Οι πιθανότητες διαζυγίου διαφέρουν από κλάδο σε κλάδο, με ορισμένα επαγγέλματα να εμφανίζουν ποσοστά διάλυσης γάμων σχεδόν τριπλάσια από άλλα.
- Επαγγέλματα όπως των επιστημόνων και γιατρών καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά διαζυγίων. Κοινά χαρακτηριστικά τους είναι η υψηλή εξειδίκευση, η πολυετής εκπαίδευση, η σταθερότητα και οι καλύτερες οικονομικές απολαβές, παράγοντες που ευνοούν τη συζυγική σταθερότητα.
- Στον αντίποδα, επαγγέλματα όπως των τηλεφωνικών πωλητών, των οδηγών λεωφορείων και του βοηθητικού υγειονομικού προσωπικού εμφανίζουν ποσοστά διαζυγίων που αγγίζουν το 50%. Η εργασία σε βάρδιες, το στρες και τα ακανόνιστα ωράρια επιβαρύνουν σημαντικά τις σχέσεις.
- Ο κλάδος της υγείας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς γιατροί και χειρουργοί έχουν χαμηλά ποσοστά διαζυγίων, ενώ βοηθοί φροντίδας και νοσηλευτές καταγράφουν από τα υψηλότερα. Η διαφορά έγκειται στην εργασιακή αυτονομία, το εισόδημα και τις συνθήκες εργασίας.
- Οι αριθμοί δεν προκαθορίζουν την τύχη ενός γάμου, αλλά αναδεικνύουν πως παράγοντες όπως η οικονομική ασφάλεια, ο έλεγχος του ωραρίου και το επίπεδο στρες επηρεάζουν καθοριστικά την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.
Η επιτυχία ενός γάμου εξαρτάται από δεκάδες παράγοντες: τον χαρακτήρα των συντρόφων, τις οικονομικές συνθήκες, τις οικογενειακές υποχρεώσεις, ακόμη και την τύχη. Ωστόσο, μια νέα ανάλυση που βασίζεται σε στοιχεία της Αμερικανικής Κοινοτικής Έρευνας (American Community Survey) αναδεικνύει έναν παράγοντα που συχνά παραβλέπεται: το επάγγελμα. Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι πιθανότητες διαζυγίου διαφέρουν εντυπωσιακά από επαγγελματικό κλάδο σε κλάδο, με ορισμένα επαγγέλματα να εμφανίζουν ποσοστά διάλυσης γάμων σχεδόν τριπλάσια από άλλα.
Η έρευνα, που συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε στοιχεία από περισσότερα από 500 διαφορετικά επαγγέλματα, αποκαλύπτει μια εικόνα γεμάτη αντιθέσεις. Στη μία άκρη βρίσκονται επαγγελματικές ομάδες όπου το διαζύγιο αποτελεί σχετικά σπάνιο φαινόμενο. Στην άλλη, εργαζόμενοι που φαίνεται να αντιμετωπίζουν σημαντικά μεγαλύτερες δυσκολίες στη διατήρηση μιας μακροχρόνιας σχέσης.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα αφορά τους ειδικούς που ασχολούνται με τη στατιστική ανάλυση κινδύνων για ασφαλιστικές εταιρείες και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Το ποσοστό διαζυγίων σε αυτό το επάγγελμα ανέρχεται μόλις στο 14,2%, το χαμηλότερο από κάθε άλλο επάγγελμα που καταγράφηκε. Ακολουθούν οι επιστήμονες, οι επιστήμονες πληροφορικής, οι προγραμματιστές λογισμικού, οι φυσικοθεραπευτές και οι γιατροί, με ποσοστά που κινούνται γύρω στο 17% έως 20%.
Η εικόνα αυτή δεν θεωρείται τυχαία. Οι περισσότερες από αυτές τις ειδικότητες απαιτούν πολυετή εκπαίδευση, υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης, επαγγελματική πιστοποίηση και συνήθως προσφέρουν σταθερές συνθήκες εργασίας. Παράλληλα, πρόκειται για επαγγέλματα που συχνά συνοδεύονται από υψηλά εισοδήματα, μεγαλύτερη εργασιακή αυτονομία και καλύτερες προοπτικές εξέλιξης.
Η εκπαίδευση συνδέεται με τη συχνότητα των διαζυγίων
Τα στοιχεία της αμερικανικής απογραφής δείχνουν ότι η εκπαίδευση συνδέεται στενά με τη συχνότητα των διαζυγίων. Άτομα που διαθέτουν μόνο απολυτήριο λυκείου εμφανίζουν ποσοστό διαζυγίων 38,8%, ενώ όσοι διαθέτουν πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης ή μεταπτυχιακές σπουδές περιορίζονται στο 25,9%. Η διαφορά είναι αρκετά μεγάλη ώστε οι κοινωνιολόγοι να θεωρούν ότι η μόρφωση λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας στις προσωπικές σχέσεις.
Ανάμεσα στα επαγγέλματα με τα χαμηλότερα ποσοστά διαζυγίων συναντά κανείς επίσης τους φαρμακοποιούς, τους μετεωρολόγους, τους μηχανικούς πετρελαίου και εξόρυξης, αλλά και τους κληρικούς. Η τελευταία περίπτωση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για ένα επάγγελμα που δεν χαρακτηρίζεται από υψηλές οικονομικές απολαβές. Αυτό υποδηλώνει ότι το εισόδημα από μόνο του δεν αρκεί για να εξηγήσει τη διαφορά. Οι κοινωνικές αξίες, ο τρόπος ζωής και η δομή της επαγγελματικής δραστηριότητας φαίνεται να παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο.
