Ο Στέφανος Ληναίος, που έφυγε από τη ζωή στα 100 του χρόνια, ανήκε σε εκείνη τη γενιά των θεατρανθρώπων που δεν ξεχώρισαν τη σκηνή από την Ιστορία, την τέχνη από την κοινωνία και την επιτυχία από την ευθύνη.
O Στέφανος
Ληναίος ανήκε σε αυτή την σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που δεν αντιμετώπισε
ποτέ την τέχνη -το θέατρο κυρίως στην περίπτωσή του- ως επάγγελμα αποκομμένο
από το κόσμο, αλλά ως ένα ορμητικό εφαλτήριο για να συνομιλεί με την κοινωνία,
να είναι ταυτόχρονα η φωνή και το ηχείο της, σε στιγμές φορτισμένες και
κρίσιμες για τη Δημοκρατία.
Ένας χαρισματικός ηθοποιός, σκηνοθέτης, ραδιοφωνικός παραγωγός, συγγραφέας. Ένα σπάνιο είδους κωμικού στον κινηματογράφο όπου η «πλάκα» δεν ήταν ποτέ εργαλείο του. Αντιθέτως, ήταν η θλίψη στα μάτια και ένα εσωτερικό μέτρο αυτά που έκαναν το κωμικό του ταλέντο ξεχωριστό. Στη σκηνή του θεάτρου, ξετύλιξε όλο το υπόλοιπο εύρος, αν και ο κινηματογράφος τον είχε κάνει ήδη αγαπητό στο ευρύ κοινό από κωμωδίες πρωτίστως. Δεν ήταν από τους ηθοποιούς που θα τον πλησιάσουν στον δρόμο να τον χτυπήσουν στην πλάτη, υπήρχε μία απόσταση εκτίμησης και σεβασμού.
Στέφανος Ληναίος: Τα δύσκολα χρόνια και η κοινωνική συνείδηση
Γεννημένος το
1926, έζησε σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα ελληνικής ιστορίας και κουβάλησε πάνω
του τις αντιφάσεις, τις βίαιες τομές και τις μεγάλες προσδοκίες του ελληνικού
λαού. Ανήκε σε μια σχολή θεατρανθρώπων που μεγάλωσαν σε δύσκολα χρόνια και
έμαθαν νωρίς ότι η καλλιτεχνική πράξη δεν έχει νόημα όταν στερεύει η κοινωνική
συνείδηση.
Το είχε πει με μια φράση που σήμερα ακούγεται σχεδόν σαν ηθικό του πορτρέτο: «Από μικρός έμαθα από την οικογένειά μου ότι πρέπει στη ζωή κανείς να είναι ωφέλιμος». Ένα από τα πιο απρόσμενα και αποκαλυπτικά στοιχεία της προσωπικότητάς του ήταν η σχέση του με το σκάκι, μια ενασχόληση από την παιδική ηλικία που διαμόρφωσε σε σημαντικό βαθμό την προσωπικότητα σκέψης του.
Το σκάκι έγινε «ο οδηγός της ζωής» του
Έμαθε να παίζει
στα χρόνια της Κατοχής, μικρό παιδί, με «δάσκαλο» τον νονό του. Το σκάκι,
έλεγε, έγινε «ο οδηγός της ζωής» του, γιατί τον έμαθε να σκέφτεται πολύ πριν
πάρει οποιαδήποτε απόφαση, να εξετάζει σφαιρικά τις πιθανές συνέπειες, πριν πει
το ναι ή το όχι. Είναι μια λεπτομέρεια που αξίζει να μείνει, επειδή ρίχνει φως
σε κάτι βαθύτερο. Πίσω από τη βροντερή φωνή, την έντονη δημόσια παρουσία, την
πολιτική του μαχητικότητα, υπήρχε ένας άνθρωπος που ήθελε να μελετά τις
κινήσεις, να βλέπει το πεδίο συνολικά, να ζυγίζει τα πράγματα όχι μόνο
συναισθηματικά αλλά και στρατηγικά. Ίσως γι’ αυτό, ακόμη και στις πιο έντονες
στιγμές της ζωής του, υπήρχε πάντα ένα στοιχείο επίγνωσης, μια ανάγκη να
καταλαβαίνει τις συνέπειες της κάθε πράξης.
