Ξεκινώντας από την Κωνσταντινούπολη, διένυσε 6.805 χιλιόμετρα χωρίς παπούτσια, φτάνοντας στη γενέτειρά του, το Κλέρμορις στην Ιρλανδία, 369 ημέρες αργότερα.
- Ο 34χρονος Ιρλανδός, έχοντας ήδη κατακτήσει το ρεκόρ το 2016, έθεσε ως επόμενο στόχο τη διάσχιση μιας ηπείρου. Αποφάσισε να περπατήσει από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την πατρίδα του για να ανακτήσει τον τίτλο του.
- Η πορεία αποδείχθηκε εξαιρετικά επίπονη, με τα πόδια του να υφίστανται φθορά μέχρι σημείου αιμορραγίας, μολύνσεις και τραυματισμούς. Αντιμετώπισε επίσης ακραίες καιρικές συνθήκες, από καύσωνα το καλοκαίρι μέχρι δριμύ ψύχος τον χειμώνα.
- Η διαδρομή του ξεκίνησε από την Τουρκία και διέσχισε τη Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία και Κεντρική Ευρώπη για να καταλήξει στην Ιρλανδία. Οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν κυρίως φιλικές, παρά τα χιλιάδες περίεργα βλέμματα που δέχτηκε.
- Εντυπωσιάστηκε από την καλοσύνη των ανθρώπων που συνάντησε, ξεχωρίζοντας τη βοήθεια μιας τουρκικής οικογένειας μετά από δάγκωμα σκύλου. Παρότι αναρρώνει από την περιπέτεια, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μιας νέας προσπάθειας στο μέλλον.
Γδέρνοντας το δέρμα των ποδιών του μέχρι να ματώσει, ο Ιρλανδός Έιμον Κιβίνι έκανε ρεκόρ για τη μεγαλύτερη ξυπόλητη διαδρομή στον κόσμο, με μια εκπληκτική πεζοπορία τριπλάσια σε μήκος από την προηγούμενή του. Ξεκινώντας από την Κωνσταντινούπολη, διένυσε 6.805 χιλιόμετρα χωρίς παπούτσια, φτάνοντας στη γενέτειρά του, το Κλέρμορις της κομητείας Μέιο στην Ιρλανδία, 369 ημέρες αργότερα.
Ο 34χρονος δημόσιος υπάλληλος είχε καταγράψει ρεκόρ για πρώτη φορά το 2016, διανύοντας 2.080 χιλιόμετρα ξυπόλητος σε όλη την Ιρλανδία. Δεν πρόκειται μάλιστα για το μοναδικό επικό του ρεκόρ. Το 2023 είχε καταγράψει και την ταχύτερη διάσχιση της Ιρλανδίας με μονόκυκλο, σε πέντε ημέρες, πέντε ώρες και 23 λεπτά.
«Η διάσχιση μιας ηπείρου φάνταζε το επόμενο λογικό βήμα»
«Από τότε που έσπασα για πρώτη φορά το ρεκόρ της ξυπόλητης διαδρομής, ήθελα να κάνω και άλλη μια μεγάλη πεζοπορία. Έχοντας ήδη διασχίσει μια ολόκληρη χώρα, η διάσχιση μιας ηπείρου φάνταζε το επόμενο λογικό βήμα, γι αυτό αποφάσισα να περπατήσω από την Κωνσταντινούπολη ως το σπίτι μου στην Ιρλανδία» δήλωσε ο ίδιος.
Ο Κιβίνι σκλήρυνε τα πέλματά του περπατώντας και τρέχοντας ξυπόλητος όσο πιο συχνά μπορούσε πριν το ταξίδι, ωστόσο έπρεπε επίσης να κουβαλά όλα τα απαραίτητα εφόδια, κάτι που παραδέχτηκε ότι τελικά αποδείχθηκε το πιο δυσάρεστο κομμάτι της περιπέτειας.
«Τα πόδια μου δέχτηκαν τρομερή καταπόνηση» είπε. «Παρότι τα πέλματά μου ήταν αρκετά χοντρά, οι μεγάλες πορείες πάνω σε άσφαλτο έφθειραν κυριολεκτικά το δέρμα, μερικές φορές μέχρι σημείου αιμορραγίας. Είχα αγκάθια και μικρά κομμάτια γυαλιού να τρυπούν τα πόδια μου. Κοντά προς το τέλος, ένα αγκάθι μου προκάλεσε μόλυνση στο πόδι που με κράτησε εκτός δράσης για μια ολόκληρη εβδομάδα. Πέρα από τα πόδια, το πιο δύσκολο ήταν ο καιρός. Ήταν αφόρητη ζέστη το καλοκαίρι, ιδίως στην Ουγγαρία, και μερικές φορές έπρεπε να σταματήσω για μια δυο μέρες λόγω της ζέστης. Αργότερα περπάτησα και μέσα στον χειμώνα, όπου είχα το ακριβώς αντίθετο πρόβλημα».
