γιώργος ἔτρεξε στὸ δωμάτιό του, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὰ χτυπήματα καὶ οἱ φωνὲς στὴν κάτω εἴσοδο πλήθαιναν, ἐγκαταλείψαμε τὴν ἐλπίδα νὰ πιάσουμε τὸν Πέτρο.

Ὁ Ἀνδρέας πῆρε τὸ πιστόλι του καὶ ἄκουσα τὸ ἀπαίσιο κλικ καθὼς τὸ ὄπλιζε. Γιὰ τελευταία φορὰ χτύπησα μὲ μανία τρεῖς φορὲς τὸ κουδούνι, ποὺ σήμαινε «βοήθεια!» καὶ οἱ δυό μας ἀρχίσαμε ν’ ἀνεβαίνουμε τὴ σκάλα ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ γραφεῖο στὸ τρίτο πάτωμα.

Ἡ ἄνοδός μας ἦταν ἐνστικτώδικη. Θέλαμε ν’ ἀπομακρυνθοῦμε ὅσο μπορούσαμε ἀπὸ τοὺς ἄντρες ποὺ ἔσπαγαν τὰ τζάμια προσπαθώντας νὰ μποῦνε μέσα. Ὑπῆρχε καὶ πάνω τηλέφωνο. Δὲν ἤξερα πῶς μὲ ἀκολουθοῦσε ὁ Γιώργος, τόσο πολὺ σκεφτόμουν τὸν Ἀνδρέα καὶ πῶς θὰ ξέφευγε ἀπὸ τὸ μπουλούκι κάτω.

Ἔπιασα τὸ τηλέφωνο καὶ μὲ δάχτυλα ποὺ ἔτρεμαν πῆρα τὸν ἀριθμὸ στὸ Καστρί, τὸ σπίτι τοῦ πεθεροῦ μου, τελευταίου πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδας. Τὸ τηλέφωνο τὸ σήκωσε ὁ σωφέρ ποὺ κοιμόταν στὸ σπίτι. Φώναξα ἑλληνικά: «Γιάννη, Γιάννη, γιὰ τὸ Θεό, στείλε βοήθεια. Σπάνε τὴν πόρτα κάτω!». Ἀπάντησε μὲ μιὰ φωνὴ ἀνενόχλητη ποὺ δὲν ὑποσχόταν τίποτα. «Στείλε μας βοήθεια. Ἀμέσως!», ξανάπα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μετὰ γύρισα στὸν Ἀνδρέα: «Ἀνδρέα, δὲ μὲ καταλαβαίνει. Μίλησέ του, μίλησέ του!».

Ὁ Ἀνδρέας πῆρε τὸ τηλέφωνο κι ἐπανέλαβε τὴν παράκλησή μου γιὰ βοήθεια. «Στείλε μας ὅ,τι ἔχεις. Καὶ γρήγορα!».

Κι ἄλλο τηλεφώνημα. Στὸν Πέτρο. Εἶχε ἀκούσει τὸ χτύπημα καὶ ντυνόταν. Τοῦ μίλησε ὁ Ἀνδρέας. «Κάνε ὅ,τι μπορεῖς», τὸν ἄκουσα νὰ λέει. «Τοὺς φίλους μας. Τὸν Πρόεδρο». (Ἔτσι ἀποκαλοῦσαν τὸν Γεώργιο Παπανδρέου). «Τὸν Γιώργο, τὸν Κώστα, τὸν Σπύρο, καὶ τοὺς ἄλλους. Κινήσου γρήγορα!».

Ὁ Πέτρος κάτι εἶπε στὸν Ἀνδρέα καὶ ἄκουσα τὸν Ἀνδρέα νὰ λέει ὅτι δὲν ἤξερε ποιός ἦταν καὶ ὅτι μποροῦσε νὰ ἦταν μιὰ δολοφονικὴ σπείρα. Ὅταν κατέβασε τὸ τηλέφωνο μοῦ εἶπε: «Ὁ Πέτρος λέει ἂν εἶναι ὁ στρατός, νὰ παραδοθῶ. Νὰ μὴ φέρω ἀντίσταση. Θὰ μὲ σκοτώσουν».

