Τα πρόσφατα αποτελέσματα του PISA (Programme for International Student Assessment – Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών) δεν αφήνουν περιθώριο για εύκολες αναγνώσεις.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του μέσου όρου του ΟΟΣΑ και στα τρία βασικά πεδία που εξετάζει το PISA: στα Μαθηματικά, στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες. Αυτό είναι το πρώτο και κύριο δεδομένο που χρειάζεται να κρατήσουμε. Το δεύτερο αφορά τα ίδια τα μεθοδολογικά όρια τους εργαλείου. Το PISA δεν αποτιμά το σχολείο στο σύνολό του, αλλά μετρά μια συγκεκριμένη και κρίσιμη διάσταση των εκπαιδευτικών συστημάτων: το κατά πόσο οι μαθητές μπορούν να αξιοποιούν όσα έχουν μάθει όταν καλούνται να κατανοήσουν, να συνδυάσουν πληροφορίες και να επιλύσουν ένα πρόβλημα.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η αξία του PISA. Μας επιτρέπει να εξετάζουμε, με κοινά διεθνή κριτήρια, τα μαθησιακά αποτελέσματα που παράγει η εκπαιδευτική διαδικασία, χωρίς να οδηγεί από μόνο του σε συνολικές κρίσεις για την ποιότητα της εκπαίδευσης. Η χρησιμότητά του προϋποθέτει, επομένως, προσεκτική ανάγνωση των ευρημάτων. Η εύκολη απαξίωσή του, από την άλλη, στερεί από τον δημόσιο διάλογο ένα σημαντικό εργαλείο τεκμηρίωσης, ενώ η αναγωγή του σε μοναδικό μέτρο ποιότητας του σχολείου υπερβαίνει όσα πράγματι μπορεί να μας δείξει. Τα δεδομένα του αποτελούν ένα από τα βασικά στοιχεία που χρειάζεται να συνεκτιμώνται στον σχεδιασμό των αλλαγών στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Η εικόνα για την Ελλάδα χρειάζεται να ενταχθεί στη γενικότερη διεθνή εξέλιξη των επιδόσεων. Το 2025 οι μέσοι όροι των χωρών του ΟΟΣΑ διαμορφώθηκαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, επιβεβαιώνοντας μια πτωτική τάση που έχει ήδη εμφανιστεί εδώ και αρκετά χρόνια. Στην εξέλιξη αυτή αποτυπώνονται και οι συνέπειες της πανδημίας, ιδιαίτερα για τη συγκεκριμένη γενιά μαθητών, η οποία βρισκόταν σε κρίσιμη φάση της σχολικής της διαδρομής, όταν διαταράχθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα η κανονικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Η διανοητική εντιμότητα επιβάλλει, ωστόσο, να τοποθετήσουμε τις ελληνικές επιδόσεις στη δική τους διαχρονική προοπτική. Η υστέρηση της χώρας προϋπήρχε της πανδημίας και παραμένει σημαντική. Σχεδόν ένας στους δύο μαθητές δεν κατακτά το βασικό επίπεδο επάρκειας στα Μαθηματικά. Στα αποτελέσματα του 2025 διακρίνεται παράλληλα μια μεταβολή που αξίζει να καταγραφεί. Έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία συνεχούς διεύρυνσης της απόστασης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, η τάση αυτή ανακόπτεται, ενώ στα Μαθηματικά η απόσταση μειώνεται. Πρόκειται για μια πρώτη θετική ένδειξη, η σημασία της οποίας θα κριθεί από τη διάρκεια και τη συνέχεια αυτής της πορείας.
Ο διαχρονικός χαρακτήρας του προβλήματος δείχνει ότι η βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων προϋποθέτει διάρκεια, συνέπεια και σταθερές κατευθύνσεις που υπερβαίνουν τον εκάστοτε κυβερνητικό κύκλο. Σε αυτή την ανάγκη απαντά και ο Εθνικός Διάλογος για την Παιδεία που έχουμε ανοίξει, με στόχο να διαμορφωθεί μια ευρύτερη συμφωνία για τις γνώσεις και τις ικανότητες που επιδιώκουμε να κατακτούν οι μαθητές, για την ποιότητα της μαθησιακής διαδικασίας και για τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούμε την πρόοδό μας στον χρόνο. Μια τέτοια συμφωνία μπορεί να εξασφαλίσει στις αλλαγές τη συνέχεια που απαιτεί η εκπαίδευση και να τις συνδέσει σταθερά με τα μαθησιακά αποτελέσματα.
Η κατεύθυνση αυτή αποτυπώνεται ήδη στις κυβερνητικές παρεμβάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη εδώ και σχεδόν δύο τετραετίες. Τα νέα προγράμματα σπουδών, τα εργαστήρια δεξιοτήτων, το πολλαπλό βιβλίο και η αξιοποίηση ψηφιακών και άλλων εκπαιδευτικών εργαλείων υπηρετούν την ανανέωση της μαθησιακής διαδικασίας, με μεγαλύτερη έμφαση στην κατανόηση, στη διερεύνηση, στη σύνθεση και στην εφαρμογή της γνώσης. Η αξία της καινοτομίας κρίνεται από την επίδρασή της στον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουν οι μαθητές και από τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων που μπορεί να τεκμηριωθεί στην πράξη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει σε αυτή την προσπάθεια το Γυμνάσιο. Ως τελευταίος κοινός κρίκος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, αποτελεί καθοριστικό στάδιο για την κατάκτηση των βασικών γλωσσικών, μαθηματικών και επιστημονικών ικανοτήτων. Η έγκαιρη ανίχνευση των μαθησιακών κενών, η στοχευμένη υποστήριξη και η συστηματική αξιοποίηση των δεδομένων μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά τον ρόλο του στην εκπαιδευτική διαδρομή.
Το PISA δεν αρκεί να καθορίσει από μόνο του το δημόσιο σχολείο που θέλουμε να οικοδομήσουμε. Μας βοηθά, όμως, να βλέπουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια πού βρισκόμαστε και σε ποιο βαθμό οι παρεμβάσεις μας βελτιώνουν την ίδια την μαθησιακή διαδικασία. Σε αυτό συνίσταται και η κρισιμότητα της αμέσως επόμενης χρονικής περιόδου και από αυτό εξαρτάται και ο χαρακτήρας των μεταρρυθμίσεων που έρχονται: στη συνέπεια, στην ακριβή αποτίμησή τους και, κυρίως, στη δυνατότητα μετατόπισης του ελληνικού σχολείου από μια ξεπερασμένη λογική μηχανικής μετάδοσης της ύλης προς μια ουσιαστική και δημιουργική μαθησιακή εμπειρία.
*Η Ιωάννα Λυτρίβη, PhD, είναι βουλευτής Επικρατείας με τη ΝΔ, τ. Υφυπουργός Παιδείας