Ο ίδιος, όταν κλήθηκε να περιγράψει τον εαυτό του με πέντε λέξεις σε μια μικρή αλλά εκπληκτική συνέντευξη στο skaki64, διάλεξε την ειλικρίνεια, την κατανόηση, την αλληλεγγύη, την αυτοκριτική και την αισιοδοξία. Δεν είναι τυχαία σειρά. Η ειλικρίνεια και η αλληλεγγύη δείχνουν τον δημόσιο άνθρωπο, η αυτοκριτική δείχνει έναν χαρακτήρα λιγότερο μονοκόμματο από όσο ίσως φαινόταν προς τα έξω, η αισιοδοξία έναν άνθρωπο που, παρά τις ήττες και τις διαψεύσεις, δεν παραδόθηκε στον κυνισμό.
Η κοινή και μακρά διαδρομή με την Έλλη Φωτίου
Η προσωπική και καλλιτεχνική του ζωή συνδέθηκε αξεχώριστα με την Έλλη Φωτίου. Μαζί συγκρότησαν ένα από τα πιο ανθεκτικά και ουσιαστικά ζευγάρια του ελληνικού θεάτρου, με κοινό βίο, κοινή σκηνή, κοινή στάση. Ήταν ένα ζευγάρι που έδωσε μορφή σε μια κοινή ηθική. Οι ίδιοι μιλούσαν για κοινές αναζητήσεις, κοινούς σκοπούς, κοινό βηματισμό. Η σχέση τους δοκιμάστηκε μέσα στην Ιστορία και γι’ αυτό απέκτησε άλλο βάρος.
Όταν ήρθε η δικτατορία, ο Ληναίος ήξερε ότι κινδύνευε. Η Έλλη Φωτίου, σε μια στιγμή που η δική της καριέρα μπορούσε να ακολουθήσει άλλη, ακόμη και διεθνή τροχιά, δεν κράτησε απόσταση. Κινήθηκε μαζί του, στάθηκε δίπλα του, έψαξε δρόμους διαφυγής, πήγε στο Παρίσι, συναντήθηκε με αυτοεξόριστους, και στη συνέχεια βρέθηκαν μαζί στο Λονδίνο. Στη ζωή τους, η τέχνη, η πολιτική στάση και η προσωπική πίστη δεν διαχωρίστηκαν ποτέ πλήρως.
Το Πολυτεχενείο και το θέατρο Άλφα ως καταφύγιο
Το Θέατρο Άλφα υπήρξε το μεγάλο του σπίτι και ταυτόχρονα μια από τις σημαντικότερες συνεισφορές του στο αθηναϊκό θεατρικό τοπίο. Έδειξε πώς ένα θέατρο μπορεί να συνομιλεί με τον καιρό του. Οι ημέρες του Πολυτεχνείου το 1973 είναι ίσως η πιο ισχυρή εικόνα αυτής της στάσης.
Τότε, στο θέατρο Άλφα, σταμάτησαν οι παραστάσεις των «Κλειδοκρατόρων» του Μίλαν Κούντερα και το φουαγιέ μετατράπηκε σε τόπο συσκέψεων για φοιτητές που δεν ένιωθαν ασφαλείς ούτε μέσα στο ίδιο το Πολυτεχνείο, εξαιτίας της παρουσίας χαφιέδων. Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου, το Άλφα και το διπλανό Αλάμπρα έκρυψαν πολλούς από εκείνους που αναζητούσαν καταφύγιο. Όταν ο ίδιος αφηγήθηκε αργότερα εκείνες τις στιγμές, δεν ζήτησε να γραφτεί η ιστορία στον ενικό. Ζήτησε να γραφτεί στον πληθυντικό. Αυτή η επιμονή έχει μεγάλη σημασία. Δείχνει άνθρωπο που καταλάβαινε τη δική του θέση μέσα σε μια γενιά και όχι πάνω από αυτήν.