Γιὰ ἕνα λεπτὸ μείναμε ἀκίνητοι μὲ ἄσπρα χείλη, κοιτάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δὲ θέλαμε νὰ πιστέψουμε πῶς εἶχε φτάσει ἡ φοβερὴ στιγμή. Γιὰ δυὸ χρόνια σχεδὸν ζούσαμε μὲ ἀπειλές — δολοφονία, φυλακή, στρατιωτικὸ πραξικόπημα. Γιὰ δυὸ χρόνια παρὰ τοὺς κινδύνους, ὁ Ἀνδρέας εἶχε ἡγηθεῖ μιᾶς λαμπρῆς πολιτικῆς σταυροφορίας ἐνάντια στὶς δυνάμεις τῆς ἐξουσίας ποὺ νόμιζε ὅτι ἔπνιγαν τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐξέλιξη τοῦ ἔθνους, περιόριζαν τὴν ἐλευθερία τοῦ λαοῦ, καὶ διέφθειραν τὴ δημοκρατία. Εἶχε συγκρουστεῖ μὲ τὸ παλάτι, τὸ στρατό, τὴν οἰκονομικὴ ἐλίτ, καὶ τὴν Ἀμερικάνικη Πρεσβεία, ἀλλὰ ἦταν ἡ ἐλπίδα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ εἶχε ἀρνηθεῖ νὰ συμβιβαστεῖ στὸν ἀγῶνα του ἐνάντια στὸ κατεστημένο. Οἱ πεποιθήσεις του ἦταν προοδευτικές, ἑνὸς φωτισμένου δημοκράτη. Τὸ κατεστημένο τὸν παρουσίαζε σὰν κομμουνιστή, ἢ τουλάχιστον σὰ φιλοκομμουνιστή. Τώρα τὸ κατεστημένο εἶχε ἀποφασίσει νὰ χρησιμοποιήσει κάτι περισσότερο ἀπὸ ρετσινιὲς καὶ ἀπειλὲς γιὰ νὰ τὸν σταματήσει.

Ἀκούσαμε τὶς φωνὲς τῶν ἀντρῶν ποὺ εἶχαν κατακλύσει τὸ χὼλ κάτω. Γρήγορα θὰ μᾶς ἔβρισκαν. Δὲν εἶχα κἂν προσέξει τὰ πρόσωπα τῶν δυὸ πιὸ μικρῶν γιῶν μας, τοῦ Νίκου καὶ τοῦ Ἀγγέλου, ποὺ τὰ κρεβάτια τους βρίσκονταν στὸ γραφεῖο ἀπὸ τότε ποὺ εἶχαν ἔρθει οἱ γονεῖς μου ἀπὸ τὶς Ηνωμένες Πολιτεῖες.

«Πάω κάτω, Ἀνδρέα», εἶπα. Σκέφτηκα πὼς ἂν τοὺς ἀπέκρουα γιὰ λίγο, ὁ Ἀνδρέας θὰ ἔβρισκε τὸν καιρὸ νὰ τὸ σκάσει. Μιὰ τρελὴ ἐλπίδα, ἀλλὰ τί ἄλλο ἀπόμενε κάτω ἀπὸ τέτοιες περιστάσεις.

Τὸ στόμα μου ἦταν ξερὸ σὰν καψαλισμένο ξύλο, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπελπισμένη ἀνάγκη, τὸ μυαλό μου ἔγινε καθαρό. Ξεπάτητη, κατέβηκα μὲ ἀστραπιαία ταχύτητα τὶς σκάλες. Στὸ δεύτερο πάτωμα, ἀνάμεσα στὸ δεύτερο καὶ στὸ ἰσόγειο, ἀντιμετώπισα τοὺς εἰσβολεῖς. Ἦταν ἕνας στιγμιαῖος θρίαμβος γιατί δὲν ἤθελα νὰ ξέρουν πὼς ὑπῆρχε κάποιος στὸ τρίτο πάτωμα. Ἔκανα ὅτι μόλις εἶχα ξυπνήσει καὶ εἶχα βγεῖ ἀπὸ τὴν κρεβατοκάμαρά μου. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ χτύπησε τὸ τηλέφωνο, καὶ ἄκουσα νὰ διακόπτεται τὸ χτύπημα, καθὼς κοβόταν τὸ καλώδιο ἀπὸ τὸν τοῖχο.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Θέλουμε τὸν Ἀνδρέα», φώναξε ἕνας χοντρὸς μὲ κράνος καὶ στολὴ ἐκστρατείας, βάζοντάς μου ἕνα πιστόλι. Τὴν ἴδια στιγμὴ αὐτὸς καὶ δυὸ ἄλλοι ἄρχισαν νὰ μὲ σπρώχνουν πίσω στὴ σκάλα. Μ’ ἔσπρωξαν χυδαῖα — μὲ ἀγκῶνες καὶ χέρια στὸ στομάχι, στὸ στῆθος, στοὺς ὤμους. Ἔπρεπε νὰ γυρίσω ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ γιὰ νὰ μὴν πέσω καὶ ποδοπατηθῶ ἀπὸ τὴ γεμάτη νεῦρα καὶ φωνὲς συμμορία.

«Ὁ Ἀνδρέας δὲν εἶναι ἐδῶ», φώναζα.

Δὲν ἔδωσαν σημασία.

