Πρωτοφανή χαρακτηρίζει ο Ευθύμης Λέκκας τα φαινόμενα στη Βενεζουέλα, με τους σεισμούς 7.2 και 7.5 που άφησαν πίσω χιλάδες νεκρούς και εκτοπισμένους.
Όπως αναφέρει ο Ομότιμος Καθηγητής Δυναμικής, Τεκτονικής, Εφαρμοσμένης Γεωλογίας και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού & Προστασίας, τα φαινόμενα που εκδηλώθηκαν με τους σεισμούς 7.2 & 7.5 στη Βενεζουέλα είναι πρωτοφανή, βάσει των καταγραφών της ελληνικής αποστολής.
Στην αποστολή συμμετείχε και ο Ομότιμος Καθηγητής Αντισεισμικής Τεχνολογίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Παναγιώτης Καρύδης, ενώ είχε σαν στόχο την επιστημονική, τεχνική, επιχειρησιακή και ανθρωπιστική συνδρομή στην πληγείσα χώρα.
Στις 24 Ιουνίου, δύο μεγάλοι σεισμοί 7.2 & 7.5 σημειώθηκαν στην παράκτια ζώνη της Βενεζουέλας προκαλώντας χιλιάδες θύματα και τραυματίες, επιπτώσεις στο δομημένο ιστό και τα έργα υποδομής, δυσανάλογες κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς και τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις που αγγίζουν το 5% του ΑΕΠ της χώρας.
Τα πρωτοφανή φαινόμενα τα οποία παρατήρησε η ελληνική αποστολή και αποτελούν μοναδικά γεωδυναμικά γεγονότα είναι τα ακόλουθα:
Οι δύο σεισμοί εκδηλώθηκαν με χρονική διαφορά της τάξεως των 39’’, γεγονός που δεν έχει καταγραφεί ποτέ στο παρελθόν και αποτελεί νέο δεδομένο σεισμικότητας. Άλλοι μεγάλοι δίδυμοι σεισμοί, όπως αυτοί της Τουρκίας το 2023 στην Αντιόχεια, είχαν χρονικό παράθυρο της τάξεως τουλάχιστον των 6 ωρών. Σε άλλες περιπτώσεις η χρονική διαφορά είναι συνήθως μερικά 24ώρα.
Η ρηξιγενής ζώνη, η οποία ενεργοποιήθηκε και έδωσε τους δύο μεγάλους σεισμούς έχει μήκος της τάξεως τουλάχιστον των 300 km (San Sebastian Fault), γενική διεύθυνση ΑΔ, αναπτύσσεται κατά μήκος της βόρειας ακτογραμμής της Βενεζουέλας και οριοθετεί την πλάκα της Νότιας Αμερικής με την πλάκα της Καραϊβικής. Πρόκειται καθαρά για ρήγματα δεξιόστροφης οριζόντιας ολίσθησης.
Καμία βλάβη δεν παρατηρήθηκε στη στενή και επικεντρική περιοχή των σεισμών (San Felipe, Morón, Valencia). Στην περιοχή του επικέντρου ακόμα και παλαιότερες κατασκευές, χωρίς αντισεισμική θωράκιση δεν έπαθαν καμία ζημιά.
Αντίθετα, συσσωρευμένες εκατοντάδες καταρρεύσεις, αλλά και σημαντικές βλάβες, παρατηρήθηκαν 200 km ανατολικά του επικέντρου στην παράκτια περιοχή La Guaira – Αεροδρομίου, Catia La Mar, Caraballeda. Οι περιοχές αυτές αποτελούν και το μακροσεισμικό επίκεντρο των επιπτώσεων.
Οι βλάβες στις ανωτέρω περιοχές αφορούν κτίρια μικρού ύψους και όγκου, αλλά και τεράστια, ψηλά κτίρια 20 και 30 ορόφων.
Αντίθετα στην περιοχή του Caracas δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές βλάβες, παρά μόνο καταρρεύσεις 10 περίπου κτιρίων μεγάλου ύψους και σημαντικού όγκου, αριθμός πολύ μικρός σε σχέση με τις εκατοντάδες χιλιάδες κατασκευές, οι οποίες συνθέτουν το οικιστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας της χώρας. Εκτιμάται ότι οι ρηξιγενείς ζώνες που διέρχονται από το Caracas, ανήκουν σε ρηξιγενείς δομές παράλληλες με την βόρεια ζώνη, οι οποίες και δεν ενεργοποιήθηκαν.
Οι συσσωρευμένες χιλιάδες καταρρεύσεις κτηρίων με μεγάλο ύψος, τα οποία ήταν θεμελιωμένα σε χαλαρές παράκτιες και ποταμο-χειμάριες αποθέσεις της ακτογραμμής (μεγάλης ιδιοπεριόδου) συντονίστηκαν με την μεγάλη ιδιοπερίοδο των σεισμικών κυμάτων (λόγω της μεγάλης απόστασης από το επίκεντρο), διαμορφώνοντας έτσι ένα καταστροφικό πλαίσιο, στο οποίο δεν ήταν δυνατό να ανταπεξέλθουν ούτε παλαιότερες, αλλά ούτε νεότερες κατασκευές. Σε αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι οι κατασκευές υποβλήθηκαν σε μία ταλάντωση αρκετών λεπτών λόγω της μικρής χρονικής διαφοράς εκδήλωσης των σεισμών. Ειδικότερα, πριν περατωθεί η ταλάντωση από τον πρώτο σεισμό, τα κτίια προσβλήθηκαν από την δεύτερη ταλάντωση, η οποία ήταν εντονότερη και μεγαλύτερης διάρκειας.
Χαρακτηριστικό είναι εκτός της στενής παράκτιας ζώνης, με τις γεωλογικές, γεωτεχνικές και εδαφομηχανικές συνθήκες που αναπτύχθηκαν, το γεγονός ότι στις παρακείμενες περιοχές, και στις οποίες αναπτύσσονται μεταμορφωμένοι βραχώδεις γεωλογικοί σχηματισμοί, δεν παρατηρήθηκαν συστηματικές καταρρεύσεις ή βλάβες, καθώς διαμορφώθηκε ένα διαφορετικό γεωδυναμικό πλαίσιο. Σε περιοχές με πολύ φτωχή ποιότητα κατασκευών και με μεγάλη πυκνότητα δόμησης και πληθυσμού (φαβέλες) παρατηρήθηκαν μηδενικές βλάβες.
Η ανάλυση των δεδομένων που συγκεντρώθηκαν από την Ελληνική αποστολή θα συνεχιστεί το επόμενο χρονικό διάστημα και θα παρουσιαστεί μέσω του ειδικού επιστημονικού τεύχους “Newsletter of Environmental, Disaster, and Crises Management Strategies”, που εκδίδεται υπό την αιγίδα του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Στρατηγικές Διαχείρισης Περιβάλλοντος, Καταστροφών και Κρίσεων» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.