Η βαθιά του σχέση με το πολιτικό και κοινωνικό θέατρο φάνηκε και στο ρεπερτόριο που υπηρέτησε. Το «Δεν πληρώνω… Δεν πληρώνω…» του Ντάριο Φο υπήρξε από τις πιο χαρακτηριστικές του στάσεις, σχεδόν ένα έργο-στίγμα για τον ίδιο και την Έλλη Φωτίου. Το είχαν ανεβάσει πρώτη φορά το 1979 και επέστρεψαν σε αυτό αργότερα, μέσα σε άλλη κοινωνική συγκυρία, ακριβώς επειδή αισθάνονταν ότι διατηρεί ακέραιη τη δύναμή του.
Ο Ληναίος θαύμαζε βαθιά τον Ντάριο Φο, τον έβλεπε σαν μαχόμενο πνευματικό άνθρωπο, σαν καλλιτέχνη που δεν φοβήθηκε να αναμετρηθεί με την εξουσία και τη γελοιότητά της. Μέσα από αυτή τη σχέση με τον Φο βλέπει κανείς και τον ίδιο τον Ληναίο: έναν άνθρωπο που δεν ήθελε η σκηνή να παράγει απλώς ωραίες ερμηνείες, αλλά να μεταφέρει καθαρή σκέψη και πολιτικό νεύρο.
Η ενασχόληση με την πολιτική και η παρουσία στη Βουλή
Παράλληλα, είχε
έντονη παρουσία στον συνδικαλισμό και στα κοινά. Υπήρξε γενικός γραμματέας του
Συνδέσμου Ελλήνων Ηθοποιών το 1966-67, πριν τον διώξει η χούντα λόγω πολιτικών
φρονημάτων. Αργότερα εξελέγη βουλευτής με το ΠΑΣΟΚ, εμπειρία για την οποία
μιλούσε χωρίς αυταπάτες (1989). Είχε καταλάβει, όπως έλεγε, ότι η Βουλή είναι
επάγγελμα και ότι η πολιτική υπηρετεί τη σκοπιμότητα, ενώ η τέχνη υπηρετεί την
αλήθεια. Δεν ήταν αφελής απέναντι στην πολιτική, ούτε όμως είχε την πρόθεση να
την αντιμετωπίσει σαν μηχανισμό καριέρας. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν η
εμπειρία του αγώνα, η συμμετοχή, η παρέμβαση.
Στα βιογραφικά του σημειώματα αναφέρεται ότι αποφοίτησε από τη Σχολή Θεάτρου Αθηνών και από τη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης του Λονδίνου, συνεργάστηκε με πολλούς θιάσους, εμφανίστηκε σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες, ραδιοφωνικές εκπομπές και τηλεοπτικές παραγωγές, ίδρυσε τον θίασο «Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο» στο Άλφα, έγραψε διηγήματα και μελέτες, υπήρξε σύμβουλος του Ελληνικού Κέντρου Θεάτρου και μέλος του Σωματείου Βρετανών Ηθοποιών.
«Το λάθος να τον βλέπουν σαν Ήρωα και όχι σαν Άνθρωπο»
Όλα αυτά δίνουν
την έκταση της δραστηριότητάς του. Πίσω από τον αριθμό και τη διασπορά τους,
όμως, κρύβεται ένα πιο ουσιώδες δεδομένο: ο Ληναίος δεν υπήρξε μονοδιάστατος. Η
παρουσία του ήταν πολυκεντρική, σαν να μην του αρκούσε να υπηρετήσει μόνο έναν
τομέα της τέχνης ή της δημόσιας ζωής. Την ίδια στιγμή, παρέμεινε άνθρωπος που
αντιστεκόταν στη μυθοποίηση. Όταν τον ρώτησαν ποιος είναι ο μεγαλύτερος μύθος
για τη διασημότητα, απάντησε: «Το λάθος να τον βλέπουν σαν Ήρωα και όχι σαν
Άνθρωπο». Είναι ίσως από τις πιο καθαρές φράσεις του. Δείχνει ότι καταλάβαινε
καλά το βάρος της δημόσιας εικόνας και ταυτόχρονα αρνιόταν να κατοικήσει μέσα
της. Δεν ήθελε να τον αντιμετωπίζουν σαν άγαλμα ή σαν σύμβολο χωρίς ρωγμές.