Ὅταν φτάσαμε στὸ δεύτερο πάτωμα, πῆγαν πρῶτα στὸ δωμάτιο τοῦ Γιώργη, ἀκριβῶς ἀριστερὰ στὴ σκάλα. Ἡ πόρτα ἦταν μισάνοιχτη καὶ μὲ μιὰ γρήγορη ματιὰ ἀνακάλυψαν ὅτι δὲν ἦταν κανένας μέσα. Ἡ ἄλλη πόρτα ἦταν τῆς κρεβατοκάμαρας ποὺ ἔμεναν ὁ πατέρας μου καὶ ἡ μητέρα μου. Καθὼς οἱ ἄντρες κλωτσοῦσαν τὴν πόρτα, ἡ μητέρα μου καὶ ὁ πατέρας μου ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ δωμάτιά τους μὲ τὰ νυχτικά τους, καὶ ὁ πατέρας μου φαινόταν σὰ νὰ ἤθελε νὰ τὰ βάλει μὲ ὅλους τοὺς στρατιῶτες. «Τί στὸ διάολο θέλετε ἐδῶ;» φώναξε, κι ἔκανε μιὰ κίνηση πρὸς τὸ ὅπλο καὶ τὴν ξιφολόγχη ποὺ τοῦ εἶχαν προταθεῖ.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ἔβαλα τὶς φωνές: «Αὐτοὶ εἶναι ἡ μητέρα μου καὶ ὁ πατέρας μου. Δὲ μιλᾶνε ἑλληνικά. Ἀφῆστε τους ἥσυχους! Εἶναι Ἀμερικανοί!». Προσπάθησα νὰ τοὺς τρομάξω. Ἀμερικανοί! Ἀφεντάδες καὶ ὑποστηρικτὲς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Τότε δὲν ἤξερα ἂν ἐπρόκειτο γιὰ πραξικόπημα ἢ μιὰ παρακρατικὴ ὀργάνωση ποὺ ἤθελε νὰ πιάσει τὸν Ἀνδρέα.

«Μπαμπά», εἶπα, «μὴν κάνεις τίποτα. Θὰ μᾶς σκοτώσουν ὅλους». Ὁ πατέρας μου ποὺ ὑπηρέτησε στὸ Ναυτικὸ στὸν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο εἶναι ἄφοβος. Δύο φορὲς διοικητὴς τῆς ἀμερικανικῆς λεγεώνας THB POST 187 στὸ Ἔλμχερστ, Ἰλλινόις, πίστευε ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ἔχουν ἄδικο, ὅτι ὁ πόλεμος κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ ἦταν ὁ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς ἀμερικανικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, καὶ ὅτι ὅποιος δὲ λογάριαζε τὶς διαταγὲς τῆς ἀμερικανικῆς κυβέρνησης θὰ ἔπρεπε νὰ μπεῖ στὴ φυλακή. Κι ὅμως τὰ ὅπλα ποὺ εἶχαν στραφεῖ ἐναντίον μας ἦταν ἀμερικάνικα, καὶ ἤξερε πὼς κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν ἦταν κομμουνιστής. Ἀργότερα ἔμαθα ὅτι ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ κατέβηκε κάτω σὰν ἄκουσε τοὺς στρατιῶτες ποὺ ἔσπαγαν τὴν πόρτα γιὰ νὰ μποῦν μέσα. Καθὼς φώναζαν γιὰ ν’ ἀνοίξει ἡ πόρτα, φώναξε: «Δὲν ἔχω κλειδί», μετὰ ἔκλεισε τὴν πόρτα ἀνάμεσα στὸ ἔξω χὼλ καὶ τὴν κουζίνα, καὶ πῆγε πάνω γιὰ νὰ βοηθήσει τὴ μητέρα μου νὰ σηκωθεῖ. Εὐτυχῶς, δὲν εἶχε πιστόλι στὸ δωμάτιό του. Νομίζω πὼς θὰ τὸ εἶχε χρησιμοποιήσει.

Στὸ μεταξύ, οἱ ἄντρες ἔμπαιναν στὶς κρεβατοκάμαρες σὰν κυνηγόσκυλα ψάχνοντας τὸ θήραμα. Πῆγαν στὸ δωμάτιό μας, ἔψαξαν καὶ γύρισαν. Πῆγαν στὸ δωμάτιο τῆς κόρης μου, ὅπου ἡ Σοφία καὶ ἡ μητέρα τοῦ Ἀνδρέα εἶχαν χωθεῖ τρέμοντας στὰ κρεβάτια τους. Ἀναποδογύρισαν τὸ ράντζο τῆς Σοφίας, καὶ ἀφοῦ τὴν πέταξαν στὸ πάτωμα, αὐτὴ ἔτρεξε καὶ τρύπωσε στῆς πεθερᾶς μου τὸ κρεβάτι κατατρομαγμένη. Στὸ τέλος, ὁ ἐπικεφαλὴς ἔστειλε πάνω δυὸ στρατιῶτες. «Μὴν πειράξετε τὰ παιδιά!», φώναξα.

