Αρκεί να έχεις παρακολουθήσει τον Μητσοτάκη να μιλάει στη Σύνοδο Κορυφής του Παρισιού για το Διάστημα, σε άψογα αγγλικά και γαλλικά, δίπλα στον Μακρόν, με την εντυπωσιακή άνεση του κοσμοπολίτη ηγέτη που αισθάνεται απολύτως εναρμονισμένος με το διεθνές πολιτικό περιβάλλον.
Και την ίδια ώρα να παρακολουθείς τον Αλέξη Τσίπρα, στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ, να μιμείται ξανά με το γνωστό περισπούδαστο ύφος τον Ανδρέα Παπανδρέου και να επαναλαμβάνει μονότονα τις ίδιες θέσεις από το παρελθόν. Καταλήγεις αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το μεγαλύτερο ατού του Μητσοτάκη παραμένει η σύγκριση με τους πολιτικούς του αντιπάλους. Παρά τα λάθη της σχεδόν οκταετούς διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, παρά τη φυσιολογική φθορά μετά από δύο θητείες και την αναπόφευκτη κόπωση που έχει επέλθει στην ελληνική κοινωνία, ο Μητσοτάκης εξακολουθεί να υπερτερεί και να υπερισχύει έναντι όλων των άλλων πολιτικών αρχηγών. Η σύγκριση είναι συντριπτική.
Ο ένας κινείται έχοντας ήδη αποδείξει ότι είναι διεθνής πολιτικός και ότι κινείται με άνεση (γλωσσική και κοινωνική) όπου κι αν χρειαστεί να συμμετάσχει, σε όποιον ρόλο κι αν κληθεί να ανταποκριθεί. Ο άλλος, όπως εξάλλου και ο Νίκος Ανδρουλάκης, δεν διαθέτει ούτε την τεχνογνωσία ούτε την πολιτική άνεση, ούτε το στιλ και τις γνωριμίες της διεθνούς σκηνής για να ανταπεξέλθει. Τυχερός να έχεις τέτοιους αντιπάλους.
Φυσικά πέρα από την διεθνή εικόνα έχει σημασία και η ντόπια ουσία. Για έβδομη συνεχή χρονιά ο πρωθυπουργός έπεισε περισσότερο (25,9%) από τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς για τη σοβαρότητα των μέτρων που εξήγγειλε στη Θεσσαλονίκη (GPO, 9/9). Το κυβερνητικό πρόγραμμα κρίθηκε κοστολογημένο και ρεαλιστικό (44,6%), σε αντίθεση με αυτό των υπολοίπων. Ακόμη και για την ακρίβεια που παραμένει το υπ’αριθμόν ένα πρόβλημα στη ζωή των Ελλήνων, και παρά την δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχουν πείσει ότι διαθέτουν τις λύσεις για την άρση του αδιεξόδου στο θέμα. Η πλειοψηφία δεν εμπιστεύεται την αντιπολίτευση ούτε για την εξωτερική πολιτική, ούτε για τη διακυβέρνηση της χώρας [GPO, 9/9].
Η σύγκριση λειτούργησε και φέτος υπέρ της ΝΔ παρότι το πακέτο που παρουσίασε στη ΔΕΘ δεν ήταν ένα προεκλογικό «δώστα όλα». Τα μέτρα έφτασαν μόνο (!) τα 2,2 δισ. και κρίθηκαν ως αναγκαίες παροχές, όχι ως προεκλογικό ρουσφέτι. Τα όσα είχαν γραφεί πριν την Έκθεση Θεσσαλονίκης ότι ο πρωθυπουργός «θα μοιράσει τα πάντα σε όλους» για να προχωρήσει πιθανότατα σε πρόωρες εκλογές, αποδείχθηκαν λάθος πληροφορίες. Οι παροχές ήταν ζυγισμένες, μακριά από την τσοβολική λογική «δώστα όλα». Και οι εκλογές θα διεξαχθούν, όπως όλα δείχνουν, στην ώρα τους. Ένα επιπλέον κέρδος για τον πρωθυπουργό που προβάλλει έτσι ως κατεξοχήν θεσμικός παράγοντας και επιβάλλει κανόνες πολιτικής σταθερότητας και κανονικότητας πρωτόγνωρους στα ελληνικά χρονικά.
Αντίθετα ο Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη υποσχέθηκε πολλές και ακοστολόγητες παροχές, όπως και στο παρελθόν, ενώ έμπλεξε με υπερβολικές και αχρείαστες αναφορές σε θυρίδες, κοσμήματα, κότερα και πατριωτικούς φόρους. Το υπουργείο Οικονομικών υπολόγισε ότι το πραγματικό κόστος του προγράμματος Τσίπρα είναι πάνω από 40 δις! Άνοιξαν οι κάνουλες και γαία πυρί μειχθήτω. Ανεύθυνες ανακοινώσεις για μια χώρα που πτώχευσε προσφάτως, απώλεσε το 25% του ΑΕΠ, για μια δεκαετία ήταν παρίας της Ευρώπης και υπέφερε τα πάνδεινα.
Η κυβέρνηση έχει καταφέρει επί επτάμιση χρόνια να κινείται στη λεπτή γραμμή μεταξύ αυξήσεων, επιδομάτων και αντοχών του προϋπολογισμού. Η παρουσία Πιερρακάκη στο ΥΠΟΙΚ δίνει ακόμη μεγαλύτερη αξιοπιστία στο φετινό οικονομικό πακέτο της ΔΕΘ που εκ των πραγμάτων έπρεπε να καλύπτει όσο γίνεται περισσότερους: ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες, επιχειρήσεις, δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους. Και ταυτόχρονα να αντισταθεί στις προεκλογικές σειρήνες του λαϊκισμού. Δεν το λες και λίγο για μια κυβέρνηση στο έβδομο έτος της θητείας της.