Η κοπέλα του, η Έλι, τον συνόδευσε στο πρώτο μισό της διαδρομής, φορώντας όμως εκείνη παπούτσια. Ο ίδιος λέει ότι τα πέλματά του γίνονταν ταυτόχρονα πιο δυνατά και πιο φθαρμένα. «Υπήρχε ένα συνεχές… πέρα-δώθε ανάμεσα στην πάχυνση των πελμάτων και τη φθορά τους λόγω της συνεχούς πορείας σε δρόμο. Ήταν όμως σε εκπληκτικά καλή κατάσταση, ο κόσμος συχνά ζητούσε να δει τα πέλματά μου περιμένοντας να τα δει πολύ χειρότερα. Χρειαζόταν μόνο μια εβδομάδα περίπου για να επουλωθούν, αφού το δέρμα αναγεννιέται αρκετά γρήγορα όταν δεν περπατάω. Δυστυχώς χτύπησα άσχημα ένα δάχτυλο, αρκετά ώστε να υποστεί μικρό κάταγμα, μόλις μια εβδομάδα πριν το τέλος, και χρειάστηκε πάνω από έναν μήνα για να επουλωθεί».
Η διαδρομή ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη, πέρασε βορειοδυτικά από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία και την Αυστρία, στη συνέχεια μέσα από τη Γερμανία στη Γαλλία, την Αγγλία, την Ουαλία και τελικά την Ιρλανδία, ως το Κλέρμορις.
«Είχα σχεδιάσει εκ των προτέρων μια διαδρομή και την ακολούθησα σε γενικές γραμμές, όμως λειτουργούσε περισσότερο ως χαλαρός οδηγός, ενώ καθοδόν σχεδίαζα λίγες μέρες κάθε φορά. Ήταν δύσκολο να υπολογίσω με ακρίβεια, όμως ήμουν αρκετά σίγουρος ότι θα περπατούσα πάνω από 6.000 χιλιόμετρα, και ήμουν πολύ ευχαριστημένος με το τελικό αποτέλεσμα».
«Δέχτηκα χιλιάδες περίεργα βλέμματα»
Βλέποντας έναν άνθρωπο να περπατά χωρίς παπούτσια, πολλοί γύριζαν να τον κοιτάξουν. «Δέχτηκα χιλιάδες περίεργα βλέμματα. Αλλά είναι κάτι που συνηθίζεις γρήγορα. Σε ορισμένες περιπτώσεις περνούσα από πολύ απομονωμένες αγροτικές περιοχές που δεν δέχονται πολλούς επισκέπτες, γεγονός που με έκανε να ξεχωρίζω ακόμη περισσότερο. Όμως ο κόσμος ήταν κυρίως περίεργος, και όσοι με πλησίασαν και μου μίλησαν ήταν φιλικοί. Ειλικρινά με εξέπληξε το γεγονός ότι δεν είχα περισσότερα προβλήματα σε καταστήματα και εστιατόρια, καθώς δεν είχα καθόλου παπούτσια μαζί μου, αλλά ευτυχώς αυτό στάθηκε πρόβλημα μόνο λίγες φορές».
Ο Κιβίνι εντυπωσιάστηκε από την καλοσύνη των ανθρώπων που συνάντησε στον δρόμο, ιδίως μιας οικογένειας που τον βοήθησε αφότου τον δάγκωσε ένας σκύλος. «Μια στιγμή που θυμάμαι ιδιαίτερα ήταν κοντά στην αρχή, σε μια πόλη που λέγεται Σουλόγλου στη βορειοδυτική Τουρκία. Την προηγούμενη ημέρα με είχε δαγκώσει ένας σκύλος, οπότε χρειαζόμουν εμβόλιο κατά της λύσσας, και ευτυχώς υπήρχε ένα μικρό νοσοκομείο στην πόλη. Δεν πρόλαβα καν να περάσω το πρώτο σπίτι της πόλης χωρίς να με καλέσει μέσα για καφέ και πρωινό ένας Τούρκος, γνωρίζοντας την νύφη του και τα εγγόνια του. Και πριν φύγω, η εγγονή του μού σχεδίασε έναν μικρό χάρτη της πόλης δείχνοντάς μου πού βρισκόταν το νοσοκομείο!».
Όσο για μια νέα προσπάθεια ρεκόρ, ο Κιβίνι λέει πως εξακολουθεί να αναρρώνει από αυτήν, έπειτα από έναν ολόκληρο χρόνο στον δρόμο, ωστόσο δεν αποκλείει τίποτα για το μέλλον.