«Ὅσο περίμενα τοὺς στρατιῶτες νὰ γυρίσουν ἔλεγα: «Ὁ Ἀνδρέας δὲν εἶναι ἐδῶ. Εἶναι στὸ Καστρί. Γιατί δὲ μὲ ἀκοῦτε;».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οἱ στρατιῶτες κατέβηκαν, χωρὶς τὸν Ἀνδρέα. Βρισκόμουν σὲ ἀμηχανία. Εἶχε βρεῖ τὸν τρόπο νὰ τὸ σκάσει; Ἡ μόνη πλευρὰ ποὺ δὲ φαινόταν ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ σπίτι, ἦταν ἕνας κατακόρυφος, ἴσος τοῖχος τριῶν ὀρόφων ἀπὸ τὴν πάνω ταράτσα. Τὸ σπίτι πάντως ἦταν σίγουρα περικυκλωμένο. Ὅταν τὸν ἄφηνα, ἐκεῖνος ἄνοιγε τὶς πόρτες τοῦ γραφείου ποὺ πήγαιναν στὴν ταράτσα. Τί τοῦ εἶχε συμβεῖ; Ποῦ ἦταν;

Ἔνιωσα μιὰ ἀμυδρὴ ἐλπίδα. Στὸ μεταξύ, εἴχαμε συγκεντρωθεῖ στὸ χὼλ τοῦ δεύτερου πατώματος. Μᾶς φύλαγαν τέσσερις ἄντρες μὲ ὅπλα καὶ ξιφολόγχες. Εἶπα σὲ κάποιον ποὺ εἶχε τὸ ὅπλο του κατὰ πάνω μου: «Γιατί τὸ κάνεις αὐτό; Δὲν ἔχουμε ὅπλα. Δὲ βλέπεις; Τί μᾶς ἔχεις κάτω ἀπὸ τὴ μπούκα τοῦ τουφεκιοῦ;».

Κατάλαβε πῶς μιλοῦσα τὰ ἑλληνικὰ μὲ κάποια προφορά, ἢ ἴσως νὰ ἤξερε πὼς ἤμουν Ἀμερικανίδα. Ἦταν εἴκοσι χρόνων τὸ πολύ, ψηλὸς καὶ λεπτός, μὲ ἀνέκφραστα γκρίζα μάτια καὶ περιφρονητικὸ βλέμμα.

«Γιατί μᾶς ἀρέσει, μαντάμ», εἶπε μὲ βαριὰ ἀγγλικά.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ὁ ἐπικεφαλὴς ξαφνιάστηκε στὴν κρεβατοκάμαρά μας καὶ πάλι, μετὰ ξαναφάνηκε ξαφνικὰ καὶ δείχνοντάς με εἶπε: «Θὰ τὴν πάρουμε!».

Ὡραῖα. Ὁ Ἀνδρέας θὰ μποροῦσε, ἁπλῶς θὰ μποροῦσε, νὰ βρεῖ τὴν εὐκαιρία, ἂν μ’ ἔπαιρναν «ὄμηρο» κι ἔφευγαν ὅλοι, νὰ τὸ σκάσει. Ἐκείνη τὴ στιγμή, ἀνέβηκαν πάνω μερικοὶ στρατιῶτες τραβώντας τὸ Μανώλη, τὸ νυχτερινό μας φύλακα, μαζί τους. Ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ στόματός του ἔσταζε αἷμα.

«Τὴ μιὰ στιγμὴ λέει ὅτι ὁ Ἀνδρέας δὲν εἶναι ἐδῶ καὶ τὴν ἄλλη λέει ὅτι εἶναι», ἔδωσε ἀναφορὰ μὲ δυνατὴ φωνὴ ἕνας στρατιώτης στὸ λοχαγό.

«Ἐντάξει», εἶπε ὁ λοχαγός. Γύρισε πρὸς τὰ μένα: «Τί λέτε ἐσεῖς γι’ αὐτό;», μοῦ πέταξε.

«Ἂν τὸ βούλωνες καὶ σταματοῦσες νὰ φωνάζεις, θὰ σοῦ ἔλεγα ποῦ εἶναι ὁ Ἀνδρέας», ἀπάντησα.

Γιὰ μιὰ στιγμὴ φάνηκαν πὼς μὲ πίστεψαν, σὰ νὰ εἶχα τελικὰ ἀποφασίσει ἀπὸ τὸ φόβο μου νὰ φανερώσω τὴν κρυψώνα τοῦ Ἀνδρέα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Πῆγε στὸ Καστρί. Εἶναι μαζὶ μέ…», ἐπανέλαβα.