Στην αντίθετη πλευρά της λίστας
Στην αντίθετη πλευρά της λίστας βρίσκονται επαγγέλματα που εμφανίζουν ποσοστά διαζυγίων κοντά στο 50%. Πρώτοι καταγράφονται οι εργαζόμενοι που εντάσσονται στην κατηγορία «επαγγελματίες υγειονομικής περίθαλψης» με ποσοστό 48,3%, ενώ ακολουθούν οι τηλεφωνικοί πωλητές με 48%, οι θεραπευτές μασάζ με 47,9%, οι οδηγοί λεωφορείων με 47,8% και οι χειριστές βιομηχανικών πρεσών με 47,6%. Στις πρώτες θέσεις βρίσκονται επίσης οι επόπτες υπηρεσιών φροντίδας, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι, οι οδηγοί ασθενοφόρων, οι ψυχιατρικοί βοηθοί και οι πρακτικοί νοσηλευτές.
Παρότι τα επαγγέλματα αυτά διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Πολλά από αυτά απαιτούν εργασία σε βάρδιες, νυχτερινή απασχόληση, ακανόνιστα ωράρια ή συνεχή επαφή με το κοινό. Άλλα συνοδεύονται από υψηλά επίπεδα στρες, συναισθηματική εξάντληση ή σωματική καταπόνηση. Οι συνθήκες αυτές μπορούν να δημιουργήσουν πίεση στις προσωπικές σχέσεις και να περιορίσουν τον χρόνο που αφιερώνεται στην οικογένεια.
Τα ευρήματα επιβεβαιώνονται και από παλαιότερες ακαδημαϊκές έρευνες. Μία από τις πιο γνωστές μελέτες, η οποία παρακολούθησε περισσότερα από 3.400 παντρεμένα ζευγάρια, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα ακανόνιστα ωράρια και ιδιαίτερα οι νυχτερινές βάρδιες συνδέονται με σημαντικά αυξημένες πιθανότητες χωρισμού. Η εργασία τη νύχτα συχνά διαταράσσει τον κοινό χρόνο του ζευγαριού, επηρεάζει τον ύπνο, αυξάνει το στρες και δυσκολεύει την ανατροφή των παιδιών.
Η εικόνα που παρουσιάζει ο χώρος της υγείας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της κατάταξης είναι η εικόνα που παρουσιάζει ο χώρος της υγείας. Πρόκειται ίσως για το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο σημαντικές είναι οι συνθήκες εργασίας σε σχέση με τον ίδιο τον κλάδο. Στη λίστα με τα χαμηλότερα ποσοστά διαζυγίων συναντά κανείς γιατρούς, χειρουργούς, οδοντιάτρους, φυσικοθεραπευτές και βοηθούς ιατρών. Την ίδια στιγμή, στις πρώτες θέσεις των επαγγελμάτων με τα υψηλότερα ποσοστά διαζυγίων βρίσκονται βοηθοί κατ’ οίκον φροντίδας, ψυχιατρικοί βοηθοί, πρακτικοί νοσηλευτές και προσωπικό ασθενοφόρων.
Η αντίφαση αυτή δείχνει ότι η εργασία στον ίδιο κλάδο δεν σημαίνει απαραίτητα κοινές συνθήκες ζωής. Ένας γιατρός μπορεί να διαθέτει υψηλό βαθμό επαγγελματικής αυτονομίας, καλύτερο εισόδημα και μεγαλύτερο έλεγχο του προγράμματός του. Αντίθετα, ένας εργαζόμενος σε βοηθητική θέση υγειονομικής περίθαλψης συχνά αντιμετωπίζει χαμηλότερες αποδοχές, συχνές βάρδιες, σωματική κόπωση και μεγαλύτερη εργασιακή αβεβαιότητα. Οι πιέσεις αυτές μεταφέρονται συχνά και στην προσωπική ζωή.
Ένα περιβάλλον είτε ευνοϊκό είτε επιβαρυντικό για μια σχέση
Οι ειδικοί τονίζουν ότι οι αριθμοί δεν σημαίνουν πως κάποιο επάγγελμα καταδικάζει έναν γάμο ή ότι η επαγγελματική επιτυχία εγγυάται τη συζυγική ευτυχία. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένη η εργασία μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την ποιότητα της οικογενειακής ζωής.
Παράγοντες όπως το επίπεδο εκπαίδευσης, η οικονομική ασφάλεια, η εργασιακή αυτονομία, το ωράριο και το στρες φαίνεται να δημιουργούν ένα περιβάλλον είτε ευνοϊκό είτε επιβαρυντικό για μια σχέση. Όσο περισσότερος είναι ο έλεγχος που έχει κάποιος στον χρόνο και την καθημερινότητά του, τόσο ευκολότερο είναι να διατηρήσει ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και την οικογένεια. Αντίθετα, όταν η εργασία επιβάλλει συνεχείς βάρδιες, συναισθηματική φθορά και αβεβαιότητα, οι εντάσεις συχνά πολλαπλασιάζονται.
Η έρευνα φωτίζει έτσι μια λιγότερο συζητημένη διάσταση της αγοράς εργασίας. Οι επαγγελματικές επιλογές δεν επηρεάζουν μόνο το εισόδημα, την κοινωνική θέση ή τις προοπτικές καριέρας, αλλά μπορούν να διαμορφώσουν ακόμη και την πορεία των προσωπικών σχέσεων.
Και αν κάτι προκύπτει ξεκάθαρα από τα στοιχεία, είναι ότι δύο άνθρωποι μπορεί να εργάζονται στον ίδιο κλάδο, να υπηρετούν τον ίδιο σκοπό και να αντιμετωπίζουν εντελώς διαφορετικές πιθανότητες επιτυχίας ή αποτυχίας στον γάμο τους, απλώς λόγω της θέσης που κατέχουν μέσα στο επαγγελματικό σύστημα.















