Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου υποστηρίζει ότι ανώτατοι αξιωματούχοι του ισραηλινού στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας επέλεξαν σκόπιμα να μην τον ξυπνήσουν τις κρίσιμες ώρες πριν από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, μιλώντας την Τρίτη σε ζωντανή μετάδοση στο Instagram, υποστήριξε ότι εάν είχε ενημερωθεί εγκαίρως, θα είχε θέσει σε συναγερμό ολόκληρο τον στρατό, θα είχε δώσει εντολή στην Πολεμική Αεροπορία να είναι έτοιμη να χτυπήσει και θα είχε διατάξει να σκοτωθεί οποιοσδήποτε επιχειρούσε να πλησιάσει τα σύνορα από τη Γάζα.
«Θα είχα ξυπνήσει όλες τις κοινότητες, θα είχα ξυπνήσει όλους τους υπεύθυνους ασφαλείας και θα είχα πει στην Πολεμική Αεροπορία να είναι έτοιμη να χτυπήσει και να σκοτώσει οποιονδήποτε πλησίαζε τον φράχτη», ανέφερε, όπως μεταδίδουν ισραηλινά ΜΜΕ.
Μάλιστα, όπως τονίζεται στο σχετικό δημοσίευμα των Times of Israel, ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι θα μπορούσε να είχε ακυρώσει ακόμη και το μουσικό φεστιβάλ Nova, όπου σκοτώθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι κατά την επίθεση. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν υποστηρίζει πως δεν θα υπήρχαν καθόλου διεισδύσεις από τη Γάζα.
«Δεν σας λέω ότι κάποιοι [εισβολείς] δεν θα περνούσαν τον φράχτη», είπε, προσθέτοντας ότι «είναι τόσο προφανές» πως πολλά από όσα συνέβησαν θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί.
Νετανιάχου: «Γνώριζαν ότι θα κινητοποιούσα ολόκληρο τον στρατό»
Οι νέες δηλώσεις του Νετανιάχου αποτελούν μετατόπιση σε σχέση με προηγούμενες τοποθετήσεις του, στις οποίες υποστήριζε ότι τα γεγονότα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά εάν είχε ξυπνήσει πριν από την έναρξη της επίθεσης.
Τώρα προχωρά ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι οι αξιωματούχοι ασφαλείας σκόπιμα απέφυγαν να τον ενημερώσουν, επειδή φοβούνταν ότι μια ευρεία ισραηλινή κινητοποίηση θα μπορούσε να προκαλέσει ακριβώς την επίθεση που πίστευαν ότι δεν θα πραγματοποιούνταν
Σε δηλώσεις του σε podcast τη Δευτέρα, αλλά και σε συνέντευξή του στο φιλοκυβερνητικό Channel 14 την Κυριακή, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός ανέφερε ότι υπήρχαν «αναρίθμητες ενδείξεις» πως η Χαμάς ετοιμαζόταν να επιτεθεί. Κατά τον ίδιο, τις ενδείξεις αυτές είχαν αντιληφθεί ο τότε αρχηγός του IDF Χέρτσι Χαλεβί, ο τότε επικεφαλής της Σιν Μπετ, Ρόνεν Μπαρ και ο τότε επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών Αχαρόν Χαλίβα.
Το κρίσιμο όριο της κλιμάκωσης
Ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι οι τρεις αξιωματούχοι πίστευαν πως η Χαμάς είχε αποτραπεί από το να προχωρήσει σε μια τέτοια κλιμάκωση και δεν θα προχωρούσε σε επίθεση. Ειδικά για τον Μπαρ, ισχυρίστηκε ότι επιδίωκε να διατηρήσει ένα διακριτικό, μεσαίο επίπεδο ετοιμότητας, αποφεύγοντας ευρύτερες στρατιωτικές ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κλιμάκωση.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ακόμη ότι οι αξιωματούχοι θεωρούσαν τον ίδιο «majnun», δηλαδή «τρελό» στα αραβικά, και γι’ αυτό δεν τον ξύπνησαν.
«Και είπαν ότι αυτό θα προκαλούσε επίθεση ή ανταλλαγή πυρών με τη Χαμάς και ότι αυτό έπρεπε να αποτραπεί. Αν με είχαν ξυπνήσει, όλα θα ήταν διαφορετικά. Αυτή είναι η ιστορία της 7ης Οκτωβρίου», δήλωσε.