«Θὰ ψάξουμε πάλι», εἶπε ὁ ἐπικεφαλὴς καὶ ἄρχισαν σχίζοντας μιὰ πλαστικὴ ντουλάπα ποὺ βρισκόταν στὸ χὼλ. Μετὰ εἶδαν μιὰ κλειστὴ ντουλάπα. Αὐτὴ τὴ μεταχειριζόταν ἡ πεθερά μου πού, ἐπειδὴ ὑποψιαζόταν τὶς ὑπηρέτριες, τὴν κλείδωνε πάντα.

«Σπάσ’ την», ἀκούστηκε μιὰ βραχνὴ φωνὴ ποὺ οὐρλιαζε. Ἡ ὑστερία ὅλο καὶ μεγάλωνε.

«Ὄχι», εἶπε ἡ πεθερά μου ἀναπάντεχα. «Ἔχω κλειδί». Αὐτό μοῦ φάνηκε ἄτοπο ἐκείνη τὴ στιγμή, ἀλλὰ οἱ στρατιῶτες δίστασαν ὅσο ἐκείνη ἔψαχνε γιὰ τὸ κλειδὶ στὸ κίτρινο κουτί ἀπὸ πίσω μου στὸ χὼλ. Ἀνησυχούσα θέλοντας νὰ δώσω καιρὸ στὸν Ἀνδρέα νὰ τὸ σκάσει, καὶ προτιμοῦσα νὰ σπάσουν τὴν πόρτα. Καθὼς ἔψαχνε γιὰ τὰ κλειδιά, ἔβαλα τὸ χέρι μου στὸ δικό της καὶ προσποιήθηκα ὅτι τὴ βοηθοῦσα. Τῆς ἔσφιξα δυνατὰ τὸ χέρι καὶ τὴν ἐμπόδισα νὰ τραβήξει τὰ κλειδιά, ποὺ ἦταν κρυμμένα κάτω ἀπὸ κάτι ἐσώρουχα τῆς Σοφίας.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε τὰ κλειδιά», εἶπα.

Μόλις τ’ ἄκουσαν, ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ νέους στρατιῶτες πῆρε τὴν ξιφολόγχη του καὶ ἄρχισε νὰ σπάει τὴν πόρτα τῆς ντουλάπας. Ἡ κλειδαριὰ ἄνοιξε μέσα σὲ λίγα λεπτά, καὶ μετὰ ἔσχισε μὲ τὴν ξιφολόγχη τὰ ροῦχα ποὺ κρέμονταν στὴ ντουλάπα. Ἂν εἶχε κρυφτεῖ ἐκεῖ ὁ Ἀνδρέας θὰ εἶχε γίνει κομμάτια.

Γιὰ κάποιο ἄγνωστο λόγο, ἕνας ἄλλος στρατιώτης ἄρχισε νὰ τραβάει τὰ συρτάρια τοῦ κομοῦ ὅπου ἦταν κρυμμένα τὰ κλειδιά. Ἡ Σοφία, ποὺ εἶχε καταφέρει νὰ ξαναβρεῖ τὴ φωνή της, εἶπε σαρκαστικά, «Νομίζετε πὼς θὰ βρεῖτε ἐκεῖ τὸν μπαμπά μου;».

Στὸ μεταξύ καὶ ἄλλοι ἄντρες μὲ στολὴ ἐκστρατείας εἶχαν ἀνέβει πάνω. Ὁ λοχαγὸς μὲ στολὴ «εἰδικῶν δυνάμεων» καὶ μαῦρο μπερὲ ἔδινε διαταγές. «Ἐσεῖς οἱ δυὸ σ’ αὐτὴ τὴν κρεβατοκάμαρα, ἐσεῖς οἱ δυὸ ἐκεῖ. Ἐλᾶτε μαζὶ μου», φώναξε σὲ τέσσερις ἄλλους καὶ ἄρχισαν ν’ ἀνεβαίνουν στὸ τρίτο πάτωμα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εἶχε φτάσει, λοιπόν, ἡ στιγμή.

Τοὺς ἀκολούθησα.