Ήξερε ότι ο άνθρωπος προηγείται του θρύλου και ότι κάθε απόσταση από αυτό το
μέτρο παράγει τελικά ψεύδος.
Ακόμη και το αγαπημένο του απόφθεγμα, «Προσπάθησε να “νικάς” οποιονδήποτε αντίπαλο, χωρίς να τον “αγγίζεις”», μοιάζει να συνομιλεί με όλη του τη ζωή. Έχει μέσα του κάτι από σκακιστική σκέψη, κάτι από θεατρική οικονομία, κάτι από πολιτική εμπειρία, κάτι από ηθική αυτοσυγκράτηση. Δεν πρόκειται για αθώα ατάκα. Είναι μια μικρή φιλοσοφία σύγκρουσης: να υπερισχύεις χωρίς χυδαιότητα, να επικρατείς χωρίς βαρβαρότητα, να μη χάνεις την ανθρώπινη κλίμακα μέσα στη μάχη. Αυτό το μέτρο, είτε το ακολούθησε πάντα είτε όχι, πάντως το αναγνώριζε ως ιδανικό.
Κλείνει και ένα κεφάλαιο του ελληνικού θεάτρου
Στα τελευταία
χρόνια της ζωής του είχε αποτραβηχτεί από τη σκηνή. Είχε πει ότι δεν θα
ξαναπαίξει. Είχε παίξει ήδη πολλούς ρόλους και πια τον απασχολούσε να βάλει σε
τάξη το αρχείο του και να ολοκληρώσει τη βιογραφία του, την οποία ήθελε να
εκδοθεί μετά τον θάνατό του. Υπάρχει μια ιδιότυπη συνέπεια σε αυτή την επιλογή.
Ο άνθρωπος που έζησε τόσο έντονα στη δημόσια σφαίρα δεν ήθελε να παραδώσει ο
ίδιος εν ζωή το τελικό αφήγημα του εαυτού του. Προτιμούσε να αφήσει τα χαρτιά,
τα τεκμήρια, τις αναμνήσεις, την ιστορία του, να μιλήσουν όταν εκείνος δεν θα
είναι πια εδώ.
Ο θάνατός του δεν κλείνει μόνο τη ζωή ενός σημαντικού ηθοποιού. Κλείνει και ένα κεφάλαιο του ελληνικού θεάτρου στο οποίο ο καλλιτέχνης μπορούσε να είναι ταυτόχρονα άνθρωπος της σκηνής, άνθρωπος της πόλης, άνθρωπος της σύγκρουσης, άνθρωπος της συνείδησης. Ο Στέφανος Ληναίος ανήκε σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Από εκείνον μένουν το Θέατρο Άλφα, οι παραστάσεις, οι μάχες, οι λέξεις του, το παράδειγμα της κοινής ζωής με την Έλλη Φωτίου, η νύχτα του Πολυτεχνείου, η πίστη του ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι ωφέλιμος, η σκακιστική του επιμονή να εξετάζει όλες τις κινήσεις πριν πει το ναι ή το όχι, η δραστηριότητα του μαζί με τον Μανώλη Γλέζο για τις γερμανικές αποζημιώσεις.
Μένει η αίσθηση ενός ανθρώπου που ήθελε να είναι αληθινός, φυσικός, ειλικρινής, χρήσιμος. Ενός ανθρώπου που δεν ζήτησε να γραφτεί ως ήρωας, αλλά έζησε με τρόπο που κάνει τη λέξη αξιοπρέπεια να ακούγεται ακόμη ακριβής.