Τι έχουν πει οι υπηρεσίες ασφαλείας
Οι τότε επικεφαλής των ισραηλινών υπηρεσιών ασφαλείας έχουν υποστηρίξει ότι, με βάση τις πληροφορίες που είχαν στη διάθεσή τους εκείνη τη νύχτα, δεν εκτίμησαν ότι επίκειται μεγάλης κλίμακας επίθεση της Χαμάς.
Παράλληλα, το γραφείο του Νετανιάχου είχε παραδεχθεί πέρυσι ότι ο αξιωματικός πληροφοριών του πρωθυπουργού είχε λάβει υπόμνημα του IDF, περίπου τρεις ώρες πριν από την εισβολή, σχετικά με ύποπτη δραστηριότητα της Χαμάς. Το υπόμνημα, ωστόσο, δεν διαβιβάστηκε στον πρωθυπουργό, καθώς δεν είχε χαρακτηριστεί επείγον.
Ο Νετανιάχου επιμένει ότι τα πρωτόκολλα και τα στοιχεία εκείνης της νύχτας, όταν δημοσιοποιηθούν, θα δικαιώσουν την εκδοχή του.
«Αν νομίζετε ότι υπερβάλλω, περιμένετε να δείτε», ανέφερε, προσθέτοντας ότι εάν είχε ενημερωθεί, «αυτή η εισβολή της 7ης Οκτωβρίου δεν θα είχε συμβεί».
Οι δηλώσεις της Σάρα Νετανιάχου και οι εκλογές
Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού ήρθαν την ίδια περίοδο με νέες αμφιλεγόμενες δηλώσεις της συζύγου του, Σάρα Νετανιάχου, η οποία σε συνέντευξή της στο Channel 14 άφησε να εννοηθεί, χωρίς να παρουσιάσει στοιχεία, ότι ο αρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος Γιαΐρ Γκολάν γνώριζε εκ των προτέρων για την επίθεση της Χαμάς.
Ο Γκολάν, πρώην υπαρχηγός του ισραηλινού γενικού επιτελείου, δήλωσε ότι θα προσφύγει στη δικαιοσύνη για συκοφαντική δυσφήμηση εάν η Σάρα Νετανιάχου δεν ζητήσει συγγνώμη. Εκείνη αρνήθηκε να το πράξει.
Σύμφωνα με τα ισραηλινά δημοσιεύματα, στη συνέντευξη της Σάρα Νετανιάχου παρευρισκόταν και ο Τοπάς Λουκ, ανώτερος σύμβουλος του πρωθυπουργού, ενώ το Λικούντ φέρεται να απαίτησε και να έλαβε το πλήρες, αμοντάριστο υλικό πριν από τη μετάδοση της συνέντευξης, μετά το σάλο που προκλήθηκε καθώς η χώρα βρίσκεται και σε προεκλογική περίοδο εν όψει της κάλπης της 27ης Οτκωβρίου.
Αργότερα την Τρίτη, ο Νετανιάχου επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από οποιαδήποτε κατηγορία περί «προδοσίας», υποστηρίζοντας ότι ούτε ο ίδιος ούτε η σύζυγός του κατηγορούν τους αξιωματούχους ασφαλείας για προδοσία, αλλά για «αποτυχία».
Παράλληλα, επανέλαβε την κριτική του για το γεγονός ότι δεν ξύπνησαν τον πρωθυπουργό και δεν εξαπέλυσαν προληπτικό χτύπημα εναντίον της Χαμάς, υποστηρίζοντας ότι «όλα τα σημάδια ήταν εκεί».
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιχείρησε επίσης να αποστασιοποιηθεί από την προπολεμική εκτίμηση ότι η Χαμάς ήταν πρακτικά εξουδετερωμένη. «Δεν υπήρξε ποτέ υποτίμηση από την πλευρά μου», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι το να υποτιμά κανείς την επιθυμία της Χαμάς να καταστρέψει το Ισραήλ αποτελεί «αποσύνδεση από την πραγματικότητα».