Ὅταν ἔφτασα στὸ κεφαλόσκαλο, εἶδα τὸ λοχαγὸ νὰ κλωτσάει τὶς κλειστὲς πόρτες ποὺ ἔβγαζαν στὴ βεράντα γιὰ νὰ τὶς ἀνοίξει. Ἔτρεξα νὰ βγῶ μαζὶ τους. Στριμωγμένος στὴ γωνία τῆς βεράντας βρισκόταν ὁ γιός μου ὁ Γιώργος. Ὅπως ἀποκαλύφτηκε ἀργότερα, εἶχε πάει στὴ βεράντα μὲ τὸν πατέρα του καὶ ἦταν ὁ μόνος τρόπος γιὰ τὸν Ἀνδρέα ν’ ἀνεβεῖ στὴν ταράτσα τοῦ γραφείου, ἀφοῦ ὁ τοῖχος ἦταν τὸ λιγότερο 4-5 μέτρα ψηλός. Ἀφοῦ ἔσπρωξε τὸν πατέρα του πάνω, τοῦ ἦταν ἀδύνατο ν’ ἀνέβει καὶ ὁ ἴδιος, καὶ εἶχε προσπαθήσει νὰ κατέβει στὴ βεράντα τοῦ δεύτερου πατώματος, ἀκριβῶς ἔξω ἀπὸ τὴν κρεβατοκάμαρά μας. Σύμφωνα μὲ τὸν Γιώργο, τὴ στιγμὴ ποὺ ἔβαλε τὸ πόδι του στὸ κιγκλίδωμα, πετάχτηκαν ἀπὸ τὶς πόρτες τῆς κρεβατοκάμαρας δυὸ στρατιῶτες γιὰ νὰ ψάξουν τὸ μικρὸ μπαλκόνι, καὶ τραβήχτηκε πίσω γιὰ νὰ μὴν τὸν δοῦν. Μετὰ προσπάθησε νὰ ἔρθει σὲ μένα κάτω γυρίζοντας μέσα ἀπὸ τὸ γραφεῖο ἀλλὰ τὰ δυὸ παιδιά ποὺ ἦταν ἀκόμα στὸ κρεβάτι, βλέποντάς τον νὰ βάζει τὸ κεφάλι του στὸ γραφεῖο, τοῦ ἔκαναν νόημα νὰ φύγει, πιθανὸ νὰ νόμιζαν ὅτι κινδύνευε, ἢ ἴσως χωρὶς νὰ σκέφτονται τίποτα. Ὁ σκοπός του ἦταν νὰ μὴν ἐκθέσει τὸν πατέρα του. Ὅταν καμιὰ ἔξοδος δὲν ἦταν πιθανή, πῆγε στὴ μιὰ γωνία τῆς βεράντας, στάθηκε καὶ περίμενε. Ἀργότερα μοῦ εἶπε ὅτι μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἔφτασαν οἱ στρατιῶτες ἦταν κατατρομαγμένος. Ὅταν ἔφτασαν, τοῦ ἔφυγε ὁ φόβος.

Ὅταν βρῆκαν τὸν Γιώργο, ἕνας ἔβαλε τὸ ὅπλο στὸ κεφάλι του καὶ φώναξε, «Πές μας ποῦ εἶναι ὁ πατέρας σου, ἀλλιῶς θὰ σὲ σκοτώσουμε!»

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Δὲν ξέρω», ἀπάντησε ὁ Γιώργος.

Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω, ξαπλωμένος μπρούμυτα, μὲ τὸ πιστόλι στὸ χέρι ἦταν ὁ πατέρας του, ποὺ προσπαθοῦσε ν’ ἀποφασίσει ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ πολεμήσει (καὶ νὰ σκοτωθεῖ), νὰ περιμένει ἢ νὰ παραδοθεῖ.

Ὅταν ἄκουσε ὅτι ἀπειλοῦσαν τὸ γιό του, πῆρε τὴν ἀπόφασή του. Ἤθελα νὰ βρῶ τρόπο νὰ τοῦ πῶ νὰ μείνει ἐκεῖ ποὺ ἦταν·
νόμιζα ὅτι ὑπῆρχαν ἀκόμα ἐλπίδες νὰ τὸ σκάσουμε ὅλοι μας ἀβλαβεῖς. Ἀλλὰ ἡ γλῶσσα μου εἶχε κολλήσει στὸν οὐρανίσκο, καὶ φοβήθηκα πὼς ἂν φώναζα κάτι στ’ ἀγγλικά, θὰ προκαλοῦσα μᾶλλον τὴν ὑποψία παρὰ θὰ βοηθοῦσα.

Ὁ Ἀνδρέας σηκώθηκε, μὲ τὰ χέρια λίγο ψηλά, καὶ εἶπε. «Μὴν πυροβολεῖτε, κατεβαίνω». Ἦταν ἕνα ἄσπρο φάντασμα σὲ μιὰ μαύρη, μαύρη νύχτα. Φαινόταν ἔξω μέτρα ψηλός, ἕνας γίγαντας ἀπὸ τὸ ὑπερπέραν, ποὺ εἶχε προσγειωθεῖ στὴν ταράτσα καὶ τώρα πέταζε τὴ γῆ κάτω. Ἡ εἰκόνα ἦταν φοβερὴ καὶ ἔντονη καὶ φοβόμουν γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ θὰ εἶχε στὴ νευρικὴ στρατιωτικὴ ὁμάδα. Νόμισα πὼς θὰ τὸν πυροβολοῦσαν.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ὁ λοχαγὸς ἔχασε τὴν ψυχραιμία του ὅταν εἶδε τὸ σηκωμένο κορμί. «Πιάστε τον, πιάστε τον!» φώναξε σ’ ἕνα στρατιώτη, καὶ αὐτὸς ἔκανε μιὰ ἀπελπισμένη προσπάθεια ν’ ἀναρριχηθεῖ στὸν κατακόρυφο τοῖχο. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ λοχαγὸς φώναξε στὸν Ἀνδρέα, «Πήδα, ἀλλιῶς θὰ πυροβολήσω».

Ἤμουν βέβαιη πιά ὅτι θὰ πυροβολοῦσε.

«Ἀνδρέα πήδα», φώναξα κι ἐγώ.

Ὁ Ἀνδρέας πέταξε τὸ πιστόλι του ποὺ ἔπεσε στ’ ἀριστερά μου καὶ χτύπησε τὰ πλακάκια τῆς βεράντας. Μετὰ πήδηξε, κι ἔπεσε μπροστά μου, σχεδὸν στὴν ἀγκαλιά μου. Εἶχε κόψει ἄσχημα τὸ γόνατό του ἀπὸ τὸ πέσιμο πάνω σ’ ἕνα ἀνώμαλο γυαλὶ ἀπὸ μιὰ ἐξωτερικὴ λάμπα. Ἄπλωσα τὰ χέρια μου γιὰ τὸ βοηθήσω, ἀλλὰ κάποια ἄλλα χέρια τὸν σήκωσαν στὰ πόδια του καὶ μὲ σπρωξιὲς γεμάτες κακία τὸν ἔσπρωξαν πρὸς τὴν πόρτα τῆς ταράτσας. Καθὼς κατρακυλοῦσαν κατεβαίνοντας τὴ σκάλα, τοὺς εἶπε, «Ἀφῆστε με νὰ βάλω τὰ ροῦχα μου». Τὸν ἀκολούθησαν στὴν κρεβατοκάμαρά μας. Προσπάθησα νὰ περάσω μέσα ἀπὸ ἕνα φράγμα χεριῶν, ἀλλὰ ἔμεινα ἐκεῖ χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ κάνω τίποτα ἐνῶ ἔβλεπα τὸ αἷμα νὰ τρέχει ἀπὸ τὸ γόνατό του. «Μπάσταρδοι!» φώναξα, ἀλλὰ δὲν ἄκουσε κανείς. Ἔβαλε τὸ παντελόνι του, ἀλλὰ προτοῦ προλάβει νὰ βάλει τὰ παπούτσια του, ἄρχισαν νὰ τὸν σπρώχνουν πρὸς τὴν πόρτα τῆς κρεβατοκάμαρας. Πῆρα τὰ παπούτσια καὶ τὶς κάλτσες του, καὶ ἀκολούθησα τοὺς στρατιῶτες ποὺ τὸν εἶχαν συλλάβει. Θὰ ἦταν τώρα δεκαπέντε περίπου, προσπαθώντας νὰ πλησιάσω τὸν Ἀνδρέα. Στὸ τέλος ἔδωσα τὰ παπούτσια καὶ τὶς κάλτσες σ’ ἕνα στρατιώτη, ποὺ τὰ πῆρε.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Καθὼς τὸν ἔσπρωχναν στὴν πόρτα, τὸν ἄκουσα νὰ ρωτάει τὸ λοχαγό. «Ποῦ μὲ πᾶτε;» καὶ ὁ λοχαγὸς ἀπάντησε, μὲ κατακόκκινο πρόσωπο καὶ φωνὴ ποὺ τοῦ ἔξυνε τὸ λαρύγγι, «Ἔχουμε λογαριασμοὺς μαζί σου, κ. Ἀνδρέα», κι ἐξαφανίστηκαν ἀπὸ τὴν πόρτα.

Γιὰ κάποιο λόγο, ὅταν ἔφτασα ἡ ἴδια στὴν πόρτα, ἀφοῦ μὲ
εἶχαν σπρώξει στὴν ἄκρη οἱ στρατιῶτες, τὴ βρῆκα κλειδωμένη. Δὲν ξέρω ἂν ὁ τελευταῖος στρατιώτης γύρισε τὴν κλειδαριά, ἢ ἂν προσπάθησα νὰ τὴν ἀνοίξω, κι ἐπειδὴ δὲν τὰ κατάφερα ἀμέσως, νόμισα ὅτι ἦταν κλειδωμένη. Ὅλα ποὺ θυμᾶμαι εἶναι πὼς στεκόμουν στὸ σιδερένιο κιγκλίδωμα, μὲ τὰ γυμνά μου πόδια κομμένα ἀπὸ τὰ σπασμένα γυαλιά, καὶ πιασμένη ἀπὸ δυὸ κάγκελα σὰν τοὺς φυλακισμένους, ἔλεγα μὲ παρακλητικὴ φωνὴ στοὺς τελευταίους στρατιῶτες ποὺ ἔστριβαν στὸ δρόμο, «Σᾶς παρακαλῶ ἀφῆστε με νὰ μιλήσω στὸν ἄντρα μου. Θέλω νὰ τοῦ πῶ κάτι». Δυὸ στρατιῶτες κοίταξαν πίσω, καὶ ἀργότερα, ὅταν θυμόμουν τὰ πρόσωπά τους ἤμουν σίγουρη πὼς εἶχαν δείξει κάποια συμπάθεια στὴν ἔκκλησή μου. Καὶ αὐτοί, ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι ἀπὸ μᾶς, εἶχαν πιαστεῖ ἀπὸ μιὰ σιδερένια ἀράχνη γιὰ τὴν ὁποία δὲν ξέραμε τίποτα, καὶ δὲν μπορούσαμε νὰ κάνουμε τίποτα.

Ἤθελα νὰ μιλήσω στὸν ἄντρα μου. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ ὅτι τὸν ἀγαποῦσα, ὅτι ὅλα θὰ πήγαιναν καλά, ὅτι θ’ ἀγωνιζόμουν γι’ αὐτόν. Ἀλλὰ ταυτόχρονα, ἔβλεπα τὸ κορμί του τρυπημένο ἀπὸ τὶς σφαῖρες, παραχωμένο στὸ οἰκόπεδο στὴ γωνία, πέρα ἀπὸ ὁποιαδήποτε βοήθεια μου, ἢ τὴ βοήθεια ὁποιουδήποτε ἄλλου. Ἡ παρατήρηση τοῦ λοχαγοῦ, «ἔχουμε λογαριασμοὺς μαζί σου», ἠχοῦσε καὶ ξαναηχοῦσε μέσα στὸ κουλουριασμένο μου μυαλὸ σὰ νὰ ἐπιβεβαίωνε τοὺς χειρότερους φόβους μου.

Ἄρχισα νὰ φωνάζω ἐκτὸς ἑαυτοῦ, «Θὰ τὸν σκοτώσουν! Θὰ τὸν σκοτώσουν! Δὲν καταλαβαίνετε;»

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ἡ μητέρα μου μ’ ἔπιασε σφιχτά, τὰ χέρια της σωστὴ μέγγενη γύρω ἀπὸ τὸ κορμί μου καθὼς προσπαθοῦσα νὰ βγῶ τρέχοντας ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα, νὰ φωνάξω, νὰ οὐρλιάξω, νὰ ξυπνήσω τὸν κόσμο.

«Ὄχι, Μαργαρίτα· ὄχι», εἶπε. «Δὲ θὰ τὸν σκοτώσουν».

Θύμωσα μαζί της. Δὲν καταλάβαινε; Δὲν ἤξερε τί καὶ ποιοί ἦταν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; Δὲν ἤξερε ὅτι τὸ παλάτι μισοῦσε τὸν Ἀνδρέα, ὅπως καὶ ἡ Δεξιά, οἱ μυστικὲς ὑπηρεσίες, καὶ πὼς μῆνες τώρα ἔψαχναν νὰ βροῦν τρόπο νὰ τὸν σκοτώσουν;

Τότε εἶδα τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν μου. Ἦταν ἄσπρα ἀπὸ τὸν τρόμο, καὶ τὰ μάτια τους μὲ κοίταζαν μ’ ἕνα φόβο ζωώδικο. Τὸ μόνο ποὺ μπόρεσα νὰ πῶ ἦταν, «Ὦ Θεέ μου, Θεέ μου», καὶ σωριάστηκα σὲ μιὰ καρέκλα τοῦ χὼλ.

«Δὲ θὰ τὸν σκοτώσουν, μαμά, δὲ θὰ τὸν σκοτώσουν», εἶπε ὁ Νικολάκης.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Μὴ μοῦ μιλᾶς», ἔκανα.

Σὲ λίγα λεπτὰ ἤμουν καὶ πάλι ὄρθια κι ἔτρεχα στὴν πόρτα τῆς εἰσόδου. Ἔβαλα τὶς φωνὲς ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ σιδερένια κάγκελα, «Βοήθεια, βοήθεια! Πῆραν τὸν Ἀνδρέα!». Καμιὰ ἀπάντηση.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 



Πηγή: www.iefimerida.gr